Ναπολέων Μαραβέγιας
Advertisements

Να εκμεταλλευθεί η Ελλάδα τις συνέπειες του Brexit στην εκπαίδευση

ΤΑ ΝΕΑ, 4/7/2018

«Παγωμένα» θα παραμείνουν στα πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας τα δίδακτρα για τους φοιτητές που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση και για την ακαδημαϊκή χρονιά 2019-2020, παρά τις διαδικασίες του Brexit. Οι Αρχές της χώρας, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τις παρενέργειες της εξόδου από την ΕΕ τουλάχιστον για την «αγορά» της ανώτατης εκπαίδευσης της χώρας, έδωσαν «παράταση ζωής» στους φοιτητές που σπουδάζουν στα ανώτατα ιδρύματά της για δύο ακόμα χρόνια, χωρίς όμως κανένας να μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει μετά.

Πάντως την περίοδο αυτή οι έλληνες φοιτητές θα πληρώνουν στα βρετανικά πανεπιστήμια όσο πληρώνουν και οι βρετανοί φοιτητές, όπως ίσχυε ως σήμερα. Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι τι θα γίνει με το ζήτημα της ελευθερίας εγκατάστασης στη χώρα όχι μόνο για τους έλληνες φοιτητές αλλά και για τους έλληνες καθηγητές, ερευνητές, όπως και για όλους τους φοιτητές, καθηγητές, ερευνητές που προέρχονται από τις άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ. Και αυτοί ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες.

Πώς όμως θα μπορούσε η χώρα μας να επωφεληθεί από το Brexit στον κρίσιμο για την ανάπτυξη τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας; Οπως λέει στα «ΝΕΑ» ο καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας και αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Ναπολέων Μαραβέγιας, ο οποίος έχει ασχοληθεί επιστημονικά με τις συνέπειες του Brexit για την ΕΕ και την Ελλάδα, «υπό προϋποθέσεις η χώρα μας θα μπορούσε να ωφεληθεί ιδιαίτερα».

«Γνωρίζουμε ότι σπουδάζουν στη Μεγάλη Βρετανία περίπου 11.000 έλληνες φοιτητές και ότι έχουμε έναν μεγάλο αριθμό ελλήνων μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών, καθώς και πολλούς έλληνες καθηγητές και ερευνητές σε βρετανικά πανεπιστήμια» λέει ο Ναπολέων Μαραβέγιας. «Ενα μέρος από όλους αυτούς τους Ελληνες θα προτιμούσαν να αποφύγουν τις δυσκολίες που θα προκύψουν όχι μόνο με τα δίδακτρα, αλλά κυρίως στην ελεύθερη και απρόσκοπτη εγκατάστασή τους στη Βρετανία μετά το Brexit. Αν οι οικονομικές συνθήκες στη χώρα μας βελτιωθούν, όπως αναμένεται, τα επόμενα χρόνια και τα πανεπιστήμιά μας και τα ερευνητικά κέντρα ακολουθήσουν μια εξωστρεφή πορεία, ένα μέρος τουλάχιστον των ελλήνων μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών, καθηγητών και ερευνητών θα ήταν διατεθειμένοι να γυρίσουν στην Ελλάδα, ή και να μη φύγουν από τη χώρα μας» τονίζει.

Στην ερώτηση εάν η Ελλάδα «με ένα κατάλληλο πλέγμα κινήτρων θα μπορούσε να προσελκύσει και ξένους φοιτητές, καθηγητές και ερευνητές», ο Ναπολέων Μαραβέγιας απαντάει θετικά.

«Πολλοί φοιτητές αλλά και αρκετοί επιστήμονες από ευρωπαϊκές χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κυρίως των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου να αποφύγουν τις δυσκολίες που θα συναντήσουν τώρα στη Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσαν να επιλέξουν την Ελλάδα. Οι ξένοι φοιτητές θα μπορούσαν να εγκατασταθούν ελεύθερα στην Ελλάδα και να φοιτούν σε ελληνικά ΑΕΙ, εάν βεβαίως παρείχε προπτυχιακά προγράμματα σπουδών στην αγγλική γλώσσα. Οι ξένοι επιστήμονες θα μπορούσαν, εγκαθιστάμενοι στην Ελλάδα χωρίς δυσκολίες, να κινούνται διεθνώς με διεθνείς ερευνητικές συνεργασίες».


Tα καυτά ζητήματα

TA NEA, 23/06/2018

Οι νέες και οι νέοι της χώρας μας ακόμη μια φορά δοκίμασαν τις δυνάμεις τους για να εισαχθούν στα ΑΕΙ της χώρας μας. Παρά τα αρνητικά του πανελληνίου διαγωνισμού τουλάχιστον κανείς δεν αμφισβητεί την αμεροληψία και το κύρος του.

-Το πρώτο ζήτημα είναι, βέβαια, αν οι επιτυχόντες θα βρεθούν στο πανεπιστημιακό τμήμα που ονειρεύτηκαν και όχι αναγκαστικά κάπου αλλού που δεν είχαν φανταστεί. Εδώ ακριβώς αρχίζει και η αμφισβήτηση της διαδικασίας εισαγωγής και οι πρώτες αντιδράσεις των νέων που εισάγονται σε τμήματα άσχετα με τις επιθυμίες τους.

-Το δεύτερο ζήτημα είναι η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον του ελληνικού πανεπιστημίου που χαρακτηρίζεται από απόλυτη ελευθερία επιλογής να είναι επιμελείς φοιτητές ή όχι. Αυτή την ελευθερία, που βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με την αναγκαστική πειθαρχία της καθημερινής παρακολούθησης, όπως ίσχυε στο λύκειο, οι νέοι είναι πολύ δύσκολο να τη διαχειριστούν. Η ωριμότητα δεν έρχεται σε όλους τους νέους στην ίδια ηλικία και προφανώς εκεί βρίσκεται και η αποτυχία στις επιδόσεις των πρώτων πανεπιστημιακών ετών.

-Το τρίτο ζήτημα είναι η προσαρμογή στον νέο τόπο εγκατάστασης, όταν το πανεπιστήμιο βρίσκεται μακριά από τον τόπο κατοικίας των γονέων. Πέρα από τα οικονομικά προβλήματα ,αυτή η απομάκρυνση από τη μια πλευρά αυξάνει την ευθύνη διαχείρισης της ελευθερίας από τους νέους φοιτητές, όμως από την άλλη συμβάλλει στην ωρίμασή τους ως νέων ανθρώπων που καλούνται να πάρουν την ευθύνη της ζωής τους στα χέρια τους.
-Το τέταρτο, αλλά όχι τελευταίο ζήτημα, είναι αν όλοι οι νέοι φοιτητές που εισήχθησαν στα πανεπιστήμια διαθέτουν πράγματι την επιθυμία να ασχοληθούν με το επιστημονικό αντικείμενο που επέλεξαν αρχικά, ή/και οδηγήθηκαν από το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων. Και εδώ αρχίζουν τα μεγάλα προβλήματα λόγω έλλειψης επαγγελματικού προσανατολισμού και πίεσης από την πλευρά των γονέων.

Η ενασχόληση των νέων φοιτητών με οτιδήποτε εκτός από τις σπουδές τους δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, πράγμα που οδηγεί στην εγκατάλειψη των σπουδών ή στην αιώνια φοίτηση!


Τοις πλείστοις ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού…

TO BHMA, 28/02/2016

Πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στη χώρα μας η πρόσφατη Εκθεση του ΟΟΣΑ, που αφορά στις επιδόσεις των μαθητών των διαφόρων χωρών στον διεθνή διαγωνισμό PISA. Η Έκθεση δείχνει ακόμη μία φορά τα ελλείμματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 39η θέση στην Κατανόηση Κειμένου και στην 41η θέση στα Μαθηματικά και στη Φυσική μεταξύ 65 χωρών του κόσμου το 2012.

Παρά τις ενστάσεις πολλών ειδικών, ως προς τη δυνατότητα του σχετικού διαγωνισμού να αποτυπώσει τo μαθησιακό επίπεδο των διαγωνιζομένων 15χρονων μαθητών σε κάθε χώρα, είναι μάλλον βέβαιο ότι, έστω και με ατελή τρόπο, μπορούν να γίνουν διεθνείς συγκρίσεις και να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Δυστυχώς, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες και πολύ κοντά σε αναπτυσσόμενες που είναι φτωχότερες από τη χώρα μας. Συγκρίνοντας την κατάταξη με κριτήριο το κατά κεφαλήν εισόδημα (όπου η Ελλάδα έρχεται 28η), με την κατάταξή της στον διαγωνισμό PISA, όπου έρχεται περίπου 40ή, αποκαλύπτονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η κατάσταση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο χαμηλό ύψος των δημόσιων οικονομικών πόρων που κατευθύνονται στην εκπαίδευση (4% του ΑΕΠ έναντι 6% στην ΕΕ, Εurostat). Προφανώς, το ύψος των δημοσίων δαπανών για την Παιδεία δεν είναι άμοιρο του χαμηλού επιπέδου μαθησιακών επιδόσεων, καθώς μάλιστα οι δαπάνες αυτές μειώνονται ραγδαία στα χρόνια της κρίσης (μείωση κατά 30% περίπου μεταξύ 2008-2013) (1). Βεβαίως, αν προστεθούν και οι ιδιωτικές δαπάνες, που είναι σχεδόν ίσες με τις δημόσιες (περίπου 5 δισ. ευρώ το 2013) (1) και ίσως αποτελούν παγκόσμιο «ρεκόρ», τότε οι συνολικοί οικονομικοί πόροι, δημόσιοι και ιδιωτικοί, που δαπανώνται για την εκπαίδευση, και ιδιαίτερα για τη μέση εκπαίδευση στη χώρα μας, βρίσκονται σε σχετικά ικανοποιητικό επίπεδο.

Εκτός όμως από τα οικονομικά, ποια είναι τα άλλα αίτια για την κατάσταση αυτή; Ο Δημόσιος Διάλογος για την Παιδεία, που άρχισε με μια σωστή κυβερνητική πρωτοβουλία, οφείλει να ρίξει άπλετο φως και να διαγνώσει τα αίτια που κρατούν την Ελλάδα μας μακριά από χώρες αναλόγου επιπέδου ανάπτυξης. Πολλοί αποδίδουν την κατάσταση αυτή σε έλλειψη οργάνωσης, άλλοι σε έλλειψη αξιολόγησης και επιδίωξης αριστείας των σχολείων και των διδασκόντων και άλλοι στο επίπεδο των επιδόσεων που έχουν οι διδάσκοντες, λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης και λόγω σχεδόν ανύπαρκτης διά βίου επιμόρφωσης.

Υπάρχουν, προφανώς, και άλλες πολλές αιτίες για την πραγματικότητα αυτή. Η ποιότητα των σχολικών βιβλίων, ο αποστεωμένος τρόπος διδασκαλίας στην τάξη, τα ακατάλληλα προγράμματα του υπουργείου Παιδείας, η ίδια η μαθησιακή διαδικασία που πριμοδοτεί την αποστήθιση αντί της κριτικής αντιμετώπισης των γνώσεων κ.ά. Μπορεί ακόμη η χαμηλή μαθησιακή επίδοση να οφείλεται και σε ευρύτερα κοινωνικά αίτια, όπως η απαξίωση της γνώσης, ο κατακλυσμός της πληροφόρησης μέσω των νέων ψηφιακών μέσων, που καλλιεργεί παθητική στάση απέναντι στην εκπαιδευτική προσπάθεια και δημιουργεί την ψευδαίσθηση της γνωστικής επάρκειας χωρίς πραγματική γνώση.

Οπως και να έχουν τα πράγματα, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να συνειδητοποιήσει η ελληνική κοινωνία ότι η πραγματική γνώση αποτελεί προϋπόθεση για την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη γιατί καθιστά τα άτομα ικανά να επιλέγουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις στα ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που τους αφορούν.

Η φράση του Λουκιανού: «Τοις πλείστοις ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης ου μικράς… δείσθαι» διατηρεί και σήμερα τη σημασία της. Η ελληνική κοινωνία, συνεπώς και η πολιτική της έκφραση, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, οφείλει να κατανοήσει ότι μεγίστης προτεραιότητας ζήτημα είναι η Παιδεία, όχι μόνο αφιερώνοντας σε αυτήν περισσότερους πόρους, αλλά εντοπίζοντας και διορθώνοντας τις ελλείψεις και τις ολιγωρίες του εκπαιδευτικού συστήματος με σοβαρότητα και συναινετική διάθεση.

(1) βλ. Σχετική μελέτη του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, 2014


Εκπαίδευση και ανάπτυξη

ΕΘΝΟΣ, 13/05/2014

Μεταξύ των παραγόντων που εξηγούν τις αναπτυξιακές επιδόσεις των διαφόρων χωρών σημαντική θέση έχει η ποιότητα της εκπαίδευσης. Βέβαια, το ζήτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί να εκτιμηθεί η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης με ποσοτικούς και συνεπώς μετρήσιμους δείκτες. Γιατί δεν αρκεί να διαπιστώνεται η ποσότητα των γνώσεων σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης. Εχει μεγαλύτερη σημασία κατά πόσο οι γνώσεις αυτές μετατρέπονται σε πραγματική γνώση, δηλαδή σε δημιουργικότητα και ικανότητα αντιμετώπισης προβλημάτων.

Τέτοιου είδους δεξιότητες μπορούν να αποκτηθούν μόνο με ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια τόσο από τους «εκπαιδευτές» όσο και από τους «εκπαιδευόμενους» μέσα σε συνθήκες ηρεμίας, με άρτιο εξοπλισμό και υποδομές και με υψηλά αμειβόμενο εκπαιδευτικό προσωπικό. Μόνο μέσα σε αυτές τις συνθήκες μπορεί να παραχθεί και να μεταδοθεί νέα γνώση. Προφανώς τα παραπάνω αποτελούν ιδανικά συστήματα, τα οποία μόνο στις πολύ ανεπτυγμένες κοινωνίες μπορεί να υπάρξουν. Ομως, όπως διαπιστώνουν διάφορες μελέτες, πολλές λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες προσπαθούν να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια.

Δεν είναι τυχαίο πως στις πρώτες θέσεις βρίσκονται χώρες με μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική, όπως η Νότιος Κορέα, η Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ (βλ. «Economist» – «Καθημερινή» 9/5/2014). Το μέγα ερώτημα είναι με ποιον τρόπο και η χώρα μας θα μπορέσει να βελτιώσει το εκπαιδευτικό της σύστημα και να τοποθετηθεί σε υψηλότερη θέση από αυτήν που είναι σήμερα. Βέβαια η 33η θέση, που σύμφωνα με σχετική μελέτη κατέχει, ως προς το επίπεδο της εκπαίδευσης, δεν είναι μακριά από τη θέση που έχει σήμερα στην κατάταξη του ΟΗΕ με βάση δείκτες γενικότερης ανάπτυξης (28η θέση). Ας σημειωθεί ότι η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας δεν αφορά μόνο τους «εκπαιδευτές» και τους εκπαιδευόμενους», αλλά το σύνολο της κοινωνίας. Εχει μεγάλη σημασία η ιεράρχηση που έχει μια κοινωνία για την αξία της εκπαίδευσης και γενικότερα για την αξία της γνώσης.

Αν ο τρόπος που η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τη γνώση αντανακλάται στην υψηλή ιδιωτική δαπάνη που πραγματοποιεί για την εκπαίδευση (φροντιστήρια κ.λπ.), τότε το αποτέλεσμα της κατάταξης είναι πράγματι πενιχρό. Αν, όμως, η θέση που η ελληνική κοινωνία ιεραρχεί τη γνώση είναι ανάλογη με τη χαμηλή δημόσια δαπάνη που αφιερώνεται στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία 4-5 χρόνια της κρίσης (υποδομές, αμοιβές των εκπαιδευτικού προσωπικού όλων των βαθμίδων κ.λπ.), τότε το αποτέλεσμα της κατάταξης είναι εκπληκτικό.


Δει δη χρημάτων…

TO BHMA | 04.07.14

Η απρόσκοπτη χρηματοδότηση των δημόσιων αγαθών της παιδείας και της υγείας, χάρη στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που σημειώθηκαν σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου κατά την μεταπολεμική περίοδο, δημιούργησε μια περισσότερο δίκαιη κοινωνία επιτρέποντας την πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών στρωμάτων. Ιδιαίτερα, η δωρεάν παροχή του δημόσιου αγαθού της εκπαίδευσης και ειδικότερα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, έδωσε τη δυνατότητα σε κοινωνικά στρώματα που θα έμεναν πάντα στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής προόδου, να επωφεληθούν και να βελτιώσουν σημαντικά τη θέση τους.

Στη χώρα μας, παρά την ανεπάρκεια δημόσιων εσόδων, υπήρξε σχετικά ικανοποιητική χρηματοδότηση της δωρεάν παροχής εκπαίδευσης κατά τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου, πράγμα που συνέβαλε αναμφισβήτητα στην κοινωνική κινητικότητα. Παρά τις αδυναμίες του, το αδιάβλητο σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς νέους προερχόμενους από τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα της κοινωνίας, να σπουδάσουν και να διεκδικήσουν την ισότιμη πρόσβαση τους στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου.

Τα τελευταία χρόνια όμως, σε ολόκληρη την Ευρώπη και ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, παρατηρείται μια αύξηση του κόστους της δωρεάν παροχής δημόσιων αγαθών η οποία δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της ποιότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εντείνεται η πίεση για όλο και μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση των αγαθών αυτών, καθώς το Κράτος αδυνατεί να χρηματοδοτήσει με επάρκεια την παροχή τους. Στην Ελλάδα, το διαχρονικό αίτημα για μαζικότερη πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, καθώς η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση έχουν κοινωνικά απαξιωθεί, δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες πιέσεις στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η οξύτατη οικονομική κρίση που διανύουμε έχει μεγεθύνει και περιπλέξει τα προβλήματα που προϋπήρχαν και έχει περιορίσει, ακόμη περισσότερο, την ευχέρεια κρατικής χρηματοδότησης του δημοσίου αγαθού της εκπαίδευσης. Ωστόσο, πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι δεν αποτελεί βιώσιμη και αξιόπιστη λύση για την Ανώτατη Εκπαίδευση η εξοικονόμηση πόρων μέσω της περικοπής των κονδυλίων για την έρευνα, της απόλυσης του ζωτικού για την εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων διοικητικού προσωπικού ή ακόμη, μέσω μεγαλύτερων μειώσεων των ήδη μειωμένων μισθών των καθηγητών.

Στις σημερινές συνθήκες, δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές λύσεις για τα Α. Ε. Ι. της χώρας μας. Είτε θα υπολειτουργούν και θα απαιτούν πόρους από το Κράτος, χωρίς αποτέλεσμα είτε θα αναζητήσουν πρόσθετους δικούς τους πόρους, οι οποίοι μπορούν να προέλθουν από: α) την αξιοποίηση της περιουσίας τους με επαγγελματικό τρόπο β) τη διεκδίκηση περισσότερων ερευνητικών έργων και χορηγιών και γ) την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών δια βίου μάθησης, την οργάνωση ξενόγλωσσων μεταπτυχιακών προγραμμάτων κ. α., όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Οι πρόσθετοι αυτοί πόροι θα επιτρέψουν στα πανεπιστήμια μας να συνεχίσουν την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης και να διατηρήσουν το δημόσιο χαρακτήρα τους προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας.

Προφανώς, όλα τα παραπάνω απαιτούν από την πλευρά των Α. Ε. Ι. άνοιγμα στην κοινωνία, μεγάλη προσπάθεια, μεθοδικότητα, οργάνωση, αξιοπιστία, λογοδοσία και κυρίως υψηλή ποιότητα εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου. Η εκλογή νέων πρυτάνεων σε πολλά πανεπιστήμια της χώρας μπορεί να δώσει μια νέα ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση.


Για την αριστεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η Καθημερινή, 29/6/2014

Τ​​α ελληνικά πανεπιστήμια σήμερα αντιμετωπίζουν σοβαρή απαξίωση, με μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης και περικοπή των αμοιβών του εκπαιδευτικού προσωπικού, ενώ παράλληλα πρέπει να απαντήσουν στις σύγχρονες προκλήσεις. Η απαξίωση αυτή δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία τους και ταυτόχρονα ανατρέπει την κλίμακα αξιών στην κοινωνία. Αποθαρρύνει τους νέους από την προσπάθεια να κατακτήσουν τη γνώση και ωθεί Ελληνες καθηγητές να μεταναστεύσουν.

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το πρώτο πανεπιστημιακό Ιδρυμα της χώρας, αντιμετωπίζει ειδικότερα διοικητικά, οικονομικά και ακαδημαϊκά ζητήματα. Η εκλογή του πρύτανη, αποτελεί ευκαιρία να τα θέσουμε και να τα αντιμετωπίσουμε με σύμπνοια, μαζί με το Συμβούλιο, τη Σύγκλητο, τους Κοσμήτορες, τους Προέδρους, καθώς και με το εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό και τους φοιτητές.

Πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να ενισχύσουμε τη διοίκηση με αξιοκρατική στελέχωση προκειμένου να αυξηθεί η αποδοτικότητα, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται να πληρωθεί η θέση του γενικού γραμματέα και να προχωρήσουμε στην αναδιοργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών, με απόλυτη προσήλωση στη νομιμότητα, με βάση τον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό.

Είναι αναγκαίο να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες που προσφέρει ο ΕΛΚΕ. Απαιτείται να εξετασθεί σοβαρά η δημιουργία ΝΠΙΔ, όπως προβλέπει ο νόμος, προκειμένου να αυξηθούν αποτελεσματικότητα και διαφάνεια. Ετσι, θα γίνει εφικτή και η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Ιδρύματος με επαγγελματικό τρόπο.

Πρέπει να διεκδικήσουμε αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης και να αναζητήσουμε πόρους από το νέο ΕΣΠΑ για συμπλήρωση και συντήρηση του κτιριακού και εργαστηριακού εξοπλισμού του πανεπιστημίου μας, στο πλαίσιο ενός στρατηγικού σχεδιασμού. Ταυτόχρονα, πρέπει να εφαρμόσουμε απολύτως διαφανή διαχείριση και να εξοικονομήσουμε πόρους, ώστε να καλύπτονται με προτεραιότητα κρίσιμες λειτουργίες του πανεπιστημίου, όπως η καθαριότητα και η φύλαξη, που σήμερα αποτελούν ζητούμενα.

Για την αύξηση των πόρων του Ιδρύματός μας, χωρίς να κινδυνεύσει η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, πρέπει να επιδιώξουμε, μαζί με την αξιοποίηση της περιουσίας, ενίσχυση της έρευνας και των χορηγιών, καθώς και παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ομως, και για αυτό, χρειάζεται να ενισχύσουμε την επιστημονική αριστεία και τη διοικητική επάρκεια του πανεπιστημίου μας.

Η δημόσια και δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση γίνεται αδιαπραγμάτευτη, όταν είναι υψηλής ποιότητας και παρέχεται με υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Η πληρέστερη ένταξη των φοιτητών στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, η συμμετοχή στα μαθήματα, η βελτίωση σίτισης/στέγασης, κ.α μπορούν να συμβάλουν στον παραπάνω στόχο.

Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ακαδημαϊκή ευθύνη και την αξιολόγηση. Τα προγράμματα των σπουδών πρέπει να προσαρμόζονται στα διεθνή πρότυπα. Να συνδέονται περισσότερο με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Φαινόμενα αδιαφορίας, ανομίας και βίας που οδηγούν σε πανεπιστήμια με κλειστές σχολές και κέντρα ασυδοσίας, πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποφασιστικότητα και προσήλωση στη νομιμότητα.

Οι αξιολογήσεις των Τμημάτων έδειξαν ένα επίπεδο γενικά υψηλό, που μπορεί να βελτιωθεί, αν υπάρξει ενθάρρυνση της καινοτομίας, καλύτερη οργάνωση και χρηματοδότηση. Στα παραπάνω θα συμβάλει η στενότερη σύνδεση του Ιδρύματός μας με Ελληνες καθηγητές σε όλο τον κόσμο, καθώς και η ευρύτερη συνεργασία με πανεπιστήμια του εξωτερικού σε κοινά προγράμματα.

Είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω ζητήματα δεν αντιμετωπίζονται εύκολα. Ομως, υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις μέσα στο πανεπιστήμιό μας, που θέλουν να δώσουμε όλοι μαζί μια νέα ώθηση στο Ιδρυμά μας. Να δημιουργήσουμε το πανεπιστήμιο που ονειρευόμαστε: ανοικτό στην κοινωνία, με στόχο την αριστεία στην εκπαίδευση και την έρευνα στην Ελλάδα και τον κόσμο.


Επενδύοντας στη γνώση

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 4/05/14

Τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν οι συζητήσεις για την κατάρτιση και την εφαρμογή εθνικού σχεδίου για την ανάπτυξη της χώρας μας. Με την επιστημονική τεκμηρίωση ερευνητικών κέντρων (ΚΕΠΕ, ΙΟΒΕ, Κέντρο Αριστείας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.ά.) προτείνονται εναλλακτικές κατευθύνσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης και για τη βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Σ’ όλες τις προτάσεις υπάρχει μια προϋπόθεση, ότι απαιτείται η τήρηση των μακροοικονομικών ισορροπιών και η οριστική εξάλειψη των ελλειμμάτων (δημοσιονομικού και εξωτερικού). Ομως, η μακροχρόνια τήρηση των βασικών ισορροπιών στα οικονομικά μεγέθη προϋποθέτει, όχι μόνο τη διευθέτηση του συσσωρευμένου δημόσιου χρέους και την οριστική επίλυση του προβλήματος των τραπεζών, αλλά και την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων. Οι τομείς που πρέπει να στραφούν κατά προτεραιότητα οι επενδύσεις είναι γνωστοί, εφ’ όσον, όπως έχει διαπιστωθεί, η χώρα μας διαθέτει στους τομείς αυτούς συγκριτικά πλεονεκτήματα. Προφανώς, για να υπάρξει μακροχρονίως ικανοποιητικός ρυθμός ανάπτυξης στη χώρα μας, μέσω των επενδυτικών πρωτοβουλιών, και να ενισχυθεί η παραγωγική βάση με στόχο τις εξαγωγές (προκειμένου να μην υπάρχουν ελλείμματα και συνεχής εξωτερικός δανεισμός), τα παραγόμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες πρέπει να είναι διεθνώς ανταγωνιστικά.

Πώς όμως θα συμβεί αυτός ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας χωρίς να αναληφθεί μια τεράστια προσπάθεια επένδυσης στη γνώση; Γιατί η γνώση είναι αυτή που διαχέεται στην παραγωγική διαδικασία και με τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες αυξάνει την παραγωγικότητα και συνεπώς τη διεθνή ανταγωνιστικότητα ακόμη και στους πιο παραδοσιακούς τομείς και κλάδους μιας οικονομίας. Η επένδυση στη γνώση δεν αφορά μόνο την αύξηση των δαπανών για την έρευνα, αλλά και την αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση σ’ όλες τις βαθμίδες.

Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, η βελτίωση της εκπαίδευσης σε χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπως είναι η Ελλάδα, είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν τα αποτελέσματα της έρευνας (τα οποία παράγονται εγχωρίως και διεθνώς) στην παραγωγική διαδικασία με τη μορφή καινοτομιών. Η έρευνα είναι αναγκαία ώστε να παραχθεί νέα γνώση, δεν είναι όμως αρκετή για να ωθήσει την οικονομία σε υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας, αν δεν έχει εξασφαλιστεί υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο σε όλους τους εργαζομένους, ώστε να μπορούν να μεταφέρουν στην καθημερινή παραγωγική πράξη τη γνώση που παράγεται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα.

Δεν πρόκειται μόνο για δημιουργία μηχανισμών μεταφοράς της γνώσης από τα εργαστήρια στην παραγωγή, με διάφορους γνωστούς τρόπους σύνδεσης των επιχειρήσεων με τα ερευνητικά κέντρα και τα ΑΕΙ. Πρόκειται για μια προσπάθεια αναβάθμισης του ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού σε όλους τους τομείς και κλάδους, μέσω όλων των μορφών εκπαίδευσης (τυπική εκπαίδευση, διά βίου μάθηση, επιμόρφωση, κατάρτιση κ.ά.). Πρόκειται ακόμη για διασύνδεση της συσσωρευμένης και της νέας γνώσης με την καθημερινή πράξη των επιχειρήσεων και των δημοσίων υπηρεσιών, κυρίως αυτών που παρέχονται από παραγωγικά υπουργεία (Ανάπτυξης, Αγροτικής Ανάπτυξης κ.ά.), ώστε το ανθρώπινο δυναμικό που εργάζεται εκεί, να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με τον πιο αποδοτικό τρόπο τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Σήμερα, υπάρχουν σύγχρονα ψηφιακά συστήματα, ώστε η γνώση να είναι διαθέσιμη άμεσα σε όσους τη χρειάζονται. Μπορεί έτσι, η γνώση που παράγεται να μη μένει αχρησιμοποίητη στα εργαστήρια και στις βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων. Για να είναι όμως αποτελεσματική και μόνιμη η σύνδεση της γνώσης με την πράξη πρέπει το ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό να τη θεωρεί απαραίτητη στην καθημερινή του προσπάθεια. Αυτό μπορεί να συμβεί, μόνο αν ολόκληρη η ελληνική κοινωνία αντιληφθεί τη σημασία της γνώσης για τη βελτίωση της ποιότητας, όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της καθημερινής ζωής του.

Προκειμένου να επιτευχθεί τέτοιας έκτασης ποιοτική αλλαγή, πρέπει σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες να αναληφθεί μία τιτάνια προσπάθεια αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με στόχο όχι μόνο την απόκτηση περισσότερων γνώσεων, αλλά, κυρίως, την κατανόηση της σημασίας που έχει η γνώση στη βελτίωση της προσωπικότητας κάθε ατόμου ξεχωριστά, καθώς και στην ανάπτυξη της κοινωνίας και της οικονομίας της χώρας μας συνολικά.


Η σημασία της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 27/04/2014

Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, η σημασία της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού έχει από πολλά χρόνια επιβεβαιωθεί.Ολες οι σχετικές μελέτες εκτιμούν ότι η οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη μιας χώρας σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το εύρος και την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Δεν αμφισβητείται ότι η εκπαίδευση όλων των βαθμίδων δεν ωφελεί μόνον το άτομο που τη δέχεται, αλλά το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας. Γιατί όταν όλα τα άτομα έχουν περισσότερες δυνατότητες προσωπικής ανάπτυξης η κοινωνία και η οικονομία προοδεύουν.

Εχει επίσης μεγάλη σημασία, αν η εκπαίδευση παρέχεται από το δημόσιο τομέα, δωρεάν, ή αν παρέχεται από τον ιδιωτικό τομέα. Αν το σύνολο της εκπαίδευσης παρέχεται από τον ιδιωτικό τομέα, τότε ένα σημαντικό μέρος νέων που προέρχονται από χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δεν μπορεί να επωφεληθεί. Ετσι, δεν μπορεί να υπάρξει η αναζωογονητική κοινωνική κινητικότητα που ανανεώνει τις οικονομικές, κοινωνικές και πνευματικές ηγεσίες σε μια χώρα και συμβάλλει στην ανάπτυξή της με λιγότερες κοινωνικές τριβές και πολιτικές εντάσεις. Το μέγεθος της κοινωνικής κινητικότητας εξαρτάται από το πόσο δωρεάν είναι η δημόσια εκπαίδευση και από το πόσο υψηλή είναι η ποιότητά της.

Δεν είναι, συνεπώς, παράδοξο ότι οι σκανδιναβικές χώρες, που εξασφαλίζουν πραγματικά δωρεάν δημόσια και υψηλής ποιότητας εκπαίδευση, επιτυγχάνουν τα υψηλότερα ποσοστά κοινωνικής κινητικότητας, σύμφωνα με σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ.

Στη χώρα μας, όπως σε πολλές άλλες χώρες, συνυπάρχουν η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση και η ιδιωτική εκπαίδευση, εκτός από την τρίτη βαθμίδα, όπου επισήμως δεν παρέχεται ιδιωτική εκπαίδευση. Το ζήτημα είναι αν η παρεχόμενη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση είναι πράγματι δωρεάν και αν βρίσκεται σε αρκετά υψηλό επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζεται ικανοποιητική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και ταυτόχρονα μεγάλο ποσοστό κοινωνικής κινητικότητας.

Δεν είναι μυστικό ότι τις τελευταίες δεκαετίες η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση δεν είναι ούτε αρκετά δωρεάν ούτε, πολλές φορές, αρκετά υψηλού επιπέδου, ώστε να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, το κόστος της υποστηρικτικής διδασκαλίας (φροντιστήρια) για την εκμάθηση των ξένων γλωσσών και για την εισαγωγή στα ανώτατα ιδρύματα είναι τεράστιο και συνεχώς αυξανόμενο. Ταυτόχρονα, η ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, ενώ παρουσιάζει σημαντικές νησίδες αριστείας, δεν φαίνεται να ικανοποιεί τις σημερινές ανάγκες μετατροπής της σημερινής καταιγιστικής πληροφόρησης σε γνώση. Φαίνεται να λείπουν, μεταξύ άλλων, η συνεχής επιμόρφωση του εκπαιδευτικού προσωπικού και ο κατάλληλος εξοπλισμός, ενώ ο μονομερής προσανατολισμός των μαθητών προς τα ΑΕΙ εμποδίζει την ολοκληρωμένη εκπαίδευσή τους.

Οσον αφορά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία επισήμως παρέχεται μόνο από το δημόσιο τομέα, η έλλειψη ανταγωνισμού δεν φαίνεται να την κάνει χειρότερη από αυτή που παρέχεται στις άλλες βαθμίδες, όπου υπάρχει ανταγωνισμός με τον ιδιωτικό τομέα. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρά τον κατακερματισμό της, βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, όπως απέδειξαν οι εξωτερικές αξιολογήσεις (βλ. Εκθέσεις ΑΔΙΠ). Παράλληλα οι δυνατότητες των ελληνικών ΑΕΙ για παροχή εκπαίδευσης υψηλότερης ποιότητας θα μπορούσαν να βελτιωθούν, καθώς διαθέτει εξαιρετικής ποιότητας εκπαιδευτικό προσωπικό. Αρκεί να ξεπεραστούν τα οργανωτικά και διοικητικά προβλήματα των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί και πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Λόγω της κρίσης το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί με περικοπές της δημόσιας δαπάνης κατά 50%, ενώ οι αμοιβές του εκπαιδευτικού προσωπικού έχουν μειωθεί κατά 40% περίπου.

Αν αναλογισθεί κανείς αυτά τα προβλήματα, η συνεισφορά του εκπαιδευτικού μας συστήματος, τόσο στην ανάπτυξη όσο και στην κινητικότητα της ελληνικής κοινωνίας, είναι αξιοσημείωτη. Ομως αυτή η συνεισφορά περιορίζεται σημαντικά, λόγω του διαφορετικού προσανατολισμού του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ιδίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, σε σχέση με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Και στην προ κρίσης περίοδο, η σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης επιστημονικού δυναμικού στη χώρα μας ήταν προβληματική, σήμερα όμως είναι ακόμη χειρότερη, με αποτέλεσμα την απαξίωση της επιστημονικής γνώσης ή/και τη φυγή των Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό.


Το ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 9/03/14

Η ενασχόληση με τον τρόπο διοίκησης των ΑΕΙ, σήμερα στη χώρα μας, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μια ουσιαστικότερη συζήτηση, η οποία πρέπει να αφορά τόσο την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης όσο και την ποιότητα της παραγόμενης νέας γνώσης.

Ο τρόπος διοίκησης των πανεπιστημίων δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, δεν πρέπει να ικανοποιεί φιλοδοξίες και να κατανέμει εξουσίες, αλλά να υπηρετεί την πραγματική αποστολή των ΑΕΙ, δηλαδή την όσο το δυνατόν πληρέστερη παραγωγή και μετάδοση γνώσης προς όφελος των φοιτητών και της ελληνικής κοινωνίας.

Οι διάφοροι δημόσιοι οργανισμοί, πολλές φορές στη χώρα μας, εκτρέπονται από τον πραγματικό τους στόχο, να υπηρετούν, δηλαδή, την κοινωνία. Συχνά, με τον τρόπο οργάνωσής τους και κυρίως με τον τρόπο λειτουργίας τους, φαίνεται να εξυπηρετούν περισσότερο τους εργαζομένους τους και λιγότερο αυτούς στους οποίους οφείλουν πραγματικά την ύπαρξή τους.

Τα ΑΕΙ δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να δίνουν την εντύπωση ότι ακολουθούν τέτοιες πρακτικές, ότι, δηλαδή, ενδιαφέρονται περισσότερο να εξυπηρετήσουν τους εργαζομένους σ’ αυτά και ότι τοποθετούν σε δεύτερη μοίρα το ενδιαφέρον τους για τους φοιτητές και την κοινωνία. Η εξασφάλιση καλών συνθηκών εργασίας για τους καθηγητές όλων των βαθμίδων και για τους διοικητικούς υπαλλήλους πρέπει να υπηρετεί αποκλειστικά τον κύριο στόχο των ΑΕΙ, δηλαδή τη συνεχή βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της παραγόμενης νέας γνώσης, με εξωστρέφεια, αξιολόγηση του έργου τους και λογοδοσία προς την κοινωνία.

Εξασφάλιση υλικών και άυλων συνθηκών για την καλύτερη δυνατή διαδικασία παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι σε διοικητικές θέσεις πρέπει να απολαμβάνουν εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια και να έχουν αξιοπρεπείς αποδοχές, προκειμένου να εκτελούν με συνέπεια τα διοικητικά τους καθήκοντα. Ακόμη περισσότερο, οι καθηγητές όλων των βαθμίδων πρέπει, πέραν της εργασιακής σταθερότητας, της ασφάλειας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογης με τα υψηλά προσόντα τους, να απολαμβάνουν και την απόλυτη ακαδημαϊκή ελευθερία για να ασχολούνται απερίσπαστα (π.χ. χωρίς καταλήψεις κτηρίων) με το εκπαιδευτικό και ερευνητικό τους έργο.

Πόσα από τα παραπάνω αυτονόητα είναι εξασφαλισμένα στη σημερινή Ελλάδα; Αυτό αποτελεί ένα από τα πολλά ζητούμενα. Ούτε οι καλές συνθήκες εργασίας (κατάλληλοι χώροι, σύγχρονος εξοπλισμός, εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια, ικανοποιητικές αποδοχές κ.λπ.) είναι δεδομένες, αλλά ούτε και η αφοσίωση των εργαζομένων στο διοικητικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο τους αποτελεί πάντοτε τον κανόνα, για διάφορους λόγους.

Συχνά, οι φοιτητές, μετά τον πραγματικό «αγώνα» που κάνουν με το σημερινό σύστημα για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, συναντούν συνθήκες εκπαίδευσης που τους αποθαρρύνουν και τους απογοητεύουν. Τόσο οι κτηριακές υποδομές και ο εξοπλισμός όσο και η μαθησιακή διαδικασία και η φοιτητική μέριμνα δεν είναι πάντα σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αρκετοί φοιτητές, αντί να νιώθουν υπερήφανοι που κατόρθωσαν να εισαχθούν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, εγκαταλείπουν την προσπάθεια και ασχολούνται αποκλειστικά με εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες, ενώ, συχνά, και η ελληνική κοινωνία νιώθει απογοήτευση από τα ΑΕΙ της χώρας μας.

Προφανώς, οι διοικήσεις των ΑΕΙ δεν μπορούν να διορθώσουν όλα τα προβλήματα που αναφέρθηκαν. Για πολλά από τα παραπάνω η πολιτεία έχει την απόλυτη ευθύνη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, όπου η χρηματοδότηση για υποδομές και προσωπικό γίνεται με το σταγονόμετρο και κινδυνεύει ακόμη και ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης.

Οι διοικήσεις των ΑΕΙ μπορούν, όμως, να βελτιώσουν υποδομές και εξοπλισμούς και να βρουν πρόσθετους πόρους, επιδιώκοντας χορηγίες και αξιοποιώντας την περιουσία όσων Ιδρυμάτων διαθέτουν. Μπορούν, ακόμη, να εμπνεύσουν στους εργαζομένους, δηλαδή στους καθηγητές και στο διοικητικό προσωπικό, μεγαλύτερη αφοσίωση στο έργο τους και απόλυτη συνέπεια στα καθήκοντά τους, με σεβασμό στους νόμους και στους κανονισμούς, ώστε να αποτελούν παράδειγμα για τους φοιτητές.

Οι διοικήσεις των ΑΕΙ, μέσα σε κλίμα συνεργασίας και συνεννόησης με όλους, τόσο με την πολιτεία όσο και με τα Συμβούλια των Ιδρυμάτων, με τους καθηγητές και το διοικητικό προσωπικό, μπορούν να βελτιώσουν το παραγόμενο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο, θέτοντας ως πρώτο και κύριο στόχο την όσο το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των προσδοκιών, τόσο των φοιτητών όσο και της ελληνικής κοινωνίας.


Η χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 11 Αυγούστου 2013

Η οικονομική ανάπτυξη των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών τροφοδότησε και τροφοδοτήθηκε από την παροχή δημόσιων αγαθών και άλλαξε ριζικά τον κοινωνικό χάρτη των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.

Η δωρεάν παροχή των δημόσιων αγαθών της παιδείας και της υγείας δημιούργησε μια περισσότερο δίκαιη κοινωνία επιτρέποντας την πρόσβαση των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών στρωμάτων σε αυτά τα αγαθά. Ιδιαίτερα η δωρεάν παροχή του δημόσιου αγαθού της εκπαίδευσης, και μάλιστα της ανώτατης, έδωσε τη δυνατότητα σε κοινωνικά στρώματα, που θα έμεναν πάντα στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής προόδου, να επωφεληθούν και να βελτιώσουν σημαντικά τη θέση τους.

Στη χώρα μας, παρά τη φοροδιαφυγή και συνεπώς την ανεπάρκεια δημόσιων εσόδων, από τη μια πλευρά, και τις σπατάλες στη δημόσια διαχείριση των πόρων, από την άλλη, η δωρεάν παροχή εκπαίδευσης -και κυρίως ανώτατης εκπαίδευσης- συνέβαλε αναμφισβήτητα στην κοινωνική κινητικότητα. Πολλά παιδιά φτωχών αγροτών ή εργατών επωφελήθηκαν από τη δυνατότητα δωρεάν πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση (με ένα μάλλον ακατάλληλο, αλλά αδιάβλητο σύστημα επιλογής) και κατέκτησαν αξιοζήλευτες θέσεις.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, σε ολόκληρη την Ευρώπη και ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, το κόστος της δωρεάν παροχής δημόσιων αγαθών αυξάνεται και η ποιότητα χειροτερεύει. Η πίεση για όλο και περισσότερη ιδιωτικοποίηση της παροχής των αγαθών αυτών γίνεται μεγαλύτερη, καθώς το κράτος αδυνατεί πλέον να χρηματοδοτήσει με επάρκεια την παροχή τους.

Στην Ελλάδα, η ανάγκη για μαζικότερη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς τα ενδιάμεσα στάδια της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης έχουν κοινωνικά απαξιωθεί, δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες χρηματοδοτικές δυσκολίες στον κρατικό προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα, η πελατειακού τύπου γεωγραφική διασπορά πανεπιστημίων και τεχνολογικών ιδρυμάτων αυξάνει το κόστος και μειώνει την ποιότητα της δωρεάν παροχής του αγαθού της ανώτατης εκπαίδευσης.

Ιδιαίτερα η σημερινή οικονομική κρίση στον κόσμο, στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο την ευχέρεια κρατικής χρηματοδότησης της παροχής δημόσιων αγαθών, και ειδικότερα του αγαθού της εκπαίδευσης σε ανώτατο επίπεδο. Οι δημόσιες δαπάνες περικόπτονται καθώς τα δημόσια έσοδα περιορίζονται λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, η οποία έχει πάρει δραματικές διαστάσεις.

Το κράτος δεν έχει πολλές επιλογές: υποχρηματοδότηση ή/και διακοπή της δωρεάν δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης στο πλαίσιο μιας ορθολογικότερης διαχείρισης, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος. Το σχέδιο «Αθηνά» προσπάθησε, παρά τις προχειρότητες και τα λάθη, να ανταποκριθεί σ’ αυτή την ανάγκη εξορθολογισμού, με καταργήσεις και συγχωνεύσεις πανεπιστημιακών και τεχνολογικών τμημάτων. Ομως το ελληνικό κράτος, πιεζόμενο ή όχι από τους εταίρους και δανειστές μας, δεν έχει αρκετούς πόρους για να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες των ΑΕΙ, ακόμη και μετά το σχέδιο «Αθηνά».

Στις σημερινές συνθήκες, ουσιαστικά δύο δρόμοι υπάρχουν για τα ΑΕΙ της χώρας μας: ο ένας είναι να υπολειτουργούν και να απαιτούν, μάταια, πόρους από το κράτος, μέχρι να συρρικνωθούν και να κλείσουν. Ο άλλος δρόμος είναι να αναζητήσουν δικούς τους πόρους, με αξιοποίηση της περιουσίας τους, αν έχουν (και πολλά έχουν, όπως π.χ. το Πανεπιστήμιο Αθηνών), και με χορηγίες, προς όφελος του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου τους, όπως γίνεται σε άλλες χώρες, προκειμένου να αποφύγουν τα δίδακτρα.

Προφανώς, η αξιοποίηση της περιουσίας απαιτεί προσπάθεια, μεθοδικότητα και ικανότητα, ενώ η άντληση χορηγιών απαιτεί αξιοπιστία, λογοδοσία και υψηλή ποιότητα εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου. Ομως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί βιώσιμη και δίκαιη λύση η εξοικονόμηση πόρων από το κράτος με απόλυση διοικητικού προσωπικού των ΑΕΙ ή, ακόμη, με μεγαλύτερες μειώσεις των ήδη μειωμένων μισθών των καθηγητών ή με περικοπές και παρακρατήσεις αμοιβών από τη νόμιμη άσκηση των ερευνητικών ή επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.


Ο εξευτελισμός της γνώσης

ΕΘΝΟΣ, 11/9/2012

Σ’ όλες τις εποχές, από την Αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα μέχρι και τη Νεωτερική Εποχή, η Γνώση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ύπαρξης και ανάπτυξης μιας κοινωνίας και συνεπώς παραγωγοί και φορείς της Γνώσης αξιολογούνταν και αμείβονταν αναλόγως. Σήμερα, σ’ όλες τις χώρες του κόσμου οι καθηγητές Πανεπιστημίου, ως κατεξοχήν φορείς και παραγωγοί Γνώσης, έχουν ειδική μεταχείριση ως προς τις αμοιβές τους.

Η ειδική αυτή μεταχείριση των Καθηγητών δεν είναι μόνο αποτέλεσμα μακροχρόνιων σπουδών και συνεχών αξιολογήσεων, αλλά οφείλεται και στο γεγονός ότι είναι αυτοί που «παράγουν» το επιστημονικό δυναμικό μιας χώρας και στελεχώνουν τις απαιτητικότερες σε Γνώση θέσεις του κρατικού μηχανισμού. Επιπλέον, σε δύσκολες στιγμές για την επιβίωση ενός έθνους, οι καθηγητές Πανεπιστημίου, ως κάτοχοι της Γνώσης που απαιτείται για το ξεπέρασμα μιας κρίσιμης κατάστασης, καλούνται να αναλάβουν και τη διακυβέρνηση της χώρας (βλ. πρόσφατα, κυβέρνηση Μόντι στην Ιταλία, υπηρεσιακή κυβέρνηση στην Ελλάδα κ.α.).

Ορθώς, συνεπώς, το κράτος και στη χώρα μας επεφύλαξε ιδιαίτερη μεταχείριση στους καθηγητές Πανεπιστημίου, προσδιορίζοντας αμοιβές ανάλογες μ’ αυτές των δικαστικών λειτουργών και των βουλευτών. Πριν από μερικά χρόνια αυτή η αναλογία ανετράπη, παρότι και οι ίδιοι οι δικαστές και οι πτυχιούχοι βουλευτές αποτελούν «προϊόν» των καθηγητών Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια έγιναν απαξιωτικές περικοπές της τάξης του 30% των ήδη χαμηλών, με βάση διεθνείς συγκρίσεις, αμοιβών τους. Σήμερα, με τις προγραμματιζόμενες νέες μειώσεις, επέρχεται ο απόλυτος εξευτελισμός.

Προφανώς, δεν απαξιώνονται ούτε εξευτελίζονται οι καθηγητές Πανεπιστημίου ως πρόσωπα, γιατί οι περισσότεροι διαθέτουν αναγνώριση της αξίας τους και σε διεθνές επίπεδο. Εξευτελίζεται όμως η Γνώση στη χώρα μας και απαξιώνεται πλήρως η λειτουργία της ως κρίσιμου συντελεστή για την ύπαρξη και την ανάπτυξη της κοινωνίας μας ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης, όταν έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Αφού καθυβρίστηκαν τα τελευταία χρόνια, από άγνοια, υστεροβουλία ή/και φθόνο, οι φορείς της, οι καθηγητές Πανεπιστημίου, είναι ευκολότερο τώρα να εξευτελίζεται πλήρως αυτό που διαθέτουν, δηλαδή η Γνώση.


Το τρίγωνο της γνώσης

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 20/2/2011

Το «τρίγωνο της γνώσης» εκφράζει τη στενή σχέση μεταξύ των τριών βασικών στοιχείων της αναπτυξιακής στρατηγικής στη σύγχρονη εποχή, δηλαδή της έρευνας, της εκπαίδευσης και της καινοτομίας.

Η έρευνα παράγει νέα γνώση, η οποία μεταδίδεται μέσω της εκπαίδευσης και, στη συνέχεια, το καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό είναι σε θέση να εφαρμόσει νέες τεχνολογικές και οργανωτικές μεθόδους και διαδικασίες, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα και βελτιώνουν την ποιότητα της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών. Η αύξηση της παραγωγικότητας και η βελτίωση της ποιότητας αυξάνει την ποσότητα και την αξία του παραγόμενου προϊόντος, χωρίς να αυξάνονται οι χρησιμοποιούμενοι πόροι, πράγμα που μειώνει το κόστος παραγωγής και βελτιώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αυξάνονται και οι αμοιβές των εργαζομένων.

Δυστυχώς, η ελληνική κοινωνία δεν είναι εξοικειωμένη μ’ αυτές τις έννοιες, επιθυμεί, όμως, να καταναλώνει προϊόντα υψηλής ποιότητας, που παράγονται σε άλλες χώρες, οι οποίες έχουν αντιληφθεί πριν από χρόνια τη σημασία που έχει για την ανάπτυξή τους το τρίγωνο της γνώσης. Οι χώρες αυτές δεν είναι μόνο οι γνωστές παραδοσιακά αναπτυγμένες, αλλά και η Φιλανδία, η Κορέα, η Ταϊβάν κ.ά. καθώς και οι αναδυόμενες χώρες, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία κ.ά. Οι χώρες αυτές έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην προώθηση της καινοτομίας και έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην παραγωγή τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων και στην παροχή σύγχρονων υπηρεσιών.

Σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται στη δίνη της υπερχρέωσης, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας και της ύφεσης της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ έχει γίνει κατανοητή η σημασία του τριγώνου της γνώσης στο επίπεδο των διακηρύξεων, δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένες πράξεις. Τόσο στο επίπεδο των δημόσιων πολιτικών για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία, όσο και στο επίπεδο των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα να μετουσιωθούν οι διακηρύξεις σε χρηματοδότηση και καλύτερη οργάνωση και των τριών πυλώνων του τριγώνου της γνώσης.

Η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας βρίσκεται ακόμη στα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο της Ε.Ε., χωρίς κανέναν προσανατολισμό και προτεραιότητα. Οι προσπάθειες βελτίωσης της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες καθυστερούν κυρίως από έλλειψη πόρων. Η υποστήριξη της εφαρμογής καινοτομικών μεθόδων στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών πελαγοδρομεί. Η ίδια και χειρότερη κατάσταση επικρατεί στον ιδιωτικό τομέα, όπου ελάχιστες είναι οι επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν έρευνα ή που έχουν διάθεση να υποστηρίξουν με χορηγίες την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ακόμη λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που καινοτομούν στην παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Ομως, αν στη σημερινή συγκυρία της ύφεσης δεν υπάρξουν δημόσια χρηματοδοτική υποστήριξη και καλύτερη οργάνωση των πολιτικών για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία, τότε οι πιθανότητες δημιουργίας αναπτυξιακής δυναμικής μειώνονται σημαντικά, πράγμα που δυσκολεύει την προσπάθεια αποπληρωμής του χρέους της χώρας μας και μεταθέτει το βάρος στη μείωση των αμοιβών των εργαζομένων.

Ανάλογα, αν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν προσπαθήσουν να υπερβούν τη σημερινή κατάσταση με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αύξησης της παραγωγικότητας, βελτίωσης της ποιότητας παραγωγής και συνεπώς της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους, που προσφέρει το τρίγωνο της γνώσης, επιδιώκοντας μόνο περιορισμό του εργατικού κόστους και φορολογικές ελαφρύνσεις, τότε θα βυθιστούν ακόμη περισσότερο στην κρίση.


Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: