Ναπολέων Μαραβέγιας

Αρχική » Uncategorized » Ελλειμμα εμπιστοσύνης

Ελλειμμα εμπιστοσύνης

Advertisements

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που συνυπάρχουν στην οικογένεια, στην κοινότητα, στη χώρα και στον κόσμο.

Αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ομαλής συμβίωσης, χωρίς η καχυποψία, οι συγκρούσεις και οι απογοητεύσεις να υπονομεύουν τις κοινωνικές, τις πολιτικές και τις οικονομικές σχέσεις.

Για την εμπέδωση της εμπιστοσύνης έχουν κατά καιρούς επινοηθεί διάφοροι θεσμοί, που με νομικές κυρίως δεσμεύσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι οι υποσχέσεις θα τηρηθούν, ενώ προβλέπουν ποινές και κυρώσεις σε περίπτωση αθέτησης των συμφωνηθέντων.

Κάθε μορφής συμβάσεις, συμφωνίες, συνθήκες κ.λπ. ενδύονται νομική ισχύ, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφωνηθέντα κατά το αιώνιο δόγμα «Pacta sunt servanda», δηλαδή τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται.

Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια, όπως και τα διεθνή, απασχολούνται σε μεγάλο βαθμό με την απόδοση ευθυνών και την επιβολή ποινών σ’ αυτούς που αθετούν τα συμφωνηθέντα, καθώς η εμπιστοσύνη μεταξύ των «εταίρων» αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία.

Ομως, είναι κοινά παραδεκτό ότι το «έλλειμμα εμπιστοσύνης» αυξάνεται, καθώς προχωρούμε από το Βορρά προς τον Νότο της Ευρώπης, δηλαδή από τη Βόρεια Θάλασσα προς τη Μεσόγειο.

Προφανώς, δεν είναι εδώ ο χώρος για να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο, που σε κάθε περίπτωση, όπως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, έχει βαθιές ιστορικές ρίζες με πολιτιστικό, θρησκευτικό και οικονομικό περιεχόμενο.

Το έλλειμμα εμπιστοσύνης, ειδικότερα στη χώρα μας, προκαλεί μια σειρά από προβλήματα. Από την καθήλωση των περισσότερων ελληνικών επιχειρήσεων στο μικρό οικογενειακό μέγεθος, προφανώς λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης σε εκτός οικογενείας στελέχη, μέχρι τη δαιδαλώδη νομοθεσία για τις δημόσιες προμήθειες και τους γραφειοκρατικούς ελέγχους αδειοδότησης επενδύσεων.

Στα παραπάνω, αν προστεθεί και η συχνά εύλογη «καχυποψία» των τραπεζών στη δανειοδότηση των επιχειρήσεων, δημιουργείται ένα αντιαναπτυξιακό περιβάλλον, όπου οι ειλικρινείς πρωτοβουλίες χάνονται μέσα στη «θάλασσα» της καχυποψίας και των ελέγχων.

Οι οικονομικοί πόροι σε χρόνο και σε χρήμα, που σπαταλώνται στους πάσης φύσεως προληπτικούς και κατασταλτικούς ελέγχους και στον τεράστιο φόρτο των ελληνικών δικαστηρίων με την επίλυση των διαφορών λόγω αθέτησης συμφωνιών, είναι ίσως περισσότεροι από αυτούς που αφιερώνονται στη δημιουργική εργασία στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνουν οι Ευρωπαίοι δανειστές μας απέναντι στη χώρα μας.

Το έλλειμμα αυτό εκφράζεται σε κάθε περίπτωση που η χώρα μας αναλαμβάνει δεσμεύσεις έναντι των δανειστών της, τα τελευταία οκτώ χρόνια.

Είτε επρόκειτο για την εκπλήρωση των όρων των «περίφημων» μνημονίων είτε σήμερα πρόκειται για δεσμεύσεις εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί και πρέπει να ολοκληρωθούν κατά τη «μεταμνημονιακή» περίοδο.

Η πρόσφατη συμφωνία στο Eurogroup, την εβδομάδα που πέρασε, αντικατοπτρίζει, σε μεγάλο βαθμό, αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει τις σχέσεις της χώρας μας με τους Ευρωπαίους δανειστές της.

Πράγματι, ενώ στο χρηματοδοτικό μέρος φαίνεται ότι εκφράστηκε αλληλεγγύη και τηρήθηκαν οι υποσχέσεις για ελάφρυνση του χρέους, τόσο με την επιμήκυνση (10 χρόνια) όσο και με την περίοδο χάριτος (επίσης 10 χρόνια) για ένα μεγάλο μέρος του χρέους μας και βέβαια με τη χορήγηση επιπλέον 15 δισ. για εξασφάλιση έναντι των διεθνών αγορών, στο ζήτημα των ελέγχων και των προϋποθέσεων καταγράφεται ένα τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Οι Ευρωπαίοι δανειστές μας δεν φαίνεται να έχουν εμπιστοσύνη ότι η χώρα μας θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της και συνεπώς επιβάλλουν ελέγχους και θέτουν προϋποθέσεις για την ελάφρυνση του χρέους περισσότερες από ό,τι σε άλλες χώρες που βρέθηκαν σε ανάλογη θέση.

Στο ελληνικό πολιτικό της σύστημα εναπόκειται να πείσει τη διεθνή κοινότητα για την αξιοπιστία του, ενώ παράλληλα πρέπει να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους εγχώριους και ξένους επενδυτές, ώστε να επενδύσουν στη χώρα μας.

Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί οι προσπάθειες της κυβέρνησης να επιτύχει τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (που έχει ανάγκη η χώρα μας για να αμβλύνει τις συνέπειες των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που έχουμε συμφωνήσει) προϋποθέτουν μια επενδυτική «πανστρατιά» στην ελληνική οικονομία, με προτεραιότητα στους τομείς που υπάρχει συγκριτικό πλεονέκτημα.

Μόνο έτσι θα βελτιωθεί το τεχνολογικό και οργανωτικό επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας, θα αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή και η παραγωγικότητα της εργασίας και θα γίνει δυνατή η αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων με σταθερό και μόνιμο τρόπο, θα μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές, χωρίς δημιουργία ελλειμμάτων, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Συνεπώς, η εξάλειψη ή τουλάχιστον η μείωση του ελλείμματος εμπιστοσύνης έχει την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη σημασία με την εξάλειψη των οικονομικών ελλειμμάτων (δημοσιονομικό και εξωτερικών πληρωμών), που με τόση προσπάθεια και θυσίες πέτυχε η χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 27.06.2018

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: