Ναπολέων Μαραβέγιας

Αρχική » Articles posted by nmarav2

Author Archives: nmarav2

Η κληρονομιά του Μιτεράν

Η στροφή από τον «σοσιαλιστικό ενθουσιασμό» στον «ρεαλισμό» στην οικονομική πολιτική δεν εμπόδισε τον Μιτεράν να αφήσει στον κοινωνικό και πολιτιστικό τομέα μια πολύ σημαντική κληρονομιά

Την 21η Μαΐου του 1981, η Γαλλία γύρισε σελίδα. Υστερα από 23 χρόνια «γκολισμού», ο Σοσιαλιστής Φρανσουά Μιτεράν με 51,7% ανέλαβε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ενθουσιασμός για πολλούς και στάση αναμονής από όλους. Στη νίκη του Μιτεράν είχε συμβάλει και το «σκάνδαλο» των διαμαντιών, τα οποία ο αντίπαλός του Ζισκάρ ντ’ Εστέν, όπως κατηγορείτο, είχε δεχθεί από τον δικτάτορα Μποκάσα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Θυμάμαι, ως διδακτορικός φοιτητής στην Γκρενόμπλ, τη «φαρμακερή» απάντηση του Μιτεράν στον αντίπαλό του Ζισκάρ ντ’ Εστέν, «Ποια είναι η τιμή των διαμαντιών του Μποκάσα;», όταν αυτός τον ειρωνεύτηκε, ως δήθεν λαϊκό ηγέτη, ρωτώντας τον «Ποια είναι η τιμή του εισιτηρίου του μετρό;», στη διάρκεια της τηλεοπτικής μονομαχίας τους.

Σε όλο τον κόσμο ανέμεναν, ευχόμενοι ή απευχόμενοι, να διαπιστώσουν αν θα πραγματοποιήσει το σοσιαλιστικό του πρόγραμμα, καθώς στην κυβέρνηση που σχημάτισε συμμετείχαν και τέσσερις κομμουνιστές υπουργοί. Η νίκη του Σοσιαλιστή Μιτεράν δεν θα «τρόμαζε» ιδιαίτερα τη Δύση, αν δεν είχε συμμαχήσει με το ΓΚΚ, καθώς το πολιτικό του παρελθόν δεν ήταν ριζοσπαστικά αριστερό. Γι’ αυτό οι κομμουνιστές δεν του έδειχναν εμπιστοσύνη, καθώς γνώριζαν ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να περιορίσει την επιρροή τους.

Πράγματι, μετά τον «σοσιαλιστικό ενθουσιασμό» των πρώτων δύο ετών, που οδήγησε σε πληθωρισμό και σε ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και παραλίγο να στοιχίσει μια υποτίμηση στο γαλλικό φράγκο και την έξοδο από το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα, ο Μιτεράν ακολούθησε περιοριστική οικονομική πολιτική. Αυτό οδήγησε τους κομμουνιστές να εγκαταλείψουν την κυβέρνηση το 1984, αφού είχαν ήδη υποστεί σημαντική φθορά, απογοητεύοντας τους οπαδούς τους. Στις ευρωεκλογές του 1984 το ΓΚΚ απέσπασε το 11% του εκλογικού σώματος έναντι 15% στις προεδρικές του 1981, ενώ στις εκλογές του 1995 πήρε μόνο 8,5%.

Η στροφή από τον «σοσιαλιστικό ενθουσιασμό» στον «ρεαλισμό» στην οικονομική πολιτική δεν εμπόδισε τον Μιτεράν να αφήσει στον κοινωνικό και πολιτιστικό τομέα μια πολύ σημαντική κληρονομιά. Οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε παραμένουν ακόμη και σήμερα εξαιρετικά τολμηρές. Η συνταξιοδότηση στα 60 αντί στα 65, η ετήσια άδεια των 5 εβδομάδων, το εβδομαδιαίο 39ωρο, η κατάργηση της θανατικής ποινής, τα πολιτιστικά έργα (μοντέρνα Οπερα της Βαστίλλης), η απελευθέρωση των ερτζιανών κ.ά. Η κληρονομιά του Μιτεράν είναι εξαιρετικά σημαντική και για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, με την ενίσχυση της συνεργασίας της Γαλλίας με τη Γερμανία, την έναρξη της νομισματικής ενοποίησης και κυρίως την υποστήριξη του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ από το 1985 μέχρι το 1995 στην προσπάθειά του να ενισχύσει την ενότητα της ΕΕ και να επιδείξει έμπρακτη αλληλεγγύη με τον διπλασιασμό των πόρων της ΕΕ για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της, πράγμα που όλοι γνωρίζουμε στην Ελλάδα ως «πακέτο» Ντελόρ.

Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. υπουργός και τ. αντιπρύτανης

ΤΑ ΝΕΑ (24/05/2021)

Κορωνοϊός : Οι 7 μεγάλες οικο­νομικές αλλαγές που έφερε η πανδημία

Πρώτος απολογισμός των μεγάλων αλλαγών

Καθώς φαίνεται να υποχωρεί η πανδημία, μπορεί να γίνει ένας πρώτος απολογισμός των μεγάλων αλλαγών που έφερε ή επιτάχυνε η αρρώστια σε πολλές πτυχές της δράσης των ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα. Από την πλευρά της οικονομίας μπορούμε να καταγράψουμε τουλάχιστον επτά τέτοιες αλλαγές.

1

Οι κάθε μορφής υπηρεσίες (χρηματοπιστωτικές συμβουλευτικές, εκπαιδευτικές κ.ά.), που μπορούν να παρέχονται από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου με διαδικτυακό τρόπο, αναπτύσσονται ανεμπόδιστα. Αντίθετα, αυτές που απαιτούν ανθρώπινο συγχρωτισμό (προσωπικές υπηρεσίες καλλωπισμού, τουριστικές υπηρεσίες, εστίαση και μεγάλο μέρος πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων κ.ά.), βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Ετσι, αποθαρρύνονται τέτοιου είδους υπηρεσίες (π.χ. τουρισμός, εστίαση) που κυριαρχούν κυρίως στις φτωχότερες χώρες, ενώ ευνοούνται οι εξ αποστάσεως (π.χ. χρηματοπιστωτικές) που έχουν ήδη αναπτυχθεί στις πλουσιότερες χώρες με σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τις πρώτες.

Ομως, από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών από απόσταση ευνοεί περιοχές και χώρες με καλό κλίμα, όπως είναι οι νοτιότερες χώρες και βέβαια η Ελλάδα. Κρίσιμη προϋπόθεση για εγκατάσταση τέτοιου είδους υπηρεσιών είναι οι άριστες υποδομές υγείας και εκπαίδευσης. Με την εξέλιξη αυτή, περιοχές και χώρες χαμηλότερου επιπέδου ανάπτυξης αποκτούν σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες, πράγμα που μπορεί να αλλάξει τον χάρτη της παγκόσμιας κατανομής της ανάπτυξης υπέρ των φτωχότερων περιοχών και χωρών.

2

Με την εξ αποστάσεως παροχή υπηρεσιών, ο χώρος εργασίας με τον τόπο κατοικίας των εργαζομένων ταυτίζονται και συνεπώς περιορίζονται οι ανάγκες γραφείων στο κέντρο των πόλεων. Ετσι, παρατηρούμε ότι εταιρείες παροχής χρηματοπιστωτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών εγκαταλείπουν το μεγαλύτερο μέρος των κτιριακών τους εγκαταστάσεων στα κέντρα των μεγάλων πόλεων (π.χ. Ν. Υόρκη), με αρνητικά αποτελέσματα στο επίπεδο της αξίας των κεντρικών αστικών ακινήτων. Επιπλέον, το κόστος και ο χρόνος μετακίνησης από το σπίτι στο γραφείο χάνει τη σημασία του, και συνεπώς προτιμάται η εγκατάσταση κατοικίας στα περίχωρα με ευχάριστο περιβάλλον, με προφανείς συνέπειες για τις αξίες των ακινήτων στην περιφέρεια των πόλεων.

3

Η αύξηση της εξ αποστάσεως παραγωγής υπηρεσιών ευνοεί μεγαλύτερη διαφοροποίηση αναπτυξιακών δυνατοτήτων ανάμεσα στους κλάδους βιομηχανικής παραγωγής ψηφιακών μέσων εξ αποστάσεως επικοινωνίας και στους άλλους περισσότερο παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους. Οι κλάδοι ψηφιακών μέσων που ιστορικά αναπτύχθηκαν στις δυτικές χώρες του Βορρά, στην Ιαπωνία και πρόσφατα στην Κίνα, φαίνεται ότι έχουν τεράστιες δυνατότητες.

Αντίθετα, στις νοτιότερες χώρες της Ευρώπης, τις χώρες της Ν. Αμερικής και βέβαια στην Αφρική, τέτοιες δυνατότητες δεν υπάρχουν, με αποτέλεσμα το χάσμα μεταξύ των «πλούσιων» και των «φτωχών» χωρών του πλανήτη να διευρύνεται. Ακόμη και στο εσωτερικό των αναπτυγμένων χωρών η διαφοροποίηση μεταξύ των κλάδων ψηφιακής τεχνολογίας και των άλλων κλάδων βιομηχανικής παραγωγής διευρύνεται, με αποτέλεσμα οι περιφερειακές ανισότητες να εντείνονται και στο εθνικό επίπεδο.

4

Αυτή η εξέλιξη οδηγεί και σε εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των εργαζομένων στους κλάδους ψηφιακής τεχνολογίας και σε άλλους κλάδους βιομηχανικής παραγωγής. Ακόμη μεγαλύτερες ανισότητες μπορεί να δημιουργηθούν μεταξύ εργαζομένων σε παροχή υπηρεσιών εξ αποστάσεως και των εργαζομένων σε κλάδους που απαιτούν ανθρώπινο συγχρωτισμό και πλήττονται από την πανδημία (τουρισμό, υπηρεσίες καλλωπισμού, εστίασης, διασκέδασης κ.λπ.), με σημαντική πιθανότητα στη δεύτερη κατηγορία εργαζομένων να αυξηθεί η ανεργία και η κοινωνική αναταραχή.

5

Στο κοινωνικό πεδίο, αρκετοί άνθρωποι που συμμετείχαν σε μεγάλες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις (συναυλίες, αθλητικές εκδηλώσεις, διαδηλώσεις κ.λπ.) αναθεωρούν τις προτιμήσεις τους και περιορίζονται στην εξ αποστάσεως συμμετοχή από τα ηλεκτρονικά μέσα που διαθέτουν στο σπίτι τους, με προφανείς οικονομικές συνέπειες για τις μαζικές εκδηλώσεις. Ακόμη και οι μεγάλες κομματικές και συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις αναμένεται να περιοριστούν ακόμη περισσότερο από όσο είχαν ήδη μειωθεί.

6

Οι οικονομικές δυσκολίες που δημιούργησε η πανδημία, οι οποίες σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αντισταθμίστηκαν με κρατικές παροχές, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες, δημιούργησαν την εντύπωση στους πολίτες ότι το κράτος παραμένει πραγματικό καταφύγιο. Αυτή η αίσθηση αποτελεί πλήγμα στις υπερ-φιλελεύθερες απόψεις που θεωρούν ότι δεν χρειάζεται κρατική οικονομική παρέμβαση και ότι το κράτος πρέπει να είναι μόνο ρυθμιστής και φύλακας της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας των πολιτών. Ετσι έρχονται πάλι στη δημόσια συζήτηση κεϋνσιανές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους που είχαν εξαφανισθεί τις τελευταίες δεκαετίες.

7

Στο παραπάνω πλαίσιο, οι κρατικές αντισταθμίσεις συχνά ξεπέρασαν τα όρια των δημοσιονομικών και νομισματικών κανόνων που είχαν επικρατήσει πολλά χρόνια στις αναπτυγμένες χώρες (ΗΠΑ, Ευρώπη). Ειδικότερα στις ΗΠΑ, με τη νέα διοίκηση Μπάιντεν, η δημοσιονομική επέκταση έφθασε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ετσι, μαζί με τη χαλαρή νομισματική πολιτική προκαλούν φόβους αναζωπύρωσης του πληθωρισμού της δεκαετίας του ’70. Παρόμοιοι φόβοι υπάρχουν και στην Ευρωζώνη, παρότι η δημοσιονομική επέκταση δεν είναι τόσο εντυπωσιακή, αν συγκριθεί με τη μεγάλης έκτασης νομισματική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Οι φόβοι αυτοί του πληθωρισμού μπορεί να είναι πραγματικοί, καθώς αυξήθηκαν οι καταθέσεις περίπου κατά 10% του ΑΕΠ στις αναπτυγμένες χώρες, λόγω της αναβληθείσας κατανάλωσης, και δευτερευόντως της επένδυσης, από τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από την πανδημία στην περίοδο του εγκλεισμού. Φαίνεται ότι καθώς οι οικονομίες επανέρχονται στην κανονικότητα, η ζήτηση μπορεί να ξεπεράσει την προσφορά, επειδή οι αλυσίδες της παραγωγής πρώτων υλών κυρίως έχουν συχνά διασπασθεί, λόγω της πανδημίας. Τα πρώτα σημάδια πληθωριστικών τάσεων εμφανίστηκαν και στη χώρα μας, με τις ανατιμήσεις κυρίως στα τρόφιμα.

Προφανώς, μία αύξηση του πληθωρισμού, αν συνεχιστεί, θα περιορίσει την πολιτική νομισματικής χαλάρωσης των κεντρικών τραπεζών. Αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση επιτοκίων, με αποτέλεσμα να ανακόψει τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, που είναι απολύτως απαραίτητοι για να καλυφθεί η μείωση του ΑΕΠ, λόγω της πανδημίας, και να περιορισθούν τα ελλείμματα στους Προϋπολογισμούς των χωρών, όπως έγινε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πέρα από τις παραπάνω αλλαγές σε παγκόσμια κλίμακα, οι συνέπειες των οποίων δεν μπορούν να εκτιμηθούν, η πανδημία έχει προκαλέσει ή/και ευνοήσει πολλές άλλες σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης ζωής και δράσης, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ειδικότερων αναλύσεων.

Ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,τ. υπουργός.

Δυναμική ανάπτυξη μετά την πανδημία

Τα ιατρικά δεδομένα τις τελευταίες εβδομάδες δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε φάση αποδρομής της πανδημίας, ενώ τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2021 είναι ενθαρρυντικά σε σχέση με τα αναμενόμενα, καθώς η ύφεση δεν ξεπέρασε το 2,3%, παρά την ύπαρξη καραντίνας. Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων που επιχειρεί η κυβέρνηση και την οικονομική ενίσχυση από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά ταμεία, κάνει πειστικές τις προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής που κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή. Ετσι, η πρόβλεψη ότι στο τέλος του 2022 θα έχει καλυφθεί η ύφεση κατά 8,2% του 2020 και ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης στην περίοδο 2021-2025 αναμένεται να φτάσει στο 4,3% δεν φαίνεται να είναι εκτός πραγματικότητας.

Το «κλειδί» της ταχύρυθμης αναπτυξιακής διαδικασίας βρίσκεται προφανώς στη προσδοκώμενη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων και στην εκτίμηση ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα αυξάνονται με ρυθμό ταχύτερο από τις εισαγωγές κάθε χρόνο από το 2022 μέχρι και το 2025, με την προϋπόθεση ότι ο τουρισμός θα επανέλθει κοντά στα επίπεδα του 2019. Εξάλλου, όλα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, με αποκορύφωμα την πανδημία, οι ελληνικές επιχειρήσεις κατόρθωσαν να ανοιχτούν σε ξένες αγορές και να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, καθώς η εγχώρια ζήτηση ήταν υποτονική. Π.χ. στα αγροτικά προϊόντα και στα τρόφιμα, για πρώτη φορά το 2020, μετά την ένταξη στην Ε.Ε. το 1981, υπήρξε θετικά εμπορικό ισοζύγιο, παρά την ελάχιστη αύξηση της αγροτικής παραγωγής.

Οσον αφορά τις επενδύσεις, η γενναία χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης της τάξης των 30 δισ. ευρώ, που μαζί με τα ευρωπαϊκά ταμεία φτάνουν τα 70 δισ. ευρώ, αναμένεται να «μοχλεύσει» πολύ υψηλότερα ποσά ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε το σύνολό τους να ανέβει σε πολύ υψηλότερο επίπεδο, που μπορεί το 2025 να φτάσει στο 16,7% του ΑΕΠ (έναντι 10%-11% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια), πράγμα που σταδιακά θα καλύψει το επενδυτικό κενό των ετών της κρίσης. Βεβαίως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η αναπτυξιακή διαδικασία θα προκαλέσει αύξηση της εγχώριας ζήτησης και συνεπώς των εισαγωγών. Ωστόσο, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η ζήτηση για ιδιωτική κατανάλωση θα περιοριστεί το 2025 στο 65,5% του ΑΕΠ έναντι 71,3% το 2019 και γενικότερα άνω του 70% στην περίοδο της κρίσης, προς όφελος της επενδυτικής ζήτησης. Το ερώτημα, ωστόσο, που παραμένει είναι προς ποια κατεύθυνση (κατανάλωση ή επένδυση) θα οδεύσουν οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις άνω των 20 δισ. ευρώ στις ελληνικές τράπεζες την περίοδο της πανδημίας. Προφανώς, η συνολική τραπεζική χρηματοδότηση συνδέεται με το ύψος των «κόκκινων» δανείων, που φτάνουν, σήμερα ακόμη, στο 37% με πρόβλεψη, όμως, ταχύτατης μείωσης τα επόμενα χρόνια, ακόμη και σε μονοψήφια ποσοστά.

Η αναμενόμενη δυναμική ανάπτυξη μετά την πανδημία θα ωφελήσει και την απασχόληση. Οπως προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, το ποσοστό της ανεργίας, από 16% που είναι σήμερα, αναμένεται να μειωθεί στο 11,1% το 2025. Οσον αφορά τη συμμετοχή των εργαζομένων στα οφέλη από αυτές τις αναπτυξιακές επιδόσεις, η μέση ετήσια αύξηση του ονομαστικού μισθού προβλέπεται να είναι 2,4% την περίοδο 2021-2025, η οποία, όμως, μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από τον ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού. Στο ζήτημα αυτό, οι σχετικές προβλέψεις εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός στη χώρα μας το 2025 θα είναι 1,7%. Ομως, αν κρίνει κανείς από τις σημερινές πληθωριστικές τάσεις κυρίως στις ΗΠΑ (5%), ίσως η πρόβλεψη αυτή να είναι παρακινδυνευμένη. Αν υπάρξει σημαντική αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, δεν θα επηρεάσει μόνο την αγοραστική δύναμη των ελληνικών μισθών, αλλά θα οδηγήσει τη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στην αύξηση των σημερινών μηδενικών επιτοκίων των τραπεζικών δανείων, η οποία προφανώς θα δυσχεράνει τη δυναμική αναπτυξιακή διαδικασία που αναμένεται μετά την πανδημία, ανατρέποντας πολλές από τις σημερινές προβλέψεις.

Η επιστροφή από το 2023 σε πρωτογενή πλεονάσματα στον ελληνικό Προϋπολογισμό σε σχέση με τα σημερινά ελλείμματα (λόγω της δημόσιας δαπάνης για τον περιορισμό της ύφεσης που προκάλεσε η πανδημία) μπορεί, επίσης, να γίνει δυσκολότερη σε ένα περιβάλλον, έστω, ήπιου πληθωρισμού. Βεβαίως, αυτή τη στιγμή, οι επίσημες προβλέψεις για τον ρυθμό πληθωρισμού στην ευρωζώνη εκτιμούν ότι το πληθωριστικό κύμα στις ΗΠΑ θα είναι προσωρινό και ότι δεν θα επηρεάσει ουσιαστικά την Ευρώπη, καθώς, όπως υποστηρίζουν, οφείλεται κυρίως στις πληθωριστικές συνέπειες των υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων του προϋπολογισμού των ΗΠΑ και στη διεθνή αύξηση των τιμών των τροφίμων και των πρώτων υλών για συγκυριακούς λόγους.

Πέραν, όμως, της αβεβαιότητας για το ύψος του πληθωρισμού, πολύ μεγαλύτερη αβεβαιότητα υπάρχει αν αυτό ο καλοκαίρι θα επέλθει το οριστικό τέλος της πανδημίας ή αν θα υπάρξει και τέταρτο κύμα το φθινόπωρο. Αν, δηλαδή, τα εμβόλια θα αποδειχθούν αποτελεσματικά έναντι των μεταλλάξεων του κορωνοϊού. Η προφανής ευχή είναι να μην επαληθευθούν οι ανησυχίες ούτε για τον πληθωρισμό ούτε για τον κορωνοϊό.

Νέα οικονομική πολιτική μετά την πανδημία;

Μετά την υποχώρηση της πανδημίας, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες, τίθεται το ερώτημα για το μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα μπορούσε να συμβάλει σε μια ταχύρρυθμη αναπτυξιακή πορεία. Γιατί μια μεγάλη αναπτυξιακή ώθηση είναι απολύτως αναγκαία για να καλυφθεί το αναπτυξιακό κενό που αφήνει πίσω της η υγειονομική κρίση, καθώς είναι γνωστό ότι η οικονομική ύφεση έπληξε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες με διαφορετική βέβαια ένταση (4%-11% το 2020) ανάλογα με τη σημασία που έχουν σε κάθε χώρα οι κλάδοι παραγωγής οι οποίοι απαιτούν συγχρονισμό, όπως ο τουρισμός, η εστίαση, η ψυχαγωγία, οι μεταφορές ανθρώπων κ.ά.

Η ύφεση αυτή θα ήταν πολύ υψηλότερη, αν οι κυβερνήσεις δεν δαπανούσαν τεράστια ποσά για να στηρίζουν τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους στους πληττόμενους κλάδους. Ομως, αυτές οι δημόσιες δαπάνες δημιουργούν μεγάλα ελλείμματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς, τα οποία προφανώς αυξάνουν τα δημόσια χρέη σε όλες τις χώρες και ιδιαίτερα στις υπερχρεωμένες του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες δυστυχώς είχαν και τη μεγαλύτερη ύφεση (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα κ.λπ.).

Συνεπώς, η ταχύρρυθμη ανάπτυξη είναι αναγκαία, όχι μόνο για την κάλυψη του κενού της ύφεσης, αλλά και για την αποπληρωμή των δημόσιων και των ιδιωτικών χρεών που έχουν δημιουργηθεί. Φαίνεται ότι στις ΗΠΑ κυρίως, αλλά και στην Ε.Ε. έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί η ανάγκη για ένα νέο μείγμα πολιτικής που θα περιλαμβάνει κεϋνσιανά στοιχεία. Η αρχή έχει γίνει από τις Κεντρικές Τράπεζες και των δύο πλευρών του Ατλαντικού, οι οποίες ακολούθησαν μία εξαιρετικά «χαλαρή» νομισματική πολιτική, ακόμη και με την αγορά κρατικών ομολόγων, στον αντίποδα της νομισματικής ορθοδοξίας που ίσχυε για πολλά χρόνια πριν από την πανδημία. Η «χαλαρή» αυτή νομισματική πολιτική έχει στόχο να δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, μέσω των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, ακόμη και σε χώρες με πολύ υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Τη νομισματική πολιτική ακολούθησε και η δημοσιονομική πολιτική, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Πράγματι, εκτός από τη δημοσιονομική «ένεση» του πρώην Προέδρου Τραμπ, ο νέος Πρόεδρος Μπάιντεν αποφάσισε να χορηγήσει τεράστια ποσά από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για την αντιμετώπιση της πανδημίας (1,9 τρισ.), αλλά και για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών στη χώρα του (2 τρισ.). Η Ευρωπαϊκή Ενωση ακολούθησε με το Ταμείο Ανάκαμψης και βέβαια με τις δημόσιες δαπάνες των επιμέρους χωρών-μελών της. Για πρώτη φορά λειτούργησε, έστω, μια «ιδιοτελής αλληλεγγύη» προς τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη. Από το συνολικό ποσό των 750 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης, το 50% θα κατευθυνθεί σε αυτές τις χώρες, ενώ οι ίδιες συνεισφέρουν στο συνολικό ΑΕΠ της Ε.Ε. μόνο με το 25% περίπου, με τη χώρα μας να είναι περισσότερο ευνοημένη. Είναι σημαντικό για την οικονομική ενοποίηση της Ε.Ε. ότι για πρώτη φορά γίνεται δανεισμός από κοινού (δηλ. αμοιβαιοποίηση του χρέους) ενώ μέχρι τώρα, κάθε λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα-μέλος που βρισκόταν σε δύσκολη θέση, δανειζόταν μόνη της και πλήρωνε μόνη της το χρέος (π.χ. η Ελλάδα την περίοδο της κρίσης), χωρίς τη συνεισφορά των περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών-μελών.

Η παρέκκλιση και από τη δημοσιονομική λιτότητα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη πέραν της νομισματικής ορθοδοξίας, αρχικά λόγω της πανδημίας, φαίνεται να παίρνει τη μορφή μιας ενεργού δημόσιας παρεμβατικής πολιτικής που στηρίζει την ανάπτυξη, όπως έγινε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με βάση την κεϋνσιανή αντίληψη για την οικονομική πολιτική. Μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή παραδείγματος; Aπό τα «οικονομικά της προσφοράς» στα «οικονομικά της ζήτησης», εφόσον το κράτος με την τεράστια δημοσιονομική του δαπάνη δημιουργεί ζήτηση σε συνθήκες ύφεσης; Αν συνεκτιμήσουμε και την απόφαση του Προέδρου Μπάιντεν για αύξηση της φορολογίας για τις κερδοφόρες επιχειρήσεις και τα πολύ υψηλά εισοδήματα, φαίνεται να είμαστε στον αντίποδα της πολιτικής Τραμπ για τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων.

Προφανώς, είναι πολύ νωρίς να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των παραπάνω δημόσιων παρεμβάσεων στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι η μαζική κρατική παρέμβαση και τα δημοσιονομικά ελλείμματα που δημιουργεί, παρά τις συνθήκες ύφεσης και αποπληθωρισμού, μπορεί να έχουν πληθωριστικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, έχουν συσσωρευθεί αποταμιεύσεις πολλών δισ. στις ανεπτυγμένες χώρες, λόγω της αναγκαστικής εποχής από την κατανάλωση κυρίως. Αυτές οι αποταμιεύσεις μαζί με τις δημόσιες μεγάλες δαπάνες ενδεχομένως να προκαλέσουν μεγάλη αύξηση της ζήτησης, όταν πολλές αλυσίδες προσφοράς δεν μπορούν, έστω προσωρινά, να ανταποκριθούν, με αποτέλεσμα να ενταθεί το πληθωριστικό κύμα. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να ανακόψει τη χαλαρή νομισματική πολιτική των Κεντρικών Τραπεζών και συνεπώς να αυξηθούν τα επιτόκια με άμεσο αποτέλεσμα την ανακοπή των επιθυμητών ρυθμών ανάπτυξης. Επειδή δεν υπάρχει προφανώς καμιά βεβαιότητα για τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα αυτής της διαφαινόμενης νέας οικονομικής πολιτικής, ας περιοριστούμε μόνο σε διαπιστώσεις και σε ερωτήματα.

REAL NEWS (17/05/2021)

Το στοίχημα της ανάπτυξης

Η σημερινή κατάσταση προσομοιάζει με αυτή που υπήρξε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και τότε η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και τα δυσθεώρητα χρέη που δημιουργήθηκαν απειλούσαν το μέλλον των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η πανδημία φαίνεται να υποχωρεί καθώς οι εμβολιασμοί γενικεύονται και η προσδοκία για ένα νέο φάρμακο γίνεται όλο και πιο ρεαλιστική. Ωστόσο, η ανησυχία εντείνεται σχετικά με τις δυνατότητες επίτευξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης με σταθερότητα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Γιατί μόνο με ταχύρρυθμη ανάπτυξη θα ανακτηθεί το χαμένο έδαφος από τη μεγάλη ύφεση του 2020 και θα αντιμετωπιστούν τα τεράστια δημόσια και ιδιωτικά χρέη που έχουν δημιουργηθεί στην περίοδο της πανδημίας, δεδομένου ότι οι γενναιόδωρες ιδέες για «κούρεμα» ή «πάγωμα» των χρεών έχουν λίγες πιθανότητες να εφαρμοστούν.

Η σημερινή κατάσταση προσομοιάζει με αυτή που υπήρξε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και τότε η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και τα δυσθεώρητα χρέη που δημιουργήθηκαν απειλούσαν το μέλλον των ευρωπαϊκών οικονομιών. Την εποχή εκείνη υπήρξε μια ταχύρρυθμη αναπτυξιακή διαδικασία που τροφοδοτήθηκε από τη βοήθεια των ΗΠΑ και την ανοικοδόμηση των ερειπίων του πολέμου σε περιβάλλον νομισματικής σταθερότητας μετά τις συμφωνίες του Bretton Woods το 1944.

Μπορεί σήμερα να υπάρξει μια αντίστοιχη ταχύρρυθμη ανάπτυξη;

Σύμφωνα με τη θεωρία και την εμπειρία, οι μεγάλες δημόσιες δαπάνες στις ΗΠΑ με το σχέδιο Μπάιντεν (1,9 τρισ.) και οι αντίστοιχες στην Ευρώπη με το Σχέδιο Ανάκαμψης (750 δισ.) και τις επιμέρους δημόσιες δαπάνες των χωρών-μελών της ΕΕ προβλέπεται να ωθήσουν την οικονομία σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επιπλέον, η συσσωρευμένη αποταμίευση, λόγω αναστολής της κατανάλωσης και της επένδυσης εξαιτίας της πανδημίας, μπορεί να εκδηλωθεί ως ένα αναπτυξιακό «μπουμ» σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Ομως, υπάρχουν δύο παράγοντες που μπορεί να περιορίσουν τις υπάρχουσες προσδοκίες.

1. Πρέπει να υπομνηστεί ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ανοικοδόμηση και η τεχνολογική πρόοδος επιτάχυναν τους ρυθμούς ανάπτυξης με μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας και της απασχόλησης, δημιουργώντας το μεταπολεμικό «θαύμα». Σήμερα, μετά την πανδημία, δεν φαίνεται να δημιουργείται τέτοια συγκυρίακαθώς δεν καταστράφηκαν ούτε υποδομές ούτε κτίρια ούτε εργοστάσια κ.λπ.

2. Είναι γεγονός ότι οι υψηλές δημόσιες δαπάνες και η συσσωρευμένη αποταμίευση μπορεί να οδηγήσουν σε «υπερθέρμανση» την οικονομία με υπερβάλλουσα ζήτηση σε σχέση με την προσφορά, κυρίως επειδή αρκετές εφοδιαστικές αλυσίδες παραγωγής έχουν διασπαστεί λόγω του κορωνοϊού.

Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού με συνέπεια να διακόψουν οι κεντρικές τράπεζες τη χορήγηση ρευστότητας στην οικονομία και συνεπώς να αυξηθούν τα σημερινά τεχνητά, σχεδόν μηδενικά επιτόκια δανεισμού, προκειμένου να περιοριστεί ο πληθωρισμός. Προφανώς μια αύξηση επιτοκίων δεν θα διευκολύνει την ταχύρρυθμη ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας.

Το μεγάλο στοίχημα συνεπώς είναι αν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες με κατάλληλη νομισματική πολιτική θα κατορθώσουν να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο απευκταίο πληθωριστικό ενδεχόμενο. Παράλληλα, κατά πόσο θα γίνουν μαζικές επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες (ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη) ώστε να δώσουν σημαντική ώθηση στη χρονίζουσα αναιμική αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να αποτραπούν τα πληθωριστικά φαινόμενα που πιθανώς θα συνοδεύσουν την ταχύρρυθμη ανάπτυξη.

Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας πρέπει κατά προτεραιότητα να αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, προσανατολίζοντας τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής, στην ψηφιακή και στην πράσινη οικονομία, όπως έχει ήδη σχεδιάσει στο Σχέδιο Ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο ΕΚΠΑ, τ. υπουργός.

ΤΟ ΒΗΜΑ (13/05/2021)

Ταχύρρυθμη ανάπτυξη για να γλιτώσουμε την οικονομική «πανδημία»

Καθώς φαίνεται να υποχωρεί η πανδημία του κορονοϊού με τα εμβόλια και τη γενίκευση των διαγνωστικών ελέγχων, το ζήτημα της οικονομικής «πανδημίας» εμφανίζεται ολοένα και πιο ανησυχητικό. Δεν είναι μόνο το «βουνό» των χρεών που συσσωρεύτηκαν σε όλες τις χώρες και ακόμη περισσότερο στις ήδη υπερχρεωμένες, όπως είναι οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά και το ζήτημα των συνεπειών της υπερβολικής αύξησης των δημοσίων δαπανών για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, που επέβαλε παύση των οικονομικών δραστηριοτήτων σε πολλούς τομείς (τουρισμό, εστίαση, ψυχαγωγία κ.λπ.).

Ως προς το πρώτο ζήτημα της αποπληρωμής των υπέρογκων δημόσιων χρεών που δημιουργήθηκαν, υπάρχουν σκέψεις για μερικό, έστω, κούρεμα ή πάγωμα του χρέους των χωρών της ΕΕ προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ταυτόχρονα, όσον αφορά στα ιδιωτικά χρέη προς τις τράπεζες, την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, αναμένονται γενναίες ρυθμίσεις προκειμένου ένα μέρος τουλάχιστον των χρεών αυτών να αποπληρωθεί.

Βεβαίως, ο μοναδικός δρόμος απάντησης στα χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, είναι ο δρόμος της ταχύρρυθμης ανάπτυξης, όπως έγινε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Και τότε η Ευρώπη εξερχόταν από τον πόλεμο με δυσθεώρητα χρέη, τα οποία μπόρεσε να αντιμετωπίσει με τους υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς των οικονομιών της στα αμέσως επόμενα χρόνια και μάλιστα σε συνθήκες νομισματικής σταθερότητας μετά τις συμφωνίες του Bretton-Woods το 1944.

Το ερώτημα είναι αν στη σημερινή περίπτωση, η έξοδος από την πανδημία με τη συσσώρευση των χρεών που δημιουργήθηκε, μπορεί να συνοδευθεί με ταχύρρυθμη ανάπτυξη. Για το ζήτημα αυτό υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, καθώς πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κατάσταση στην ανθρώπινη ιστορία, με την έννοια ότι σε καμιά προγενέστερη πανδημία τα κράτη δεν αύξησαν σε τόσο βαθμό τις δαπάνες τους και επιπλέον δεν έχουν καταστραφεί υποδομές, όπως συνέβη στον πόλεμο, ώστε να επιταχυνθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης με την ανοικοδόμηση.

Το θέμα των οικονομικών συνεπειών της μεγάλης αύξησης των δημοσίων δαπανών προκαλεί διχογνωμίες. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις μπορεί να προκληθεί πληθωρισμός, καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν ξεπεράσει ορισμένα όρια, τόσο στις ΗΠΑ, όσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως μια πιθανή αναζωπύρωση του πληθωρισμού θα αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού, τόσο πρωτογενώς, όσο και μέσω της υποχώρησης της «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η οποία σήμερα «κρατά» τα επιτόκια δανεισμού τεχνητά χαμηλά ακόμα και σε χώρες, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Επιπλέον η συσσώρευση αποταμιεύσεων στην περίοδο της πανδημίας, λόγω αναστολής της κατανάλωσης και της επένδυσης, αν εκδηλωθεί με καταναλωτική φρενίτιδα, μπορεί να αντιμετωπίσει στενότητες στην προσφορά, καθώς, λόγω της πανδημίας, ορισμένες εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν κενά. Έτσι, ένα αρχικό τουλάχιστον πληθωριστικό κύμα δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Προφανώς μια αύξηση των επιτοκίων για οποιοδήποτε λόγο θα δυσχεράνει σοβαρά την αναπτυξιακή διαδικασία.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένες άλλες εκτιμήσεις θεωρούν, ότι η αύξηση των δημοσίων δαπανών στην περίοδο της πανδημίας μπορεί να λειτουργήσει αναπτυξιακά, μέσω της δημιουργίας ζήτησης, ενώ η συσσωρευμένη αποταμίευση μπορεί να εκδηλωθεί ως αναπτυξιακό «ελατήριο», τόσο μέσω της αύξησης κατανάλωσης όσο και της επένδυσης. Έτσι, τόσο το πρόγραμμα του αμερικανού Προέδρου Biden για αύξηση των δημοσίων δαπανών κατά 1,9 τρισ. δολάρια, όσο και το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης με 750 δις ευρώ, πέραν της αύξησης των δημόσιων δαπανών στα κράτη-μέλη της ΕΕ, μπορούν να συμβάλουν σε μια ταχύρρυθμη αναπτυξιακή διαδικασία, ικανή να αντιμετωπίσει τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη που έχουν δημιουργηθεί, χωρίς να υπάρξει, ούτε πληθωρισμός, ούτε αύξηση επιτοκίων.

Για την ώρα δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα για το πια από τις δύο εκτιμήσεις μπορεί να ανταποκρίνεται περισσότερο στην επερχόμενη πραγματικότητα. Μόνον από τον Σεπτέμβριο, το τοπίο θα έχει αρχίσει να γίνεται πιο ξεκάθαρο.

* Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. Υπουργός, τ. Αντιπρύτανης.

Οι ασύμμετρες οικονομικές συνέπειες της πανδημίας

Οι δημόσιες δαπάνες δεν γίνονται ισόποσες καταθέσεις από τους ίδιους φορείς, αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι συνέπειες της πανδημίας στην οικονομία είναι ασύμμετρες και διαφορετικές σε κλάδους, επιχειρήσεις και εργαζόμενους στο εσωτερικό μιας χώρας και βέβαια μεταξύ των διαφόρων χωρών.

Με έναν απλοϊκό συλλογισμό θα μπορούσε να υποστηρίζει κανείς, ότι οι δημόσιες δαπάνες που πραγματοποιεί η ελληνική κυβέρνηση για να στηρίξει τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους που πλήττονται από την πανδημία από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι σήμερα, οι οποίες φθάνουν στα 24 δισ., μετατρέπονται σε καταθέσεις στις τράπεζες κατά το ίδιο σχεδόν ποσό (20 δισ.). Αυτό το φαινόμενο δεν εμφανίζεται μόνο στη χώρα μας, αλλά σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι δημόσιες δαπάνες δεν γίνονται ισόποσες καταθέσεις από τους ίδιους φορείς, αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι συνέπειες της πανδημίας στην οικονομία είναι ασύμμετρες και διαφορετικές σε κλάδους, επιχειρήσεις και εργαζόμενους στο εσωτερικό μιας χώρας και βέβαια μεταξύ των διαφόρων χωρών. Είναι γεγονός ότι ορισμένοι κλάδοι, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και η ψυχαγωγία και λιγότερο η ένδυση και υπόδηση έχουν πληγεί σχεδόν ανεπανόρθωτα και συνεπώς οι εργαζόμενοι σ’ αυτούς τους κλάδους, αλλά και σε πολλούς άλλους που συνδέονται με τους προηγούμενους, βρίσκονται σε παύση εργασιών ή/και στην ανεργία.

Προς αυτούς απευθύνεται η κρατική βοήθεια χωρίς μάλιστα να μπορεί να αντισταθμίσει πλήρως τις απώλειες εισοδήματος που υφίστανται. Αντίθετα, άλλοι κλάδοι, και οι εργαζόμενοι σ’ αυτούς, δεν έχουν πληγεί σχεδόν καθόλου. Μπορούν συνεπώς να αποταμιεύουν, καθώς περιορίζεται δραστικά η κατανάλωσή τους για  τα προϊόντα και τις υπηρεσίες των κλάδων που βρίσκονται σε αναγκαστική αργία.

Στο διεθνές επίπεδο, οι χώρες οι οποίες έχουν μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητάς τους στους προαναφερόμενους κλάδους (τουρισμός, εστίαση, διασκέδαση) πλήττονται πολύ περισσότερο από άλλες χώρες.

Οι χώρες αυτές είναι κυρίως οι ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό στήριξαν την ανάπτυξή τους σε αυτούς τους κλάδους με πρώτες την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Από τα σχετικά στοιχεία προκύπτει ότι το 2020, η ύφεση στις τέσσερις αυτές χώρες έφθασε στο 9-11% και δυστυχώς συνεχίζεται, λόγω της έξαρσης της πανδημίας στους πρώτους μήνες του 2021. Αντίθετα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και στην Τουρκία, η ύφεση το 2020 δεν ξεπέρασε το 4-6%. Στις ΗΠΑ ήταν μόλις 2-3%, παρά την οξύτητα της υγειονομικής κρίσης, ενώ στην Κίνα δεν υπήρξε καμία ύφεση.

Προφανώς το μέγα ερώτημα είναι πώς θα πληρωθούν τα χρέη που έχουν δημιουργηθεί, ιδιωτικά και δημόσια, σε όλες τις χώρες, αλλά κυρίως από αυτές που έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση και βέβαια από αυτούς τους κλάδους που έχουν πληγεί περισσότερο, καθώς δεν αποκλείεται αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, λόγω πιθανής αναζωπύρωσης του πληθωρισμού εξαιτίας της υπερβάλλουσας ζήτησης και των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Οι περικοπές  χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, αν γίνουν θα είναι περιορισμένες. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής τους είναι η ταχύρρυθμη ανάπτυξη. Ειδικότερα στη χώρα  μας, σύμφωνα με τις περισσότερες προβλέψεις, το αισιόδοξο σενάριο ανάκαμψης για το 2021 βρίσκεται στο 4,5%  και το δυσμενές στο 2,5%, καθώς η πανδημία συνεχίζεται το 2021. Από το 2022 και μετά, οι προσπάθειες της κυβέρνησης αναμένεται να αποδώσουν ρυθμό ανάπτυξης 3,5% ετησίως για την επόμενη δεκαετία, μέσω του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και της κινητοποίησης ιδιωτικών επενδύσεων. Η επαλήθευση των προβλέψεων αυτών εξαρτάται προφανώς από τον ρυθμό των μεταρρυθμίσεων (π.χ. στη Δημόσια Διοίκηση) και από την επίτευξη κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης.

O Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός

ΤΑ ΝΕΑ (24/04/2021)

Οι έλληνες αγρότες από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα

Μετά την απελευθέρωση το ελληνικό κράτος καθυστέρησε να προβεί στη διανομή της γης στους αγρότες, καθώς ήταν υποθηκευμένη στους δανειστές του.

Στα επετειακά κείμενα για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης σπάνια αναδεικνύεται ο ιδιαίτερος ρόλος των αγροτών, ίσως επειδή μοιάζει αυτονόητος, καθώς το 90% του πληθυσμού του ελληνικού χώρου ήταν χωρικοί απασχολούμενοι με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, χωρίς να είναι ιδιοκτήτες της γης που καλλιεργούσαν ή έβοσκαν τα κοπάδια τους.

Οι αγρότες ασπάστηκαν τις επαναστατικές ιδέες, έλαβαν ενεργό μέρος στην εθνεγερσία και  αποτέλεσαν τη μεγάλη μάζα των αγωνιστών της ελευθερίας. Με τον αγώνα τους προσέβλεπαν και στη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους με την απελευθέρωση από τις αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης, τη μείωση της φορολογίας και τη διανομή της  γης που ανήκε στον οθωμανό δυνάστη και απελευθερωνόταν σταδιακά.

Μετά την απελευθέρωση το ελληνικό κράτος καθυστέρησε να προβεί στη διανομή της γης στους αγρότες, καθώς ήταν υποθηκευμένη στους δανειστές του. Εθνικοποίησε τις γαίες και  παραχώρησε στους αγρότες μόνο τη χρήση με αντάλλαγμα τη φορολογία. Η διανομή των εθνικών γαιών αποτέλεσε μείζον ζήτημα και απασχόλησε το ελληνικό κράτος ολόκληρο σχεδόν τον 19ο αιώνα, ενώ απέκτησε μια άλλη δυναμική μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881), αλλά και τον διπλασιασμό της χώρας με τους βαλκανικούς πολέμους (1912-13). Ετσι εκατό χρόνια μετά την απελευθέρωση το αίτημα της διανομής της «γης στους καλλιεργητές» πήρε εκρηκτικές διαστάσεις (Κιλελέρ), που  οδήγησαν σε δραστικές λύσεις μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την έλευση των προσφύγων.(1)

Η αντίδρασή των αγροτών στις εξωτερικές πιέσεις έλαβε σε αρκετές περιπτώσεις τη μορφή μαζικής εξέγερσης, η οποία σπάνια ξέφυγε από το τοπικό επίπεδο και απέκτησε πανελλήνιο χαρακτήρα. Σε άλλες περιπτώσεις οι αγρότες επέλεξαν την τακτική των υποχωρήσεων και των προσαρμογών, που αποδείχτηκαν εξίσου αποτελεσματικές από την ανοιχτή σύγκρουση, με κύριο αίτημα την απόσπαση από το κράτος μιας περισσότερο ευνοϊκής για αυτούς αγροτικής  πολιτικής. Μιας αγροτικής πολιτικής που είχε βασικό στόχο να συγκρατήσει την τεράστια έξοδο των αγροτών προς τα αστικά κέντρα και το εξωτερικό και την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης με εισοδηματικές ενισχύσεις χωρίς αποτελεσματικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις (διεύρυνση του κλήρου, αγροτική εκπαίδευση κ.ά.) σε ολόκληρη τη μεταπολεμική και ιδιαίτερα τη μεταπολιτευτική περίοδο .

Ομως η επικρατούσα ιδέα ενός αμετάβλητου αγροτικού κόσμου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, οι αγρότες αποτελούν παράδειγμα  τρόπου με τον οποίο «μη καπιταλιστικά συστήματα παραγωγής» επιβιώνουν απέναντι στη διαλυτική διείσδυση των αγορών, συχνά με στρατηγικές πολυαπασχόλησης ή/και μετανάστευσης χωρίς πλήρη εγκατάλειψη της ιδιοκτησίας τους. Αυτή η ανθεκτικότητα αποτελεί  μεγάλο επίτευγμα των ελλήνων αγροτών από την εμφάνισή τους στο προσκήνιο της ιστορίας, με τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση του 1821, μέχρι σήμερα. Σε αυτή την ανθεκτικότητα συνέβαλε και η μεγάλη αύξηση εισοδηματικών παροχών μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ (1981).

Μέχρι σήμερα, οι έλληνες αγρότες  (10% του ενεργού πληθυσμού έναντι 4% ΕΕ 27) δεν έχουν αποκτήσει ισχυρό δημόσιο λόγο, ούτε αυτόνομη παρέμβαση στον δημόσιο βίο της χώρας, με μαζικά επαγγελματικά και συνεταιριστικά σχήματα, χωρίς κομματικές δεσμεύσεις. Δεν μπορούν έτσι να διεκδικήσουν, αλλά και να αποδεχτούν δομικού χαρακτήρα αλλαγές, όπως έχει συμβεί σε πολλές χώρες της Δύσης, προκειμένου τα εισοδήματά τους να μην εξαρτώνται τόσο πολύ από τις εισοδηματικές ενισχύσεις της κοινής αγροτικής πολιτικής (40%), αλλά κυρίως από τη βελτίωση των παραγωγικών τους επιδόσεων.(2)

1) Δημήτρης Παναγιωτόπουλος Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος. Οψεις του Αγροτικού  Κινήματος στην Ελλάδα, Πλέθρον, 2010.

2) Ναπολέων Μαραβέγιας και Ιωάννης Δούκας, Ευρωπαϊκή Οικονομία και Πολιτική, Κριτική, 2021.

Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης. Ο Δημήτρης Παναγιωτόπουλος διδάσκει Αγροτική Ιστορία στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΤΑ ΝΕΑ (07/04/2021)

Τι συμβαίνει με την τουρκική οικονομία;

Το τι ακριβώς συμβαίνει στην Τουρκία ενδιαφέρει τη χώρα μας για προφανείς λόγους. Τον τελευταίο χρόνο οι ειδήσεις από τη γειτονική μας χώρα σχετικά με την κατάσταση της οικονομίας της είναι ανησυχητικές. Παρότι από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η οικονομία της Τουρκίας αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς 3%-4% ετησίως, από το 2018 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα με την υποτίμηση του εθνικού της νομίσματος και την αύξηση του πληθωρισμού.  Συχνά, η τουρκική οικονομία εμφανίζεται να κινδυνεύει μέχρι του σημείου να προδικάζεται η συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η τουρκική λίρα έχει χάσει από το 2018 πάνω από το 40% περίπου της αξίας της, σε σχέση με το δολάριο και το ευρώ, και ο ρυθμός του πληθωρισμού έχει ξεπεράσει το 14% ετησίως (πρόβλεψη ΟΟΣΑ 2021, 12%) ενώ τα επιτόκια των ομολόγων του διεθνούς δανεισμού της κινούνται στο επίπεδο 14%-15% τον τελευταίο καιρό. (1)

Ταυτόχρονα παρατηρούμε συνεχείς αλλαγές στην ηγεσία της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας, προκειμένου να «ηρεμήσουν» οι διεθνείς αγορές και να περιοριστεί η υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Ο σημερινός διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας είναι ο 4ος στη σειρά σε μερικούς μήνες και το ερώτημα είναι τι ακριβώς θέλουν η τουρκική κυβέρνηση και ο Πρόεδρος Ερντογάν. Γιατί δεν ακολουθείται σταθερά από την αρχή της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος η βασική οικονομική «συνταγή» της αύξησης των επιτοκίων, ώστε και να περιοριστεί η απώλεια της αξίας της τουρκικής λίρας και να τιθασευτεί ο πληθωρισμός; Οπως διδάσκουν η θεωρία και η διεθνής εμπειρία, η αύξηση των επιτοκίων σε μια χώρα αυξάνει τη θελκτικότητα του εθνικού της νομίσματος και συνεπώς σταματά την υποτίμησή του στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, όμως, αυξάνεται το κόστος του εγχώριου δανεισμού για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις, πράγμα που περιορίζει τον πληθωρισμό που προέρχεται από την αυξημένη ζήτηση για επενδύσεις και κατανάλωση.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται να βρίσκεται στο δεύτερο σκέλος της επίδρασης της αύξησης των επιτοκίων, δηλαδή στην αύξηση του κόστους του χρήματος, η οποία μαζί με τον περιορισμό του πληθωρισμού, μειώνει και τους ρυθμούς ανάπτυξης μιας  οικονομίας, αφού περιορίζει την επενδυτική και καταναλωτική ζήτηση. Αυτή ακριβώς τη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης δεν επιθυμεί ο Τούρκος Πρόεδρος και αναπτύσσει την λανθασμένη «θεωρία» ότι η αύξηση των επιτοκίων προκαλεί πληθωρισμό, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Προφανώς υπό την πίεση των διεθνών αγορών και προκειμένου να περιοριστεί η υποτίμηση της τουρκικής λίρας, ο προηγούμενος διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας αύξησε σημαντικά τα επιτόκια δανεισμού, παρά την αντίθετη άποψη της κυβέρνησης. Ετσι, όχι μόνο συγκρατήθηκε η υποτίμηση προσωρινά και αυξήθηκε η αξία της λίρας στις αγορές, αλλά και μειώθηκαν και οι αποδόσεις των τουρκικών ομολόγων διεθνούς δανεισμού. Ομως, όπως ήταν επόμενο, δεν μειώθηκε άμεσα ο πληθωρισμός με αποτέλεσμα την αλλαγή του διοικητή της τράπεζας.

Πώς, όμως, είναι δυνατόν μια λανθασμένη εκτίμηση του Τούρκου Προέδρου να επικρατεί και να δημιουργεί τόσα προβλήματα στην τουρκική οικονομία; Η εμμονή στα χαμηλά επιτόκια, όχι μόνο αυξάνει το κόστος του διεθνούς δανεισμού και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό με τη συνεχή υποτίμηση, κάνοντας ακριβότερες τις εισαγωγές όπως αναφέρθηκε, αλλά ταυτόχρονα, λόγω της ανόδου των τιμών καταναλωτή, αυξάνει τη δυσφορία στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της Τουρκίας, στα οποία η σημερινή κυβέρνηση στηρίζει τη δημοφιλία της και τις εκλογικές της επιτυχίες. Οπως φαίνεται, κυριαρχεί η άποψη ότι η Τουρκία επειδή εμφανίζεται να έχει πολύ χαμηλό δημόσιο εξωτερικό χρέος σε ξένο συνάλλαγμα και σχετικά χαμηλό ποσοστό ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών (περίπου το 4% του ΑΕΠ) μπορεί να δανείζεται διεθνώς, έστω και με υψηλά επιτόκια, προκειμένου να διαθέτει συνάλλαγμα για να στηρίζει το νόμισμά της αγοράζοντας συνεχώς λίρες με το συνάλλαγμα αυτό (το οποίο, όμως, δεν είναι ανεξάντλητο), για να συγκρατήσει την υποτίμηση.

 Ισως η άποψη του Προέδρου για τα χαμηλά επιτόκια με επακόλουθο την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος κ.λπ. μπορεί να υπερτιμά την αναμενόμενη εισροή συναλλάγματος από την αύξηση των εξαγωγών και του τουρισμού (λόγω του υποτιμημένου εθνικού νομίσματος). Ωστόσο, ο αναπόφευκτος πληθωρισμός, δηλαδή η «ακρίβεια» στα είδη πρώτης ανάγκης, που πλήττει τους Τούρκους πολίτες, και ταυτόχρονα η πανδημία, που πλήττει και την Τουρκία (η οποία πανδημία αναμένεται να περιορίσει την αύξηση στις εξαγωγές της και την έλευση  ξένων τουριστών), μπορεί να πείσουν τον Τούρκο Πρόεδρο να αλλάξει πολιτική ή, αντίθετα, να τον οδηγήσουν να εντείνει την επιθετική ρητορική του εναντίον των γειτόνων της Τουρκίας («Γαλάζια Πατρίδα») για να  συγκαλύψει τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας. (Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, το 2020 σημειώθηκε μείωση κατά 0,2% στο ΑΕΠ της Τουρκίας, ενώ  αναμένεται αύξηση κατά 2,6% το 2021.)

(1)Τα σχετικά στοιχεία προέρχονται από τη μελέτη του Ερευνητικού Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ: Ναπ. Μαραβέγιας και Χαρ. Χρυσομαλλίδης, «Τουρκική και Ελληνική Οικονομία, μια συγκριτική ανάλυση για τις επιπτώσεις της Πανδημίας». Αθήνα, Νοέμβριος  2020.

REAL NEWS (28/03/2021)

Συνέντευξη του Ναπολέοντα Μαραβέγια στο VoltaMagazine

ΟΝαπολέων Ν. Μαραβέγιας γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά. Πήρε Πτυχίο από το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ, απ’ όπου απέκτησε D.E.A. και Doctorat d’ Etat (1983) με Άριστα. Έχει κληθεί να διδάξει σε πολλά Πανεπιστήμια της Ευρώπης όπως, της Γκρενόμπλ, της Οξφόρδης, του Παρισιού, του Μονπελιέ, της Βαλένθιας και της Βουδαπέστης σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Το 2001 τιμήθηκε με τη Λεγεώνα της Τιμής από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας για την προσφορά του στην Επιστήμη. Διετέλεσε επίσης Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης στην Υπηρεσιακή Κυβέρνηση που συγκροτήθηκε το 2012 από μη Πολιτικά Πρόσωπα κοινής αποδοχής. Από το 2013 είναι μέλος της πενταμελούς Επιστημονικής Επιτροπής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων. Από το 2019 είναι μέλος της Εθνικής Επιτροπής «Ελλάδα 2021» για την υλοποίηση δράσεων ή εκδηλώσεων στο πλαίσιο της επετείου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821.

Έχοντας πολύ καλή γνώση της ιστορίας και παρατηρώντας τη σύγχρονη Ελλάδα, πιστεύετε ότι επαναλαμβάνουμε λάθη του παρελθόντος; κι αν ναι ποια είναι;
Παρότι συνηθίζουμε να λέμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι γεγονός ότι η  δράση των κοινωνιών και των προσώπων δεν μπορεί να είναι η ίδια σε κάθε ιστορική εποχή γιατί τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές μπορεί να διακρίνει κανείς ορισμένα σταθερά χαρακτηριστικά σε κάθε λαό στην μεγάλη ιστορική περίοδο. Στην περίπτωση του Ελληνικού λαού μπορούμε να πούμε ότι έχει την τάση να διχάζεται, ίσως ευκολότερα από άλλους λαούς και να ακολουθεί τα διχαστικά κηρύγματα των ηγετών κάθε εποχής. Ίσως αυτό να είναι συνέπεια της αργοπορημένης έλευσης της νεωτερικότητας και συνεπώς της κυριαρχίας του ορθού λόγου στη χώρα μας, όπως εξάλλου και στις άλλες χώρες της Μεσογείου σε σύγκριση με τις χώρες της  Βόρειας Ευρώπης.

Κύριε Καθηγητά, σε τι συνίσταται η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης; 
Η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης μπορεί να αποδοθεί σε τέσσερις αλληλοσυνδεμένους βασικούς παράγοντες: α) στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας β) στην διαδεδομένη πίστη ότι μπορούν οι Έλληνες να ξαναφτιάξουν την ένδοξη Ελλάδα της Αρχαιότητας γ) στον συνδυασμό του ιδιοτελούς συμφέροντος των μεγάλων δυνάμεων, λόγω της γεωγραφικής θέσης μας και του ανιδιοτελούς ενδιαφέροντος των Φιλελλήνων, λόγω του λαμπρού παρελθόντος των προγόνων μας και δ) στην επίδραση των δύο ιδεολογικών παραγόντων, αφενός του Διαφωτισμού της Δύσης και αφετέρου της Ορθόδοξης Πίστης της Ανατολής.

Η Ελλάδα τότε ήταν ένα προτεκτοράτο το οποίο ο κάθε σύμμαχος χρησιμοποιούσε για τα δικά του συμφέροντα. Γνωρίζοντας σήμερα την δύναμή μας τόσο σε ενεργειακό πλούτο, γεωπολιτική θέση και άλλα, πως θα μπορούσαμε να το εκμεταλλευτούμε εμείς και να μην είμαστε παιχνίδι στα χέρια άλλων;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χώρα μας, παρότι έχασε το 1/3 του εισοδήματός της λόγω της πρόσφατης περιπέτειας της οικονομικής κρίσης και της σημερινής πανδημίας, βρίσκεται σήμερα στις τριάντα πιο αναπτυγμένες χώρες του κόσμου σε όλες σχεδόν τους δείκτες ευημερίας. Διαθέτουμε ενεργειακό πλούτο σε ήλιο και αέρα και προφανή στρατηγική γεωπολιτική θέση. Όμως, συμβαίνει να έχουμε «αρπακτικούς γείτονες» και να χρειάζεται όχι μόνο να «αιμορραγούμε» για μεγάλες αμυντικές δαπάνες, αλλά και να αναζητούμε αξιόπιστους και ισχυρούς συμμάχους για να προστατεύσουμε την εθνική μας υπόσταση. Είναι έτσι πολύ δύσκολο οι ηγέτες μας να ακολουθήσουν πιο «αδέσμευτη» εξωτερική πολιτική χωρίς να βλάψουν τα εθνικά μας συμφέροντα.

Διακόσια χρόνια μετά, οι γείτονές μας αναβιώνουν το όραμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πως ερμηνεύετε τις προκλήσεις της γείτονος;
Είναι γεγονός ότι η γειτονική μας χώρα τα τελευταία 20 χρόνια έχει αναπτυχθεί οικονομικά δημογραφικά και πολύ περισσότερο από ότι  η Χώρα μας. Στις αρχές του αιώνα μας, το ΑΕΠ της Τουρκίας ήταν διπλάσιο από αυτό της Ελλάδας και σήμερα είναι τετραπλάσιο. Ο πληθυσμός της γείτονος έφθασε σήμερα τα 85 εκατ. και ο δικός μας δεν είναι ούτε 11 εκατ. Προφανώς η Τουρκία νοιώθει ότι είναι ισχυρή και κυρίως εμφανίζεται διεθνώς ισχυρότερη από όσο πραγματικά είναι. Ο ηγέτης της γείτονος φαίνεται ότι θέλει να ξεπεράσει τον «πατέρα» της σύγχρονης  Τουρκίας τον Κεμάλ Ατατούρκ και επιθυμεί εμφανώς αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης προκειμένου να επιβεβαιώσει το μεγαλείο του σε σχέση με τον Κεμάλ. Η Χώρα μας συνεπώς χρειάζεται επαγρύπνηση και ισχυρές συμμαχίες .

Ο ρόλος των γυναικών στον Αγώνα ήταν απλά σημαντικός ή και καθοριστικός;
Ο ρόλος των γυναικών στον Αγώνα του 21 ήταν πραγματικά καθοριστικός, αν σκεφτεί κανείς τη θέση της γυναίκας την εποχή εκείνη. Δεν ήταν μόνο οι ηρωικές μορφές που ξεχώρισαν, όπως  η Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους, αλλά κυρίως ήταν οι ανώνυμες γυναίκες  που εμψύχωναν ως μητέρες και σύζυγοι τους πολεμιστές της Επανάστασης. Ήταν οι Ελληνίδες που είχαν ενστερνισθεί το πάθος για την ελευθερία και το όνειρο της δημιουργίας  της νέας Ελλάδας πάνω στα ερείπια των αρχαίων μνημείων.  Αυτό το πάθος τους ήταν καθοριστικό για την διαπαιδαγώγηση των νέων και την ενστάλαξη στις ψυχές των παιδιών τους των ιδεωδών της ελευθερίας και της αγωνιστικής διεκδίκησης της τιμής και της αξιοπρέπειας των υπόδουλων Ελλήνων.

Διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η χώρα μας περνά σήμερα δύσκολες ώρες από έναν άλλο ύπουλο εχθρό, τον κορονοϊό. Με αυτό σαν βάση, ο εορτασμός προσλαμβάνει  μια ξεχωριστή διάσταση;
Η χώρα μας δεν πρόλαβε να βγει από την τρομερή περιπέτεια της οικονομικής κρίσης και αμέσως άρχισε να αντιμετωπίζει έναν εξαιρετικά ύπουλο εχθρό και να ζει έναν ιδιότυπο πόλεμο. Η χώρα μας παλεύει με επιτυχία και με  δύσκολους όρους. Όχι μόνο γιατί  η οικονομία της εξαρτάται σημαντικά από δραστηριότητες που απαιτούν ανθρώπινη παρουσία (τουρισμός, εστίαση, διασκέδαση κλπ), αλλά και γιατί ,ταυτόχρονα, δεν διαθέτει ανεξάντλητους πόρους, λόγω της προηγούμενης οικονομικής κρίσης. Το χειρότερο είναι ότι συμπίπτει με τον εορτασμό της 200ης επετείου της μεγαλειώδους Επανάστασης του 1821 και δυστυχώς δεν επιτρέπει οι εκδηλώσεις να έχουν την λαμπρότητα που απαιτεί αυτή η επέτειος. Παρόμοιες και ακόμη χειρότερες ήταν οι συνθήκες και στην 100η επέτειο δηλ. το 1921, όταν η χώρα πολεμούσε στη Μ. Ασία λίγο πριν από την καταστροφή του 1922.

Ο εορτασμός σήμερα παρά τις δυσκολίες, πρέπει να προσλάβει και  ένα χαρακτήρα εξύμνησης της ανθεκτικότητας του έθνους τόσο στον ξεσηκωμό  του 21, όσο και στη διάρκεια των 200 ετών του ελεύθερου βίου της χώρας. Πράγματι το έθνος μας επέδειξε ανθεκτικότητα και  πέτυχε  την τελική νίκη σε όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε από το 1821 μέχρι σήμερα. Παρά τις καταστροφές, τις πτωχεύσεις, του διχασμούς, τους εμφυλίους, η Ελλάδα άντεξε όλα αυτά τα χρόνια και βγήκε νικήτρια. Σήμερα η χώρα μας είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μάλιστα στον πυρήνα της, στη ζώνη του Ευρώ και απολαμβάνει όλα τα οφέλη και τα προνόμια της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Με ευρωπαϊκή οικονομική αλληλεγγύη και με  πολιτική στήριξη στην προσπάθεια της θα ξεπεράσει και αυτή τη δυσκολία.  Έχοντας μάθει από τα παθήματά της, ελπίζουμε ότι θα ακολουθήσει μια  σταθερή αναπτυξιακή πορεία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς τις σισύφειες παλινδρομήσεις του παρελθόντος.