Ναπολέων Μαραβέγιας

Τοις πλείστοις ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού…

TO BHMA, 28/02/2016

Πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στη χώρα μας η πρόσφατη Εκθεση του ΟΟΣΑ, που αφορά στις επιδόσεις των μαθητών των διαφόρων χωρών στον διεθνή διαγωνισμό PISA. Η Έκθεση δείχνει ακόμη μία φορά τα ελλείμματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 39η θέση στην Κατανόηση Κειμένου και στην 41η θέση στα Μαθηματικά και στη Φυσική μεταξύ 65 χωρών του κόσμου το 2012.

Παρά τις ενστάσεις πολλών ειδικών, ως προς τη δυνατότητα του σχετικού διαγωνισμού να αποτυπώσει τo μαθησιακό επίπεδο των διαγωνιζομένων 15χρονων μαθητών σε κάθε χώρα, είναι μάλλον βέβαιο ότι, έστω και με ατελή τρόπο, μπορούν να γίνουν διεθνείς συγκρίσεις και να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Δυστυχώς, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες και πολύ κοντά σε αναπτυσσόμενες που είναι φτωχότερες από τη χώρα μας. Συγκρίνοντας την κατάταξη με κριτήριο το κατά κεφαλήν εισόδημα (όπου η Ελλάδα έρχεται 28η), με την κατάταξή της στον διαγωνισμό PISA, όπου έρχεται περίπου 40ή, αποκαλύπτονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η κατάσταση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο χαμηλό ύψος των δημόσιων οικονομικών πόρων που κατευθύνονται στην εκπαίδευση (4% του ΑΕΠ έναντι 6% στην ΕΕ, Εurostat). Προφανώς, το ύψος των δημοσίων δαπανών για την Παιδεία δεν είναι άμοιρο του χαμηλού επιπέδου μαθησιακών επιδόσεων, καθώς μάλιστα οι δαπάνες αυτές μειώνονται ραγδαία στα χρόνια της κρίσης (μείωση κατά 30% περίπου μεταξύ 2008-2013) (1). Βεβαίως, αν προστεθούν και οι ιδιωτικές δαπάνες, που είναι σχεδόν ίσες με τις δημόσιες (περίπου 5 δισ. ευρώ το 2013) (1) και ίσως αποτελούν παγκόσμιο «ρεκόρ», τότε οι συνολικοί οικονομικοί πόροι, δημόσιοι και ιδιωτικοί, που δαπανώνται για την εκπαίδευση, και ιδιαίτερα για τη μέση εκπαίδευση στη χώρα μας, βρίσκονται σε σχετικά ικανοποιητικό επίπεδο.

Εκτός όμως από τα οικονομικά, ποια είναι τα άλλα αίτια για την κατάσταση αυτή; Ο Δημόσιος Διάλογος για την Παιδεία, που άρχισε με μια σωστή κυβερνητική πρωτοβουλία, οφείλει να ρίξει άπλετο φως και να διαγνώσει τα αίτια που κρατούν την Ελλάδα μας μακριά από χώρες αναλόγου επιπέδου ανάπτυξης. Πολλοί αποδίδουν την κατάσταση αυτή σε έλλειψη οργάνωσης, άλλοι σε έλλειψη αξιολόγησης και επιδίωξης αριστείας των σχολείων και των διδασκόντων και άλλοι στο επίπεδο των επιδόσεων που έχουν οι διδάσκοντες, λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης και λόγω σχεδόν ανύπαρκτης διά βίου επιμόρφωσης.

Υπάρχουν, προφανώς, και άλλες πολλές αιτίες για την πραγματικότητα αυτή. Η ποιότητα των σχολικών βιβλίων, ο αποστεωμένος τρόπος διδασκαλίας στην τάξη, τα ακατάλληλα προγράμματα του υπουργείου Παιδείας, η ίδια η μαθησιακή διαδικασία που πριμοδοτεί την αποστήθιση αντί της κριτικής αντιμετώπισης των γνώσεων κ.ά. Μπορεί ακόμη η χαμηλή μαθησιακή επίδοση να οφείλεται και σε ευρύτερα κοινωνικά αίτια, όπως η απαξίωση της γνώσης, ο κατακλυσμός της πληροφόρησης μέσω των νέων ψηφιακών μέσων, που καλλιεργεί παθητική στάση απέναντι στην εκπαιδευτική προσπάθεια και δημιουργεί την ψευδαίσθηση της γνωστικής επάρκειας χωρίς πραγματική γνώση.

Οπως και να έχουν τα πράγματα, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να συνειδητοποιήσει η ελληνική κοινωνία ότι η πραγματική γνώση αποτελεί προϋπόθεση για την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη γιατί καθιστά τα άτομα ικανά να επιλέγουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις στα ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που τους αφορούν.

Η φράση του Λουκιανού: «Τοις πλείστοις ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης ου μικράς… δείσθαι» διατηρεί και σήμερα τη σημασία της. Η ελληνική κοινωνία, συνεπώς και η πολιτική της έκφραση, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, οφείλει να κατανοήσει ότι μεγίστης προτεραιότητας ζήτημα είναι η Παιδεία, όχι μόνο αφιερώνοντας σε αυτήν περισσότερους πόρους, αλλά εντοπίζοντας και διορθώνοντας τις ελλείψεις και τις ολιγωρίες του εκπαιδευτικού συστήματος με σοβαρότητα και συναινετική διάθεση.

(1) βλ. Σχετική μελέτη του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, 2014

 


Εκπαίδευση και ανάπτυξη

ΕΘΝΟΣ, 13/05/2014

Μεταξύ των παραγόντων που εξηγούν τις αναπτυξιακές επιδόσεις των διαφόρων χωρών σημαντική θέση έχει η ποιότητα της εκπαίδευσης. Βέβαια, το ζήτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί να εκτιμηθεί η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης με ποσοτικούς και συνεπώς μετρήσιμους δείκτες. Γιατί δεν αρκεί να διαπιστώνεται η ποσότητα των γνώσεων σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης. Εχει μεγαλύτερη σημασία κατά πόσο οι γνώσεις αυτές μετατρέπονται σε πραγματική γνώση, δηλαδή σε δημιουργικότητα και ικανότητα αντιμετώπισης προβλημάτων.

Τέτοιου είδους δεξιότητες μπορούν να αποκτηθούν μόνο με ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια τόσο από τους «εκπαιδευτές» όσο και από τους «εκπαιδευόμενους» μέσα σε συνθήκες ηρεμίας, με άρτιο εξοπλισμό και υποδομές και με υψηλά αμειβόμενο εκπαιδευτικό προσωπικό. Μόνο μέσα σε αυτές τις συνθήκες μπορεί να παραχθεί και να μεταδοθεί νέα γνώση. Προφανώς τα παραπάνω αποτελούν ιδανικά συστήματα, τα οποία μόνο στις πολύ ανεπτυγμένες κοινωνίες μπορεί να υπάρξουν. Ομως, όπως διαπιστώνουν διάφορες μελέτες, πολλές λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες προσπαθούν να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια.

Δεν είναι τυχαίο πως στις πρώτες θέσεις βρίσκονται χώρες με μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική, όπως η Νότιος Κορέα, η Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ (βλ. «Economist» – «Καθημερινή» 9/5/2014). Το μέγα ερώτημα είναι με ποιον τρόπο και η χώρα μας θα μπορέσει να βελτιώσει το εκπαιδευτικό της σύστημα και να τοποθετηθεί σε υψηλότερη θέση από αυτήν που είναι σήμερα. Βέβαια η 33η θέση, που σύμφωνα με σχετική μελέτη κατέχει, ως προς το επίπεδο της εκπαίδευσης, δεν είναι μακριά από τη θέση που έχει σήμερα στην κατάταξη του ΟΗΕ με βάση δείκτες γενικότερης ανάπτυξης (28η θέση). Ας σημειωθεί ότι η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας δεν αφορά μόνο τους «εκπαιδευτές» και τους εκπαιδευόμενους», αλλά το σύνολο της κοινωνίας. Εχει μεγάλη σημασία η ιεράρχηση που έχει μια κοινωνία για την αξία της εκπαίδευσης και γενικότερα για την αξία της γνώσης.

Αν ο τρόπος που η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τη γνώση αντανακλάται στην υψηλή ιδιωτική δαπάνη που πραγματοποιεί για την εκπαίδευση (φροντιστήρια κ.λπ.), τότε το αποτέλεσμα της κατάταξης είναι πράγματι πενιχρό. Αν, όμως, η θέση που η ελληνική κοινωνία ιεραρχεί τη γνώση είναι ανάλογη με τη χαμηλή δημόσια δαπάνη που αφιερώνεται στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία 4-5 χρόνια της κρίσης (υποδομές, αμοιβές των εκπαιδευτικού προσωπικού όλων των βαθμίδων κ.λπ.), τότε το αποτέλεσμα της κατάταξης είναι εκπληκτικό.

 


 

Επενδύοντας στη γνώση

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 4/05/14

Τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν οι συζητήσεις για την κατάρτιση και την εφαρμογή εθνικού σχεδίου για την ανάπτυξη της χώρας μας. Με την επιστημονική τεκμηρίωση ερευνητικών κέντρων (ΚΕΠΕ, ΙΟΒΕ, Κέντρο Αριστείας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.ά.) προτείνονται εναλλακτικές κατευθύνσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης και για τη βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Σ’ όλες τις προτάσεις υπάρχει μια προϋπόθεση, ότι απαιτείται η τήρηση των μακροοικονομικών ισορροπιών και η οριστική εξάλειψη των ελλειμμάτων (δημοσιονομικού και εξωτερικού). Ομως, η μακροχρόνια τήρηση των βασικών ισορροπιών στα οικονομικά μεγέθη προϋποθέτει, όχι μόνο τη διευθέτηση του συσσωρευμένου δημόσιου χρέους και την οριστική επίλυση του προβλήματος των τραπεζών, αλλά και την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων. Οι τομείς που πρέπει να στραφούν κατά προτεραιότητα οι επενδύσεις είναι γνωστοί, εφ’ όσον, όπως έχει διαπιστωθεί, η χώρα μας διαθέτει στους τομείς αυτούς συγκριτικά πλεονεκτήματα. Προφανώς, για να υπάρξει μακροχρονίως ικανοποιητικός ρυθμός ανάπτυξης στη χώρα μας, μέσω των επενδυτικών πρωτοβουλιών, και να ενισχυθεί η παραγωγική βάση με στόχο τις εξαγωγές (προκειμένου να μην υπάρχουν ελλείμματα και συνεχής εξωτερικός δανεισμός), τα παραγόμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες πρέπει να είναι διεθνώς ανταγωνιστικά.

Πώς όμως θα συμβεί αυτός ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας χωρίς να αναληφθεί μια τεράστια προσπάθεια επένδυσης στη γνώση; Γιατί η γνώση είναι αυτή που διαχέεται στην παραγωγική διαδικασία και με τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες αυξάνει την παραγωγικότητα και συνεπώς τη διεθνή ανταγωνιστικότητα ακόμη και στους πιο παραδοσιακούς τομείς και κλάδους μιας οικονομίας. Η επένδυση στη γνώση δεν αφορά μόνο την αύξηση των δαπανών για την έρευνα, αλλά και την αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση σ’ όλες τις βαθμίδες.

Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, η βελτίωση της εκπαίδευσης σε χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπως είναι η Ελλάδα, είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν τα αποτελέσματα της έρευνας (τα οποία παράγονται εγχωρίως και διεθνώς) στην παραγωγική διαδικασία με τη μορφή καινοτομιών. Η έρευνα είναι αναγκαία ώστε να παραχθεί νέα γνώση, δεν είναι όμως αρκετή για να ωθήσει την οικονομία σε υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας, αν δεν έχει εξασφαλιστεί υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο σε όλους τους εργαζομένους, ώστε να μπορούν να μεταφέρουν στην καθημερινή παραγωγική πράξη τη γνώση που παράγεται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα.

Δεν πρόκειται μόνο για δημιουργία μηχανισμών μεταφοράς της γνώσης από τα εργαστήρια στην παραγωγή, με διάφορους γνωστούς τρόπους σύνδεσης των επιχειρήσεων με τα ερευνητικά κέντρα και τα ΑΕΙ. Πρόκειται για μια προσπάθεια αναβάθμισης του ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού σε όλους τους τομείς και κλάδους, μέσω όλων των μορφών εκπαίδευσης (τυπική εκπαίδευση, διά βίου μάθηση, επιμόρφωση, κατάρτιση κ.ά.). Πρόκειται ακόμη για διασύνδεση της συσσωρευμένης και της νέας γνώσης με την καθημερινή πράξη των επιχειρήσεων και των δημοσίων υπηρεσιών, κυρίως αυτών που παρέχονται από παραγωγικά υπουργεία (Ανάπτυξης, Αγροτικής Ανάπτυξης κ.ά.), ώστε το ανθρώπινο δυναμικό που εργάζεται εκεί, να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με τον πιο αποδοτικό τρόπο τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Σήμερα, υπάρχουν σύγχρονα ψηφιακά συστήματα, ώστε η γνώση να είναι διαθέσιμη άμεσα σε όσους τη χρειάζονται. Μπορεί έτσι, η γνώση που παράγεται να μη μένει αχρησιμοποίητη στα εργαστήρια και στις βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων. Για να είναι όμως αποτελεσματική και μόνιμη η σύνδεση της γνώσης με την πράξη πρέπει το ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό να τη θεωρεί απαραίτητη στην καθημερινή του προσπάθεια. Αυτό μπορεί να συμβεί, μόνο αν ολόκληρη η ελληνική κοινωνία αντιληφθεί τη σημασία της γνώσης για τη βελτίωση της ποιότητας, όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της καθημερινής ζωής του.

Προκειμένου να επιτευχθεί τέτοιας έκτασης ποιοτική αλλαγή, πρέπει σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες να αναληφθεί μία τιτάνια προσπάθεια αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με στόχο όχι μόνο την απόκτηση περισσότερων γνώσεων, αλλά, κυρίως, την κατανόηση της σημασίας που έχει η γνώση στη βελτίωση της προσωπικότητας κάθε ατόμου ξεχωριστά, καθώς και στην ανάπτυξη της κοινωνίας και της οικονομίας της χώρας μας συνολικά.

 


 

Η σημασία της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 27/04/2014

Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, η σημασία της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού έχει από πολλά χρόνια επιβεβαιωθεί.Ολες οι σχετικές μελέτες εκτιμούν ότι η οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη μιας χώρας σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το εύρος και την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Δεν αμφισβητείται ότι η εκπαίδευση όλων των βαθμίδων δεν ωφελεί μόνον το άτομο που τη δέχεται, αλλά το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας. Γιατί όταν όλα τα άτομα έχουν περισσότερες δυνατότητες προσωπικής ανάπτυξης η κοινωνία και η οικονομία προοδεύουν.

Εχει επίσης μεγάλη σημασία, αν η εκπαίδευση παρέχεται από το δημόσιο τομέα, δωρεάν, ή αν παρέχεται από τον ιδιωτικό τομέα. Αν το σύνολο της εκπαίδευσης παρέχεται από τον ιδιωτικό τομέα, τότε ένα σημαντικό μέρος νέων που προέρχονται από χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δεν μπορεί να επωφεληθεί. Ετσι, δεν μπορεί να υπάρξει η αναζωογονητική κοινωνική κινητικότητα που ανανεώνει τις οικονομικές, κοινωνικές και πνευματικές ηγεσίες σε μια χώρα και συμβάλλει στην ανάπτυξή της με λιγότερες κοινωνικές τριβές και πολιτικές εντάσεις. Το μέγεθος της κοινωνικής κινητικότητας εξαρτάται από το πόσο δωρεάν είναι η δημόσια εκπαίδευση και από το πόσο υψηλή είναι η ποιότητά της.

Δεν είναι, συνεπώς, παράδοξο ότι οι σκανδιναβικές χώρες, που εξασφαλίζουν πραγματικά δωρεάν δημόσια και υψηλής ποιότητας εκπαίδευση, επιτυγχάνουν τα υψηλότερα ποσοστά κοινωνικής κινητικότητας, σύμφωνα με σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ.

Στη χώρα μας, όπως σε πολλές άλλες χώρες, συνυπάρχουν η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση και η ιδιωτική εκπαίδευση, εκτός από την τρίτη βαθμίδα, όπου επισήμως δεν παρέχεται ιδιωτική εκπαίδευση. Το ζήτημα είναι αν η παρεχόμενη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση είναι πράγματι δωρεάν και αν βρίσκεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζεται ικανοποιητική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και ταυτόχρονα μεγάλο ποσοστό κοινωνικής κινητικότητας.

Δεν είναι μυστικό ότι τις τελευταίες δεκαετίες η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση δεν είναι ούτε αρκετά δωρεάν ούτε, πολλές φορές, αρκετά υψηλού επιπέδου, ώστε να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, το κόστος της υποστηρικτικής διδασκαλίας (φροντιστήρια) για την εκμάθηση των ξένων γλωσσών και για την εισαγωγή στα ανώτατα ιδρύματα είναι τεράστιο και συνεχώς αυξανόμενο. Ταυτόχρονα, η ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, ενώ παρουσιάζει σημαντικές νησίδες αριστείας, δεν φαίνεται να ικανοποιεί τις σημερινές ανάγκες μετατροπής της σημερινής καταιγιστικής πληροφόρησης σε γνώση. Φαίνεται να λείπουν, μεταξύ άλλων, η συνεχής επιμόρφωση του εκπαιδευτικού προσωπικού και ο κατάλληλος εξοπλισμός, ενώ ο μονομερής προσανατολισμός των μαθητών προς τα ΑΕΙ εμποδίζει την ολοκληρωμένη εκπαίδευσή τους.

Οσον αφορά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία επισήμως παρέχεται μόνο από το δημόσιο τομέα, η έλλειψη ανταγωνισμού δεν φαίνεται να την κάνει χειρότερη από αυτή που παρέχεται στις άλλες βαθμίδες, όπου υπάρχει ανταγωνισμός με τον ιδιωτικό τομέα. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρά τον κατακερματισμό της, βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, όπως απέδειξαν οι εξωτερικές αξιολογήσεις (βλ. Εκθέσεις ΑΔΙΠ). Παράλληλα οι δυνατότητες των ελληνικών ΑΕΙ για παροχή εκπαίδευσης υψηλότερης ποιότητας θα μπορούσαν να βελτιωθούν, καθώς διαθέτει εξαιρετικής ποιότητας εκπαιδευτικό προσωπικό. Αρκεί να ξεπεραστούν τα οργανωτικά και διοικητικά προβλήματα των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί και πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Λόγω της κρίσης το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί με περικοπές της δημόσιας δαπάνης κατά 50%, ενώ οι αμοιβές του εκπαιδευτικού προσωπικού έχουν μειωθεί κατά 40% περίπου.

Αν αναλογισθεί κανείς αυτά τα προβλήματα, η συνεισφορά του εκπαιδευτικού μας συστήματος, τόσο στην ανάπτυξη όσο και στην κινητικότητα της ελληνικής κοινωνίας, είναι αξιοσημείωτη. Ομως αυτή η συνεισφορά περιορίζεται σημαντικά, λόγω του διαφορετικού προσανατολισμού του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ιδίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, σε σχέση με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Και στην προ κρίσης περίοδο, η σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού στη χώρα μας ήταν προβληματική, σήμερα όμως είναι ακόμη χειρότερη, με αποτέλεσμα την απαξίωση της επιστημονικής γνώσης ή/και τη φυγή των Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό.

 


 

Το ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 9/03/14

Η ενασχόληση με τον τρόπο διοίκησης των ΑΕΙ, σήμερα στη χώρα μας, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μια ουσιαστικότερη συζήτηση, η οποία πρέπει να αφορά τόσο την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης όσο και την ποιότητα της παραγόμενης νέας γνώσης.

Ο τρόπος διοίκησης των πανεπιστημίων δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, δεν πρέπει να ικανοποιεί φιλοδοξίες και να κατανέμει εξουσίες, αλλά να υπηρετεί την πραγματική αποστολή των ΑΕΙ, δηλαδή την όσο το δυνατόν πληρέστερη παραγωγή και μετάδοση γνώσης προς όφελος των φοιτητών και της ελληνικής κοινωνίας.

Οι διάφοροι δημόσιοι οργανισμοί, πολλές φορές στη χώρα μας, εκτρέπονται από τον πραγματικό τους στόχο, να υπηρετούν, δηλαδή, την κοινωνία. Συχνά, με τον τρόπο οργάνωσής τους και κυρίως με τον τρόπο λειτουργίας τους, φαίνεται να εξυπηρετούν περισσότερο τους εργαζομένους τους και λιγότερο αυτούς στους οποίους οφείλουν πραγματικά την ύπαρξή τους.

Τα ΑΕΙ δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να δίνουν την εντύπωση ότι ακολουθούν τέτοιες πρακτικές, ότι, δηλαδή, ενδιαφέρονται περισσότερο να εξυπηρετήσουν τους εργαζομένους σ’ αυτά και ότι τοποθετούν σε δεύτερη μοίρα το ενδιαφέρον τους για τους φοιτητές και την κοινωνία. Η εξασφάλιση καλών συνθηκών εργασίας για τους καθηγητές όλων των βαθμίδων και για τους διοικητικούς υπαλλήλους πρέπει να υπηρετεί αποκλειστικά τον κύριο στόχο των ΑΕΙ, δηλαδή τη συνεχή βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της παραγόμενης νέας γνώσης, με εξωστρέφεια, αξιολόγηση του έργου τους και λογοδοσία προς την κοινωνία.

Εξασφάλιση υλικών και άυλων συνθηκών για την καλύτερη δυνατή διαδικασία παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι σε διοικητικές θέσεις πρέπει να απολαμβάνουν εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια και να έχουν αξιοπρεπείς αποδοχές, προκειμένου να εκτελούν με συνέπεια τα διοικητικά τους καθήκοντα. Ακόμη περισσότερο, οι καθηγητές όλων των βαθμίδων πρέπει, πέραν της εργασιακής σταθερότητας, της ασφάλειας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογης με τα υψηλά προσόντα τους, να απολαμβάνουν και την απόλυτη ακαδημαϊκή ελευθερία για να ασχολούνται απερίσπαστα (π.χ. χωρίς καταλήψεις κτηρίων) με το εκπαιδευτικό και ερευνητικό τους έργο.

Πόσα από τα παραπάνω αυτονόητα είναι εξασφαλισμένα στη σημερινή Ελλάδα; Αυτό αποτελεί ένα από τα πολλά ζητούμενα. Ούτε οι καλές συνθήκες εργασίας (κατάλληλοι χώροι, σύγχρονος εξοπλισμός, εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια, ικανοποιητικές αποδοχές κ.λπ.) είναι δεδομένες, αλλά ούτε και η αφοσίωση των εργαζομένων στο διοικητικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο τους αποτελεί πάντοτε τον κανόνα, για διάφορους λόγους.

Συχνά, οι φοιτητές, μετά τον πραγματικό «αγώνα» που κάνουν με το σημερινό σύστημα για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, συναντούν συνθήκες εκπαίδευσης που τους αποθαρρύνουν και τους απογοητεύουν. Τόσο οι κτηριακές υποδομές και ο εξοπλισμός όσο και η μαθησιακή διαδικασία και η φοιτητική μέριμνα δεν είναι πάντα σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αρκετοί φοιτητές, αντί να νιώθουν υπερήφανοι που κατόρθωσαν να εισαχθούν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, εγκαταλείπουν την προσπάθεια και ασχολούνται αποκλειστικά με εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες, ενώ, συχνά, και η ελληνική κοινωνία νιώθει απογοήτευση από τα ΑΕΙ της χώρας μας.

Προφανώς, οι διοικήσεις των ΑΕΙ δεν μπορούν να διορθώσουν όλα τα προβλήματα που αναφέρθηκαν. Για πολλά από τα παραπάνω η πολιτεία έχει την απόλυτη ευθύνη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, όπου η χρηματοδότηση για υποδομές και προσωπικό γίνεται με το σταγονόμετρο και κινδυνεύει ακόμη και ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης.

Οι διοικήσεις των ΑΕΙ μπορούν, όμως, να βελτιώσουν υποδομές και εξοπλισμούς και να βρουν πρόσθετους πόρους, επιδιώκοντας χορηγίες και αξιοποιώντας την περιουσία όσων Ιδρυμάτων διαθέτουν. Μπορούν, ακόμη, να εμπνεύσουν στους εργαζομένους, δηλαδή στους καθηγητές και στο διοικητικό προσωπικό, μεγαλύτερη αφοσίωση στο έργο τους και απόλυτη συνέπεια στα καθήκοντά τους, με σεβασμό στους νόμους και στους κανονισμούς, ώστε να αποτελούν παράδειγμα για τους φοιτητές.

Οι διοικήσεις των ΑΕΙ, μέσα σε κλίμα συνεργασίας και συνεννόησης με όλους, τόσο με την πολιτεία όσο και με τα Συμβούλια των Ιδρυμάτων, με τους καθηγητές και το διοικητικό προσωπικό, μπορούν να βελτιώσουν το παραγόμενο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο, θέτοντας ως πρώτο και κύριο στόχο την όσο το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των προσδοκιών, τόσο των φοιτητών όσο και της ελληνικής κοινωνίας.

 


 

Ο εξευτελισμός της γνώσης

ΕΘΝΟΣ, 11/9/2012

Σ’ όλες τις εποχές, από την Αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα μέχρι και τη Νεωτερική Εποχή, η Γνώση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ύπαρξης και ανάπτυξης μιας κοινωνίας και συνεπώς παραγωγοί και φορείς της Γνώσης αξιολογούνταν και αμείβονταν αναλόγως. Σήμερα, σ’ όλες τις χώρες του κόσμου οι καθηγητές Πανεπιστημίου, ως κατεξοχήν φορείς και παραγωγοί Γνώσης, έχουν ειδική μεταχείριση ως προς τις αμοιβές τους.

Η ειδική αυτή μεταχείριση των Καθηγητών δεν είναι μόνο αποτέλεσμα μακροχρόνιων σπουδών και συνεχών αξιολογήσεων, αλλά οφείλεται και στο γεγονός ότι είναι αυτοί που «παράγουν» το επιστημονικό δυναμικό μιας χώρας και στελεχώνουν τις απαιτητικότερες σε Γνώση θέσεις του κρατικού μηχανισμού. Επιπλέον, σε δύσκολες στιγμές για την επιβίωση ενός έθνους, οι καθηγητές Πανεπιστημίου, ως κάτοχοι της Γνώσης που απαιτείται για το ξεπέρασμα μιας κρίσιμης κατάστασης, καλούνται να αναλάβουν και τη διακυβέρνηση της χώρας (βλ. πρόσφατα, κυβέρνηση Μόντι στην Ιταλία, υπηρεσιακή κυβέρνηση στην Ελλάδα κ.α.).

Ορθώς, συνεπώς, το κράτος και στη χώρα μας επεφύλαξε ιδιαίτερη μεταχείριση στους καθηγητές Πανεπιστημίου, προσδιορίζοντας αμοιβές ανάλογες μ’ αυτές των δικαστικών λειτουργών και των βουλευτών. Πριν από μερικά χρόνια αυτή η αναλογία ανετράπη, παρότι και οι ίδιοι οι δικαστές και οι πτυχιούχοι βουλευτές αποτελούν «προϊόν» των καθηγητών Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια έγιναν απαξιωτικές περικοπές της τάξης του 30% των ήδη χαμηλών, με βάση διεθνείς συγκρίσεις, αμοιβών τους. Σήμερα, με τις προγραμματιζόμενες νέες μειώσεις, επέρχεται ο απόλυτος εξευτελισμός.

Προφανώς, δεν απαξιώνονται ούτε εξευτελίζονται οι καθηγητές Πανεπιστημίου ως πρόσωπα, γιατί οι περισσότεροι διαθέτουν αναγνώριση της αξίας τους και σε διεθνές επίπεδο. Εξευτελίζεται όμως η Γνώση στη χώρα μας και απαξιώνεται πλήρως η λειτουργία της ως κρίσιμου συντελεστή για την ύπαρξη και την ανάπτυξη της κοινωνίας μας ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης, όταν έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Αφού καθυβρίστηκαν τα τελευταία χρόνια, από άγνοια, υστεροβουλία ή/και φθόνο, οι φορείς της, οι καθηγητές Πανεπιστημίου, είναι ευκολότερο τώρα να εξευτελίζεται πλήρως αυτό που διαθέτουν, δηλαδή η Γνώση.


 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: