Ναπολέων Μαραβέγιας

Άρθρα στον τύπο

Μαραβέγιας: Εκτιμήσεις για εκρηκτικές αυξήσεις σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο – ΒΙΝΤΕΟ

Την εκτίμηση ότι οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αέριου και του πετρελαίου θα είναι εκρηκτικές έκανε ο καθηγητής της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ναπολέων Μαραβέγιας, μιλώντας στον ΑΝΤ1 και τον Νίκο Χατζηνικολάου για τις επιπτώσεις που θα έχει στην ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

«Από όλη αυτή την ιστορία, το μόνο βέβαιο είναι ο απόλυτα ζημιωμένος είναι η Ευρώπη. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Οι ΗΠΑ έχουν οικονομικά οφέλη, αλλά όχι πολιτικά. Η Ελλάδα επειδή είναι μέρος της Ευρώπης και της ΕΕ, θα έχει πολύ σοβαρά προβλήματα. Βλέπουμε ότι και μόνο η απειλή της επέμβασης της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε ανεβάσει τις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου σε πολύ υψηλά επίπεδα» ανέφερε αρχικά ο κ. Μαραβέγιας.

Και συνέχισε: «Ήδη υπάρχουν εκτιμήσεις ότι, αν τελικά αυτή η επέμβαση είναι ολοκληρωτική, θα έχουμε τιμές για το πετρέλαιο, της τάξεως των 150 δολαρίων το βαρέλι. Ανάλογες αυξήσεις θα υπάρξουν και στο φυσικό αέριο. Μιλάμε για απίστευτα ύψη που θα δημιουργήσουν στην ευρωπαϊκή οικονομία και κυρίως στη γερμανική οικονομία που εξαρτάται κατά 50% από το φυσικό αέριο της Ρωσίας.

«Το πρόβλημα στο φυσικό αέριο δεν είναι η επάρκεια, αλλά οι τιμές, οι οποίες θα ανέρχονται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Πιστέυω ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί σε κάποιο βαθμό με επιδοτήσεις πάνω σε αυτές τις τιμές. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από την ελληνική πλευρά. Η Ευρώπη θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ταμείο για να βοηθήσει κυρίως τις νότιες χώρες της ΕΕ, που είναι υπερχρεωμένες και δεν έχουν τόσο μεγάλες δημοσιονομικές δυνατότητες» συμπλήρωσε ο καθηγητής της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προβλήματα και με τα τρόφιμα

«Ήδη οι τιμές στα σιτηρά και τις ζωοτροφές έχουν πάρει την ανιούσα και θα ανέβουν ακόμα περισσότερα. Αυτές οι αυξήσεις θα επεκταθούν και στο ψωμί, τα ζυμαρικά και τα κρέατα. Πέρα από το γεγονός ότι πρέπει να υπάρξει μία κοινή ευρωπαϊκή απόφαση, πρέπει να δούμε το ζήτημα του κατά πόσο θα πρέπει να επανέλθουμε πολύ σύντομα στους δημοσιονομικούς κανόνες μετά το τέλος της πανδημίας. Επίσης υπάρχει το πρόβλημα τι θα κάνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ήδη συζητείται ότι η σκέψεις για να σταματήσει η ποσοτική χαλάρωση θα πρέπει σιγά σιγά να υποχωρούν» πρόσθεσε ο κ. Μαραβιέγιας.

Μαραβέγιας στον Realfm 97,8: Μέχρι το τέλος του 2023 θα ζήσουμε με τον πληθωρισμό

Ο καθηγητής της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών Ναπολέων Μαραβέγιας, δήλωσε για την ακρίβεια και τον πληθωρισμό στον Realfm 97,8 και στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου ότι “η αίσθηση που έχω είναι ότι αυτός ο πληθωρισμός ξεκίνησε ως πληθωρισμός ζήτησης λόγω του κορωνοϊού”.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας προσπαθήσουμε να κάνουμε την μετακίνηση από την ενέργεια που μολύνει την ατμόσφαιρα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όλο αυτό, επειδή δεν είναι εύκολο να γίνει, είναι δύσκολη υπόθεση και κάνει την προσφορά να είναι περιορισμένη” πρόσθεσε.

“Η δεύτερη φάση του πληθωρισμού είναι όταν οι υψηλές τιμές μπαίνουν στην παραγωγή” περιέγραψε.

“Θα τραβήξει αυτή η ιστορία με τον πληθωρισμό γιατί είναι πλέον ένας πληθωρισμούς κόστους. Το κόστος παραγωγής δεν είναι μόνο στα προϊόντα, υπάρχει και στις πρώτες ύλες, στα οικοδομικά είδη, μιλάμε για έκρηξη τιμών σε διάφορες αλυσίδες. Κρίνω ότι μέχρι το τέλος του 2023 θα ζήσουμε μαζί του” υπογράμμισε ο κ. Μαραβέγιας.

(REAL.GR, 21.02.2022)

Ευκαιρίες και κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία

Η χώρα μας επωφελείται από την ευνοϊκή οικονομική συγκυρία της μετά κορωνοϊόν εποχής. Ολες οι εκτιμήσεις δείχνουν αύξηση κατά 8%-9% του ΑΕΠ το 2021, ενώ οι προβλέψεις ανεβάζουν την ανάκαμψη για το 2022 σε 4%-5%. Εχει δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά θετικό κλίμα για επενδύσεις, ελληνικές και ξένες, σε σημαντικούς τομείς (ενέργεια, νέα τεχνολογία κ.λπ.), οι οποίες στηρίζονται και στις εισροές πόρων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης τα επόμενα χρόνια.

Αυτές οι αισιόδοξες προβλέψεις αφήνουν δημοσιονομικά περιθώρια για τη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος του Προϋπολογισμού από 7%-8% το 2021 σε 1,5% το 2022 και τη μετατροπή του σε πρωτογενές πλεόνασμα το 2023. Αν, μάλιστα, επιτευχθεί η αναβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας, πράγμα πολύ πιθανό, ώστε τα ελληνικά ομόλογα να αποκτήσουν επενδυτική βαθμίδα, θα γίνει πιο εύκολη και η έξοδος της χώρας μας από την ενισχυμένη εποπτεία της Ε.Ε., που την υποχρεώνει να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για να αποπληρώνει το χρέος της. Η επιστροφή στους μάλλον ηπιότερους κανόνες του Σύμφωνου Σταθερότητας το 2023 θα είναι έτσι ομαλότερη.

Βεβαίως, αυτή η εξαιρετική αναπτυξιακή πορεία των επενδύσεων και των εξαγωγών μας μπορεί να συνοδευτεί (όπως φαίνεται ήδη) από μια μεγάλη αύξηση των εισαγωγών σε αγαθά και συνεπώς από διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος, που θα μπορούσε βεβαίως να καλυφθεί από το πλεόνασμα στις εισπράξεις από τον τουρισμό, καθώς υπάρχει θετική πρόβλεψη και στον τομέα αυτόν.

Ολα τα παραπάνω συνιστούν μια σειρά από ευκαιρίες που θα μπορούσαν να απογειώσουν την ελληνική οικονομία μετά από τη δεκαετή οικονομική κρίση και την ύφεση του 2020, λόγω της πανδημίας, με τη σωρευτική απώλεια του 1/3 περίπου του ΑΕΠ. Ετσι θα μπορούσε να μειωθεί η ανεργία, να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και να αυξηθούν τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων.

Υπάρχουν, όμως, πολύ σοβαροί κίνδυνοι που προέρχονται από εξωγενείς παράγοντες, με σημαντικότερο όλων τον πληθωρισμό στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στις ΗΠΑ και στις άλλες αναπτυγμένες οικονομίες, ο οποίος είχε ξεχαστεί για πολλές δεκαετίες.

Με ρυθμό πληθωρισμού 7% στις ΗΠΑ και 5% στην ευρωζώνη στο τέλος του 2021, έναντι λιγότερου από 1% την αντίστοιχη περσινή περίοδο, τίθεται μεγάλο δίλημμα στις κεντρικές τράπεζες: πρέπει να συσφίξουν τις χαλαρές νομισματικές πολιτικές τους με τα μηδενικά επιτόκια, που είχαν ως στόχο να ενισχύσουν την ανάπτυξη τα προηγούμενα χρόνια, δεδομένου ότι μια τέτοια σύσφιξη και μια άνοδος των επιτοκίων προφανώς θα ανακόψουν την ανάκαμψη των οικονομιών τους;

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και οι κεντρικές τράπεζες των περισσότερων άλλων αναπτυγμένων χωρών (π.χ. Βρετανία, Καναδάς κ.ά.) έχουν ήδη αποφασίσει να ακολουθήσουν περιοριστική νομισματική πολιτική και να αυξήσουν τα επιτόκια, καθώς κρίνουν ότι αυτό είναι αναγκαίο για να μειωθεί ο πληθωρισμός, που φαίνεται να τροφοδοτείται και από την αύξηση των αμοιβών, χωρίς να φοβούνται ότι θα προκληθεί σοβαρή υπονόμευση της αναπτυξιακής τους πορείας, καθώς θεωρείται ότι είναι παγιωμένη.

Αντίθετα, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπάρχει «μεγάλος δισταγμός» να ακολουθηθεί η ίδια πορεία με αυτή των ΗΠΑ, επειδή εκτιμάται ότι έτσι θα ανακοπεί η εύθραυστη ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά την πανδημία και ότι θα περιοριστεί η δυνατότητα αναχρηματοδότησης του χρέους των υπερχρεωμένων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Ομως, ταυτόχρονα υποτιμάται ο κίνδυνος της διολίσθησης του ευρώ έναντι του δολαρίου (όπως ήδη φαίνεται στις διεθνείς αγορές, κατά 6%-7% τους τελευταίους μήνες) καθώς οι επενδυτές προτιμούν το δολάριο, λόγω της προσδοκίας μείωσης του αμερικανικού πληθωρισμού μέσω της αποφασισμένης σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής και της αύξησης των επιτοκίων.

Η εξέλιξη αυτή είναι προφανές ότι περιορίζει την εμβέλεια του ευρωπαϊκού κοινού νομίσματος και παράλληλα αυξάνει τις τιμές σε ευρώ αρκετών πρώτων υλών (πετρέλαιο, βασικά προϊόντα κ.λπ.) που τιμολογούνται σε δολάρια, πράγμα που ενισχύει τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη. Από την άλλη, οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας στην Ουκρανία δημιουργούν έναν επιπλέον κίνδυνο ακόμη μεγαλύτερης αύξησης της τιμής του φυσικού αερίου, από το οποίο εξαρτάται ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της γερμανικής οικονομίας.

Μετά από όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ξεπεράσει τους δισταγμούς της, αν ο πληθωρισμός συνεχιστεί, πράγμα πολύ πιθανό. Σημειώνεται ότι ο πληθωρισμός ξεκίνησε ως πληθωρισμός ζήτησης μετά την πανδημία, λόγω υπερβάλλουσας ζήτησης σε σχέση με τη μειωμένη προσφορά, αλλά εξελίχθηκε και σε πληθωρισμό κόστους, καθώς οι αυξημένες τιμές της ενέργειας, των πρώτων υλών, των μεταφορικών κ.λπ. ανεβάζουν το κόστος παραγωγής σχεδόν σε όλα τα προϊόντα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν αυξηθεί και οι αμοιβές.

Συνεπώς, αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συσφίξει τη νομισματική της πολιτική και αυξήσει τα επιτόκια, τότε και η χώρα μας θα αρχίσει να δυσκολεύεται στην αναχρηματοδότηση του χρέους της, ενώ η ευνοϊκή αναπτυξιακή της πορεία μπορεί να ανακοπεί λόγω των υψηλότερων επιτοκίων. Ετσι, όλες οι προβλέψεις και οι σχεδιασμοί για την ελληνική οικονομία μπορεί να αναθεωρηθούν.

(REAL.GR, 07/02/2022)

Σταθερότητα με προϋποθέσεις

Η περιπέτεια της κρίσης στην Ελλάδα και στις άλλες ευπαθείς οικονομίες της ευρωζώνης και η πανδημία έχουν αλλάξει σημαντικά την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης.

Ηένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη υποστηρίχθηκε και από τα δύο πολιτικά κόμματα εξουσίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90, που τότε εκπροσωπούσαν περίπου 85% των ελλήνων πολιτών. Χάρη στην προσήλωση του ελληνικού λαού στον μεγάλο ευρωπαϊκό στόχο, στη συγκυριακή αποφυγή των εκλογικών κύκλων δημοσιονομικής χαλάρωσης στις εκλογές του 1993, του 1996 και του 2000, στην αφθονία των πόρων από τα Ευρωπαϊκά Ταμεία προς την Ελλάδα και στη σταθερή προετοιμασία της χώρας, από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992 μέχρι και το 2001, από όλες τις κυβερνήσεις (της ΝΔ μέχρι το 1993 και του ΠΑΣΟΚ στη συνέχεια) τα μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας κάλυψαν σχεδόν τα γνωστά κριτήρια της Συνθήκης.

Στις 3/1/2002 άρχισε να κυκλοφορεί και στη χώρα μας το ευρώ, με μεγάλο ενθουσιασμό και αισιοδοξία ότι το πολιτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις της ευρωζώνης, παρότι η νομισματική ένωση δεν συνοδευόταν από δημοσιονομική ένωση. Υποβαθμίστηκε το ενδεχόμενο μια μόνιμη παρέκκλιση από τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (3% έλλειμμα και 3% πληθωρισμό) να οδηγήσει σε μεγάλη δυσκολία τη χώρα μας, χωρίς να έχει, με βάση τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, την αυτόματη βοήθεια των εταίρων της, ούτε να μπορεί να δανεισθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, λόγω του καταστατικού της.

Δυστυχώς, μετά την υιοθέτηση του ευρώ το 2002 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας, η Ελλάδα, παρά τις αναπτυξιακές της επιδόσεις, δεν κατόρθωσε για πολλούς λόγους2 να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, τόσο στο ζήτημα των ελλειμμάτων, όσο και στο ζήτημα του πληθωρισμού. Ετσι, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά στην παγκόσμια οικονομική κρίση με πολύ μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό και τις εξωτερικές πληρωμές να αντιμετωπίζει τη ραγδαία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού στις διεθνείς αγορές το 2010 χωρίς, όπως αναφέρθηκε, άμεση βοήθεια από την ευρωζώνη. Η συνέχεια είναι γνωστή. Με τα τρία Μνημόνια, μέχρι και το 2018, οι εταίροι και δανειστές μας έσωσαν την Ελλάδα από τη χρεοκοπία, αλλά οδήγησαν σε μείωση του ΑΕΠ κατά 25% και σε ενισχυμένη εποπτεία την ελληνική οικονομία με υποχρέωση επώδυνων πρωτογενών πλεονασμάτων στον προϋπολογισμό, λόγω της διόγκωσης του δημόσιου χρέους, πράγμα που ανέστειλε η πανδημία.

Η περιπέτεια της κρίσης στην Ελλάδα και στις άλλες ευπαθείς οικονομίες της ευρωζώνης και η πανδημία έχουν αλλάξει σημαντικά την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης. Εχει δημιουργηθεί πλέον ο ESM (Μόνιμος Μηχανισμός Σταθεροποίησης) έστω με ανεπαρκή κεφάλαια, έχει προχωρήσει σημαντικά η τραπεζική ένωση και κυρίως έχει γίνει αποδεκτό πλέον, με το Ταμείο Ανάκαμψης, ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να δανείζεται από τις αγορές ως σύνολο και όχι η κάθε χώρα ξεχωριστά. Επίσης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προχωρήσει σε έμμεσο δανεισμό των χωρών – μελών της ευρωζώνης μέσω αγορών κρατικών τίτλων από τη δευτερογενή αγορά, πράγμα που έχει οδηγήσει τα επιτόκια του διεθνούς δανεισμού σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα και στη χώρα μας. Επιπλέον, στις σημερινές συνθήκες (νέα κυβέρνηση στη Γερμανία, πιθανή επανεκλογή Μακρόν στη Γαλλία, κυριαρχία Ντράγκι στην Ιταλία), οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης αναμένεται να χαλαρώσουν, ώστε να είναι ευχερέστερη η τήρησή τους. Συνεπώς η πορεία των λιγότερο ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης, όπως είναι η ελληνική, προοιωνίζεται ασφαλής, μέσα σε συνθήκες σταθερότητας και ενίσχυσης της ανάπτυξής της, όχι μόνο από τα Ευρωπαϊκά Ταμεία, αλλά και από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Ερευνητικό Κέντρο Οικονομικής Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τέως υπουργός

(1, 2) βλ. Μαραβέγιας, Ν. «Το Ιστορικό μιας Προαναγγελθείσας Κρίσης: Μια Ανέτοιμη Ελλάδα σε μια Ατελή Οικονομική Ενωση,» (σε συνεργασία με Δ. Κατσίκα) Επιστημονικό Συνέδριο: 1962-2012: 50 Χρόνια Ευρωπαϊκής Πορείας της Ελλάδας, Απολογισμός και Προοπτικές, Αθήνα, 31 Μαΐου 2012

(ΤΑ ΝΕΑ, 10/01/2022)

Έτος μετάβασης από την πανδημία στην ανάπτυξη

Η τρέχουσα χρονιά χαρακτηρίζεται παγκοσμίως από την επιστροφή της οικονομίας στα προ πανδημίας επίπεδα. Τόσο στη χώρα μας όσο και στην ευρωζώνη η ανάκαμψη του 2021 καλύπτει σχεδόν την ύφεση του 2020.

Κάθε μεταβατική περίοδος χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα αλλά και ελπίδα. Η παλιά κατάσταση είναι γνωστή, αλλά η καινούργια προς την οποία μεταβαίνουμε είναι πάντοτε άγνωστη. Ειδικότερα όσον αφορά την οικονομία, η μετάβαση από την πανδημία στην ανάπτυξη στη διάρκεια του 2022 χαρακτηρίζεται από νέα δεδομένα, απροσδιόριστα ακόμη, καθώς οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας, αρνητικές αλλά και θετικές, δεν έχουν ακόμη πλήρως εκτιμηθεί.

Η τρέχουσα χρονιά χαρακτηρίζεται παγκοσμίως από την επιστροφή της οικονομίας στα προ πανδημίας επίπεδα. Τόσο στη χώρα μας όσο και στην ευρωζώνη η ανάκαμψη του 2021 καλύπτει σχεδόν την ύφεση του 2020. Το ερώτημα είναι τι αναμένεται να συμβεί το 2022, αν βεβαίως οι νέες μεταλλάξεις του κορωνοϊού δεν μας επιφυλάσσουν εκπλήξεις που, παρά τις ιατρικές επιτυχίες του εμβολίου και της θεραπείας, μπορεί να συνεχίσουν να απειλούν την πλήρη επανεκκίνηση της οικονομίας, πράγμα που αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή αβεβαιότητας.

Μια άλλη πηγή αβεβαιότητας αποτελεί η άνοδος των τιμών. Η άνοδος των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών, δηλαδή ο πληθωρισμός, αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί επηρεάζει το επίπεδο διαβίωσης ολόκληρου του πληθυσμού σε κάθε χώρα. Οι νεότερες γενιές δεν είχαν ζήσει το φαινόμενο αυτό, καθώς δεν είχε εμφανιστεί από τη δεκαετία του ’70. Οι εκτιμήσεις για το 2021 στις ΗΠΑ υπολογίζουν τον πληθωρισμό στο 7%, στην ευρωζώνη στο 6% και στη χώρα μας στο 5% περίπου, ενώ τα τελευταία χρόνια σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες βρισκόταν κάτω από 2%.

Προφανώς το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το φαινόμενο αυτό θα συνεχισθεί εντεινόμενο μέσα στο 2022 ή αντίθετα θα αποδυναμωθεί, καθώς θα αποκαθίσταται η ισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο, που έχει διαταραχθεί λόγω της πανδημίας, όπως υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό είναι πιθανό, καθώς οι εργατικές διεκδικήσεις για αύξηση των μισθών στο ύψος του πληθωρισμού, οι οποίες θα τον συντηρούσαν, φαίνονται μάλλον υποτονικές σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70. Αντίθετα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θεωρεί ότι ο πληθωρισμός μπορεί να διαρκέσει περισσότερο και συνεπώς χρειάζονται άμεσα οικονομικά μέτρα για τη συγκράτησή του.

Οπως είναι γνωστό, πριν από αρκετά χρόνια, τόσο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχουν ακολουθήσει χαλαρή νομισματική πολιτική με άφθονη νομισματική κυκλοφορία, μέσω της αγοράς κρατικών τίτλων, άμεσα ή έμμεσα, με μηδενικά σχεδόν επιτόκια και με στόχο την υποστήριξη της αναιμικής ανάπτυξης μετά την οικονομική κρίση. Ιδιαίτερα στην περίοδο της πανδημίας τα προγράμματα αυτά εντάθηκαν για να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη ύφεση, ενώ η ΕΚΤ αποφάσισε ένα έκτακτο πρόγραμμα αγοράς κρατικών τίτλων (PEPP) ακόμη και χωρίς επενδυτική βαθμίδα, όπως είναι τα ελληνικά ομόλογα.

Σύμφωνα με τη θεωρία και την εμπειρία, η συγκράτηση του πληθωρισμού μπορεί να γίνει με τον περιορισμό της νομισματικής χαλάρωσης και την αύξηση των επιτοκίων, πράγμα όμως που δυσχεραίνει την αναπτυξιακή διαδικασία. Ετσι, ήδη η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο πληθωρισμός περιόρισε δραστικά τα προγράμματα αγοράς κρατικών τίτλων και ανακοίνωσε αύξηση των επιτοκίων το 2022, καθώς θεωρεί ότι ο αναπτυξιακός ρυθμός της αμερικανικής οικονομίας έχει παγιωθεί και δεν θα υποστεί πλήγμα.

Αντίθετα στην Ευρώπη η ΕΚΤ είναι περισσότερο διστακτική να προχωρήσει σε μια παρόμοια με τις ΗΠΑ νομισματική πολιτική, καθώς θεωρεί ότι η ανάπτυξη στην ευρωζώνη είναι εύθραυστη. Ωστόσο σύντομα (Μάρτιο 22) θα τερματίσει το έκτακτο πρόγραμμα αγορών τίτλων, λόγω της πανδημίας (PEPP), και έτσι δεν θα αγοράζει πλέον αδιαβάθμητους κρατικούς τίτλους, όπως είναι οι ελληνικοί, ενώ ταυτόχρονα θα αυξήσει τις αγορές της στο κανονικό της πρόγραμμα (APP).

Παρά τις πολύ καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, καθώς το 2022 εκτιμάται από πολλές πλευρές (ΟΟΣΑ, ΕΕ, διεθνείς οίκους) ότι η ανάπτυξη θα πλησιάσει το 5%, ότι θα περιορισθούν δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ότι θα μειωθεί το σημερινό πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα από 7% στο 2,5% ΑΕΠ, δεν φαίνεται ότι τα ελληνικά ομόλογα θα αναβαθμισθούν από τους διεθνείς οίκους μέσα στο επόμενο έτος. Αν η ΕΚΤ σταματήσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα, αυτό θα σημάνει και την άμεση άνοδο των επιτοκίων τους, με σοβαρές συνέπειες για την ελληνική οικονομία. Ομως η ΕΚΤ πρόσφατα δεσμεύτηκε, εκτιμώντας την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας, να επανεπενδύει, ακόμη και να αγοράζει κατ’ εξαίρεση ελληνικά ομόλογα ώστε να μην αυξηθούν τα επιτόκιά τους μέχρι το 2023, που, όπως αναμένεται, θα αποκτήσουν επενδυτική βαθμίδα.

Ωστόσο, πέρα από τα κρατικά ομόλογα, ο αναπόφευκτος περιορισμός της νομισματικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ θα οδηγήσει όλα τα επιτόκια δανεισμού στην ευρωζώνη και στην Ελλάδα σε υψηλότερα επίπεδα, πράγμα που θα επηρεάσει αρνητικά την αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας μας τα επόμενα χρόνια. Επιπλέον αναμένεται μέχρι το 2023 επιστροφή στους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας (που λόγω πανδημίας δεν ισχύουν), πιθανότατα με λιγότερο περιοριστικούς όρους, πράγμα που θα «στενέψει» σε κάθε περίπτωση τα περιθώρια δημοσιονομικής διαχείρισης στην ευρωζώνη και στην Ελλάδα. Συνεπώς, η ταχύτητα απορρόφησης των άφθονων πόρων των Ευρωπαϊκών Ταμείων (70 δισ.) και ιδίως του Ταμείου Ανάκαμψης (30 δισ.), προκειμένου να κινητοποιήσουν και ιδιωτικές επενδύσεις, γίνεται πλέον απόλυτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής της χώρας.

Βεβαίως, όλα τα παραπάνω μπορεί να ανατραπούν αν, όπως αναφέρθηκε, υπάρξει μια νέα έξαρση της πανδημίας, πράγμα που μπορεί να έχει απροσδιόριστες συνέπειες για την παγκόσμια, την ευρωπαϊκή και βέβαια για την ελληνική οικονομία.

Ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός.

(ΤΟ ΒΗΜΑ, 06.01.2022)

Απολογισμός και προοπτικές για το 2022

Καθώς ξεκινά το 2022, όπου θα κυριαρχήσει επιθετικά η παραλλαγή «Ομικρον» του κορωνοϊού, είναι χρήσιμο να επιχειρηθεί ένας συνοπτικός απολογισμός των σημαντικότερων συνεπειών της πανδημικής κρίσης τα δύο πρώτα χρόνια, 2020 και 2021, στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και να ιχνηλατηθούν οι προοπτικές της.

Η πρώτη επίπτωση της πανδημίας στην πολιτική είναι ο περιορισμός της ελευθερίας, με την επιβολή περιοριστικών μέτρων από το κράτος, ακόμη και σε χώρες με φιλελεύθερη παράδοση, όπως είναι οι βορειότερες χώρες της Ευρώπης, πράγμα που οδηγεί σε κινήματα υπεράσπισης της ελευθερίας των πολιτών. Ταυτόχρονα, η πανδημία υποκινεί υπόγεια ρεύματα προνεωτερικών αντιλήψεων με μεταφυσικού περιεχομένου δοξασίες, κυρίως σε χώρες ύστερης ανάπτυξης του ορθολογισμού, όπως είναι τα Βαλκάνια και οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ενώ οι συχνές παλινωδίες της κρατικής παρέμβασης κλονίζουν την αναγκαία εμπιστοσύνη όλων των πολιτών στο κράτος.

Η δεύτερη συνέπεια της πανδημίας είναι η επιβεβαίωση της κυριαρχίας του εθνικού κράτους, με εθνικά μέτρα προστασίας και ελέγχους στα εθνικά σύνορα, η οποία φαινόταν να υποχωρεί στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Βέβαια, η ταχύτατη διάδοση της πανδημίας μεταξύ των χωρών είναι απότοκος της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής και κοινωνικής ζωής των ανθρώπων. Και όμως, οι περιορισμοί στο εθνικό επίπεδο υποδηλώνουν ότι το εθνικό κράτος είναι ακόμη υπαρκτό και ισχυρό.

Η τρίτη συνέπεια της πανδημίας αφορά την οικονομική πολιτική του κράτους. Προς το κράτος στρέφονται οι πολίτες, προκειμένου να αποζημιωθούν από την οικονομική καταστροφή που προκαλεί η πανδημία σε πολλούς κλάδους παραγωγής (μεταφορές ανθρώπων, τουρισμός, εστίαση, ψυχαγωγία κ.λπ.). Το κράτος, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο κόσμο, αναβιώνει την κεϋνσιανή οικονομική πολιτική με τεράστιες κρατικές δαπάνες και συνεπώς δημοσιονομικά ελλείμματα, ακόμη και σε χώρες-φρουρούς της αυστηρής δημοσιονομικής διαχείρισης, όπως π.χ. η Γερμανία.

Σημειώνεται ακόμη ότι η πανδημία ενίσχυσε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, καθώς η οικονομική πολιτική των κρατών της Ευρώπης συμπληρώθηκε με αλληλεγγύη από την Ευρωπαϊκή Ενωση με τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εφάρμοσε πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης αγοράζοντας κρατικούς τίτλους από όλες τις χώρες-μέλη, ακόμη και από αυτές των οποίων τα ομόλογα δεν έχουν επενδυτική βαθμίδα, όπως η Ελλάδα, προκειμένου με φθηνό χρήμα να διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη.

Στο επίπεδο της διάρθρωσης της οικονομίας, η σημαντικότερη επίπτωση είναι η όξυνση των ανισοτήτων μεταξύ των τομέων και κλάδων μιας οικονομίας. Οι κλάδοι της πληροφορικής και των επικοινωνιών αναπτύχθηκαν ραγδαία, ενώ αντίθετα οι πιο παραδοσιακοί κλάδοι του τουρισμού και της εστίασης επλήγησαν πολύ σοβαρά. Οι ανισότητες δεν αφορούν μόνο το εσωτερικό των χωρών, αλλά επεκτείνονται και μεταξύ των χωρών που παράγουν προϊόντα ψηφιακής τεχνολογίας και αυτών που τα χρησιμοποιούν, διευρύνοντας έτσι το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και υποανάπτυκτων χωρών.

Επιπλέον, ο τομέας της ενέργειας επλήγη αρχικά από τα περιοριστικά μέτρα μετακίνησης των ανθρώπων και γενικότερα από τη μείωση της παραγωγής διεθνώς, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου για να συγκρατηθεί η πτώση των τιμών τους. Στη συνέχεια, όμως, μετά τους εμβολιασμούς, η απότομη αύξηση της ζήτησης οδήγησε σε αύξηση των τιμών μέσα σε ένα περιβάλλον που ευνοεί την κερδοσκοπία και τα γεωπολιτικά παίγνια. Παρόμοια εξέλιξη (μείωση παραγωγής αρχικά και απότομη αύξηση της ζήτησης μετά) υπήρξε στις πρώτες ύλες και στα βασικά αγροτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών τους και την αναβίωση του πληθωρισμού της δεκαετίας του 1970 σε χώρες στις οποίες είχε ξεχαστεί (Ευρώπη, ΗΠΑ κ.λπ.).

Μεγάλο δίλημμα της οικονομικής πολιτικής είναι το αν πρέπει να περιοριστεί η νομισματική ποσοτική χαλάρωση και να αυξηθούν τα επιτόκια, προκειμένου να τιθασευτεί ο πληθωρισμός. Αυτό θα προκαλέσει σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής ανάκαμψης, που είναι αναγκαία μετά την καθήλωση της οικονομίας λόγω της πανδημίας, ενώ θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τις υπερχρεωμένες χώρες ( π.χ. Ελλάδα). Το άλλο μεγάλο δίλημμα είναι αν πρέπει τα κράτη να επιβάλουν και πάλι σοβαρά περιοριστικά μέτρα προστασίας που θα πλήξουν την οικονομία και θα οδηγήσουν σε νέες κρατικές παροχές, σε δημιουργία νέων ελλειμμάτων και σε συσσώρευση νέων χρεών.

Τέλος, η επίπτωση της πανδημίας στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων μελετάται από τους ειδικούς. Η περισσότερο προφανής είναι ότι ο εγκλεισμός έχει οδηγήσει πολλούς ανθρώπους σε κατάθλιψη, ενώ έχει αυξήσει την επιθετικότητα, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Ο φόβος της αρρώστιας έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση των ανθρώπων, πράγμα που δεν συνάδει με την ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία. Ταυτόχρονα, οι θάνατοι από τον κορωνοϊό και η αποφυγή νέων γεννήσεων εντείνουν το δημογραφικό μαρασμό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα.

Στο κατώφλι της νέας χρονιάς, του 2022, οι προοπτικές εξέλιξης της πανδημίας δεν μπορούν να εκτιμηθούν με ασφάλεια. Υπάρχουν, όμως, μερικές ελπιδοφόρες ενδείξεις ότι η νέα παραλλαγή «Ομικρον», ενώ είναι πολύ περισσότερο μεταδοτική, είναι ίσως λιγότερο επιβλαβής για την υγεία. Αυτό ίσως σημαίνει ότι μια νεότερη παραλλαγή μπορεί να μη διαφέρει από τη συνηθισμένη γρίπη, πράγμα που μάλλον θα οδηγήσει στο τέλος της πανδημίας το 2022. Ομως, οι συνέπειές της στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία θα παραμείνουν.

REAL.GR (3/1/2022)

Δυνατότητες και περιορισμοί της ελληνικής οικονομίας

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της τρέχουσας περιόδου είναι η αβεβαιότητα στη διεθνή οικονομία. Από τη μια πλευρά η υγειονομική κρίση, λόγω της πανδημίας, συνεχίζεται σε πολλές χώρες, παρά τους εμβολιασμούς, και από την άλλη πλευρά η πληθωριστική έξαρση εμφανίζεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα, όπως η ΗΠΑ, η Κίνα, η Γερμανία κ.ά.

Το γεγονός ότι πολύ ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες πλήττονται ακόμη από τον κορωνοϊό αφήνει περισσότερα περιθώρια για να συνεχιστεί η χαλαρή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της ευρωζώνης. Ετσι, η επιστροφή στους δημοσιονομικούς περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας φαίνεται να απομακρύνεται, ενώ η ποσοτική χαλάρωση δείχνει να συνεχίζεται για ένα διάστημα, παρά την αύξηση του πληθωρισμού που έφθασε στο 4,5% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη. Αυτό οφείλεται στο ότι οι φόβοι να ανακοπεί η ανάκαμψη σε Ευρώπη και ΗΠΑ, λόγω αύξησης των επιτοκίων δανεισμού και περιορισμού της ποσοτικής χαλάρωσης, κυριαρχούν σήμερα τόσο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Αυτή η εξέλιξη αφήνει περιθώρια στην ελληνική οικονομία να απολαμβάνει ακόμη χαμηλά επιτόκια δανεισμού και έτσι να προβλέπεται μια δυναμική ανάκαμψη για το 2021 στο 7% περίπου και για το 2022 στο 4,5%. Αναμένεται, επίσης, μείωση του ελλείμματος που σήμερα φθάνει το 8% του ΑΕΠ, έναντι 6% στην ευρωζώνη και 15% στις ΗΠΑ, Παράλληλα ο πληθωρισμός εμφανίζεται κάπως χαμηλότερος στη χώρα μας, περίπου 3%, έναντι 4,5% στην ευρωζώνη και 6% στις ΗΠΑ. Προφανώς, όλες αυτές οι προβλέψεις είναι εξαιρετικά επισφαλείς, καθώς βρίσκονται υπό την αίρεση να εξισορροπηθούν η παγκόσμια προσφορά και η ζήτηση και να υποχωρήσουν οι πληθωριστικές πιέσεις μέχρι το τέλος του 2022.

Βεβαίως, οι διεθνείς αγορές βρίσκονται σε αναταραχή και, σε κάποιο βαθμό, προεξοφλούν τις πληθωριστικές εξελίξεις ανεβάζοντας, όμως, ελαφρά τα επιτόκια δανεισμού, επειδή οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης και των ΗΠΑ συνεχίζουν την ίδια χαλαρή νομισματική πολιτική μέχρι να πειστούν ότι δεν κινδυνεύει η ανάκαμψη, ελπίζοντας ότι αυτή θα συμβάλει στην αύξηση της παραγωγής και θα εξισορροπήσει την αύξηση της ζήτησης, ώστε να υποχωρήσει το πληθωριστικό κύμα.

Εχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η Κίνα κατηγορεί τις ΗΠΑ και την ευρωζώνη ότι με τη χαλαρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική που ακολουθούν είναι υπεύθυνες για τον παγκόσμιο πληθωρισμό. Αντίθετα, η Δύση (Ευρώπη και ΗΠΑ) θεωρούν ότι η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της Κίνας περιόρισε την παραγωγή της και συνέβαλε στην αύξηση των τιμών, καθώς αυξάνεται η ζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μια άλλη πλευρά που συνδέεται με τον πληθωρισμό είναι η αγορά εργασίας στην Κίνα, στις ΗΠΑ και στην ευρωζώνη, όπου μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχουν πιέσεις για υψηλότερες αμοιβές. Ωστόσο, αν ο πληθωρισμός συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα, η αύξηση του κόστους διαβίωσης θα οδηγήσει σε αύξηση των αμοιβών στις χώρες αυτές, αλλά προφανώς και στη χώρα μας.

Μια διέξοδος τόσο για την αύξηση του πληθωρισμού όσο και των αμοιβών είναι προφανώς η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αν δεν υπάρξει στις ΗΠΑ στην Ευρώπη και βέβαια στη χώρα μας ένα μαζικό κύμα επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες στην πράσινη και την ψηφιακή οικονομία, που θα μειώσουν το κόστος παραγωγής και θα επιτρέψουν αύξηση των αμοιβών χωρίς πληθωριστικές συνέπειες.

Ομως, στην τρέχουσα περίοδο η στροφή προς τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που περιορίζουν τη χρήση των ρυπογόνων υδρογονανθράκων, λόγω της κλιματικής κρίσης, προφανώς δεν διευκολύνει τη μείωση του κόστους παραγωγής με τις συμβατικές τεχνολογίες.

Φαίνεται, συνεπώς, ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με απροσδιόριστες διεθνείς εξελίξεις που μπορεί να έχουν και θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Χρειάζεται συνεπώς εγρήγορση, πολιτική και διαχειριστική ικανότητα στη διακυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να συνεχιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και να εξασφαλιστεί η απαραίτητη κοινωνική συναίνεση.

REAL.GR (22/11/2021)

Στον αστερισμό της αβεβαιότητας

Μαζί με την αβεβαιότητα για την εξέλιξη της πανδημίας, προστίθεται, εδώ και μερικούς μήνες και η νέα αβεβαιότητα για την εξέλιξη του πληθωρισμού, καθώς είναι γνωστό, ότι ούτε η Ιατρική επιστήμη ούτε η Οικονομική επιστήμη μπορούν να διατυπώσουν ασφαλείς προβλέψεις.

Στην περίπτωση της υγείας προκύπτουν αστάθμητοι και άγνωστοι βιολογικοί παράγοντες που μπορεί να ανατρέψουν οποιαδήποτε πρόβλεψη όπως πχ. για την εξέλιξη της πανδημίας, αλλά ακόμη και για εξέλιξη μιας απλής γρίπης. Με τον ίδιο τρόπο και στην περίπτωση της οικονομίας μπορεί να παρεμβληθούν απρόσμενοι κοινωνικοί παράγοντες που μπορούν να εκτρέψουν οποιαδήποτε πρόβλεψη, όπως πχ στην περίπτωση της πορείας του σημερινού πληθωριστικού φαινομένου. Τόσο η Ιατρική, όσο και η Οικονομική επιστήμη μπορούν να εξηγήσουν σε μεγάλο βαθμό τα αίτια της εκδήλωσης των φαινομένων της πανδημίας και του πληθωρισμού, αντιστοίχως, και να προτείνουν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπισή τους, αλλά δεν μπορούν να συλλάβουν όλους εκείνους τους παράγοντες που διαμορφώνουν την εξέλιξή τους μέσα στο χρόνο.

Εξάλλου, γι αυτό διαψεύδονται συνεχώς όσοι προβλέπουν το τέλος ή την ύφεση της πανδημίας ή αντίθετα την όξυνσή της, καθώς η πανδημία στη χώρα μας, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο ακολουθεί το δικό της δρόμο και δυστυχώς βρίσκεται συνεχώς μαζί μας. Παρομοίως και όσοι προβλέπουν το τέλος του πληθωριστικού φαινομένου δεν είναι δυνατόν να διεκδικούν με ασφάλεια την εκπλήρωση των προβλέψεών τους, ότι θα υποχωρήσει μέσα στον επόμενο χρόνο. Η πρόβλεψη, ωστόσο, για σύντομο τέλος των ανατιμήσεων περιορίζει τις πληθωριστικές προσδοκίες και συμβάλλει έτσι στην αποκλιμάκωση τους, πράγμα που δεν ισχύει στην περίπτωση της πανδημίας.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της αβεβαιότητας που περιγράψαμε, κατατέθηκε ο Προϋπολογισμός της χώρας μας. Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα διατυπώνονται προβλέψεις για ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 7% για το τρέχον έτος και 4,5% για το 2022 σαφώς υψηλότερα από τα αντίστοιχα μέσα ποσοστά της Ευρωζώνης. Όμως οι προβλέψεις αυτές προϋποθέτουν προφανώς ύφεση της πανδημίας με εμβολιασμούς και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού με διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού που θα επιτρέψει την απρόσκοπτη οικονομική ανάπτυξη. Μόνο έτσι θα έχουμε αύξηση των εξαγωγών, της εσωτερικής κατανάλωσης και κυρίως των επενδύσεων που είναι απαραίτητες για να επιτευχθούν οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης με τη συνδρομή προφανώς των ευρωπαϊκών κονδυλίων, τόσο του Ταμείου Ανάκαμψης, όσο και των Διαρθρωτικών Ταμείων.

Αυτή τη στιγμή όμως αυτό που μπορούμε με ασφάλεια να διατυπώσουμε είναι ελπίδα και η ευχή να εξελιχθεί και η πανδημία και ο πληθωρισμός σύμφωνα με τις προβλέψεις και να επιτευχθούν οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης προς όφελος της χώρας μας και των πολιτών της.

  • Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι Καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρώην Υπουργός

(24/10/2021)

Η επόμενη μέρα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας

Η αγροτική οικονομία της χώρας μας είχε ήδη υποστεί τις συνέπειες της δεκαετούς σχεδόν οικονομικής κρίσης, τόσο στο επίπεδο του όγκου παραγωγής όσο και των εισοδημάτων των αγροτών που παρέμειναν σε στασιμότητα

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα η ελληνική αγροτική οικονομία φαίνεται να υφίσταται λιγότερες απώλειες από την πανδημία σε σύγκριση με άλλους τομείς και κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι η εστίαση και η διανομή τροφίμων βρίσκονται στο «μάτι του κυκλώνα», η παραγωγή  των αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων δεν μειώθηκε.

Η κατανάλωση των νοικοκυριών στράφηκε σε κάποιο βαθμό από τα εστιατόρια προς το φαγητό στο σπίτι και συνεπώς στα καταστήματα τροφίμων. Βεβαίως, η μεγάλη μείωση των ξένων τουριστών που επισκέφθηκαν τη χώρα μας το 2020 είχε σημαντική αρνητική συνέπεια στην εστίαση και συνεπώς σημειώθηκε μείωση της ζήτησης αγροδιατροφικών προϊόντων από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. Γενικότερα, η μείωση της εγχώριας κατανάλωσης, αφενός μείωσε  τις εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων και αφετέρου έστρεψε την εγχώρια παραγωγή προς τις εξαγωγές με θετικό αποτέλεσμα την ισοσκέλιση του εμπορικού ισοζυγίου αγροδιατροφικών προϊόντων το 2020 για πρώτη φορά μετά την ένταξή μας στην ΕΕ (1981).

Η αγροτική οικονομία της χώρας μας είχε ήδη υποστεί τις συνέπειες της δεκαετούς σχεδόν οικονομικής κρίσης, τόσο στο επίπεδο του όγκου παραγωγής όσο και των εισοδημάτων των αγροτών που παρέμειναν σε στασιμότητα. Στο επίπεδο των επενδύσεων, το ύψος του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στον αγροτικό τομέα, όχι μόνο δεν αυξήθηκε, αλλά μειώθηκε κατά 10% στην περίοδο της κρίσης 2009-2016. Αυτή η εξέλιξη υπονόμευσε την παραγωγική ικανότητα της ελληνικής γεωργίας για το μέλλον. Λίγες εκμεταλλεύσεις κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους, καθώς οι ακαθάριστες επενδύσεις φθάνουν μόνο στο 16% του αγροτικού ΑΕΠ έναντι 35% στον μ.ό. της ΕΕ27.

Είναι συνεπώς αναμενόμενο, η αύξηση της παραγωγικότητας της αγροτικής εργασίας να είναι μηδενική στα χρόνια της κρίσης (2009-2016) έναντι αύξησης κατά 2,5% ετησίως στην ΕΕ28. Ετσι τα εισοδήματα των ελλήνων αγροτών  εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τις  ενισχύσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Πράγματι, οι ενισχύσεις αυτές ως ποσοστό του αγροτικού ΑΕΠ έφθασαν στο 40% περίπου (έναντι 30 % στον μ.ό. της ΕΕ) και διατήρησαν το αγροτικό εισόδημα χωρίς  απώλειες στην κρίσιμη περίοδο. (1)

Ομως, μόνο η αύξηση της παραγωγικότητας εξασφαλίζει εισοδήματα στους αγρότες, χωρίς να εξαρτώνται υπέρμετρα από τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις. Εξάλλου, οι ενισχύσεις αυτές είναι μειωμένες στην περίοδο 2021-2027 και μπορεί να περικοπούν στο μέλλον μέχρι και 40%, όταν ισχύσει η «εξωτερική σύγκλιση» δηλαδή η αναλογική κατανομή των άμεσων ενισχύσεων της ΚΑΠ μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ.

Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει αντιληφθεί την ανάγκη να υπάρξει μία μεγάλη προσπάθεια από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και βέβαια από τους ίδιους τους αγρότες για την παραγωγική αναβάθμιση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, ξεκινώντας από τη βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου, μέσω της επαγγελματικής εκπαίδευσης – μόνο 3% των αγροτών μας διαθέτει τέτοια εκπαίδευση – και την ενίσχυση των επενδύσεων.

Απαιτούνται παρεμβάσεις με την ενίσχυση της ΚΑΠ και του Ταμείου Ανάκαμψης για τη μείωση του κόστους παραγωγής, την κατάρτιση των αγροτών σε καινοτομικές και περιβαλλοντικά φιλικές μεθόδους παραγωγής, την ορθολογική διαχείριση των εκμεταλλεύσεων με χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας, την αναβάθμιση των μηχανισμών συμβουλευτικής στήριξης των αγροτών, την ενίσχυση των επιχειρηματικών ατομικών και συλλογικών πρωτοβουλιών (ομάδων παραγωγών και συνεταιρισμών) και την ανάπτυξη  των πιο δυναμικών κλάδων του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα, ακολουθώντας τις τάσεις της εγχώριας και της διεθνούς αγοράς.

Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Οικονομίας στο ΕΚΠΑ, πρώην υπηρεσιακός υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ο Γιάννης Ελ. Δούκας είναι εκλεγμένος επίκουρος καθηγητής Οικονομίας στο ΕΚΠΑ

TA NEA (15.10.2021)

Ν. Μαραβέγιας: Η Ευρώπη ενώπιον παγκόσμιων γεωπολιτικών εξελίξεων

Τις τελευταίες μέρες πυκνώνουν οι παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Βρετανίας και Αυστραλίας, αγνοεί την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ακύρωση της παραγγελίας των γαλλικών υποβρυχίων δεν είναι μόνο μεγάλη οικονομική ζημία για τη Γαλλία, αλλά και μεγάλη αποτυχία της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.

Οι μετατοπίσεις του Αμερικανικού γεωπολιτικού ενδιαφέροντος προς την Κίνα, μοιάζουν να συντελούνται ερήμην των ευρωπαίων συμμάχων.

Τίθεται έτσι μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της Κοινής Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης η/και της μερικής έστω αυτονόμησης της από την αμερικανική αμυντική ομπρέλα στο πλαίσιο της Βορειο Ατλαντικής Συμμαχίας.

Τα βλέμματα όλων των παρατηρητών στρέφονται στο αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών και στην πολιτική που θα ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει. Κατά πόσο μια πιθανή συγκυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων μπορεί να ξεπεράσει τους σημερινούς «δισταγμούς» της Καγκελαρίου Μέρκελ και των Χριστιανοδημοκρατών; Κατά πόσο τα συμφέροντα της Γερμανίας εξυπηρετούνται με την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής;

Προφανώς, τα εθνικά συμφέροντα συνήθως εξυπηρετούνται από διαφορετικές κυβερνήσεις χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά, αλλά μόνο σε επιμέρους σημεία. Ωστόσο, οι σημερινές εξελίξεις στο παγκόσμιο γεωπολιτικό πεδίο φαίνεται να συγκλίνουν προς μια αυτονόμηση της ευρωπαϊκής άμυνας και συνεπώς δεν μπορούν να αφήσουν αμετακίνητη και την γερμανική πολιτική για την άμυνα της ΕΕ.

Η αναβάθμιση του ευρωπαϊκού ρόλου της Ιταλίας, -αν δεν είναι μόνο συγκυριακή λόγω του αυξημένου κύρους του Πρωθυπουργού Ντράγκι- και η διαφαινόμενη συμπόρευση της με τη Γαλλία μπορεί να συμβάλει προς την ίδια κατεύθυνση.

Είδομεν!

Ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην Υπουργός.

EURACTIV (23.09.21)