Αρχική » Uncategorized (Σελίδα 22)
Category Archives: Uncategorized
Οι «φούσκες» της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας
Καθώς η παγκόσμια οικονομική κρίση συνεχίζεται, οι οικονομίες των χωρών της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας, η μία μετά την άλλη, βρίσκονται σε δυσκολία να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους (του προϋπολογισμού και των εξωτερικών πληρωμών) ή/και να «ανακεφαλαιοποιήσουν» το τραπεζικό τους σύστημα. Προφανώς, μεταξύ των χωρών αυτών υπάρχουν μεγάλες διαφορές στον τρόπο που φτάνουν σ’ αυτή τη «δυσκολία», καθώς και στον τρόπο που επιχειρείται η «διάσωσή» τους.
Ομως υπάρχουν κοινά στοιχεία που καθιστούν ευάλωτες τις οικονομίες, της Ισπανίας, της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και τελευταία της Κύπρου, τις οδηγούν στη δημιουργία οικονομικών αδιεξόδων και τελικά τις αναγκάζουν να αναζητήσουν συνδρομή από τις ισχυρότερες χώρες-μέλη της Ευρωζώνης.
Τα βασικά κοινά χαρακτηριστικά όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας είναι ότι: α) ανήκουν στην Ευρωζώνη, έχουν δηλαδή κοινό νόμισμα με τις ισχυρές χώρες-μέλη, β) έχουν χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και γενικότερα χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικών δυνατοτήτων (λόγω της ιστορικής τους πορείας, σε σχέση με τις ισχυρές χώρες του Ευρωπαϊκού Κέντρου), γ) τα πολιτικά τους συστήματα είναι ευεπίφορα σε πελατειακού τύπου πρακτικές, δ) οι δημόσιες διοικήσεις τους δεν διακρίνονται πάντοτε για αποτελεσματικότητα και ε) ο δημόσιος τομέας τους καλύπτει συνήθως μεγάλο μέρος των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.
Ομοιότητες επίσης υπάρχουν στο γεγονός ότι οι οικονομίες των χωρών αυτών στα πρώτα χρόνια της συμμετοχής τους στην Ευρωζώνη επωφελήθηκαν σημαντικά, αυξάνοντας το συνολικό εγχώριο προϊόν τους και τα εισοδήματα των εργαζομένων τους, καθώς η υιοθέτηση του ευρώ προσέφερε τη δυνατότητα στο δημόσιο τομέα τους αλλά και στα τραπεζικά τους συστήματα να δανείζονται με χαμηλά επιτόκια από τις διεθνείς αγορές. Η δυνατότητα αυτή οδήγησε, άλλοτε στον εκτροχιασμό των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού τους, άλλοτε στην υπέρμετρη έκθεση του τραπεζικού τους συστήματος σε επισφαλείς πάσης φύσεως δανειοδοτήσεις ή και στα δύο. Ο Εθνικός Κρατικός Προϋπολογισμός έσπευσε να καλύψει τα ανοίγματα τραπεζών τους και έτσι διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος πέρα από τα όρια του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Ηδιόγκωση των οικονομιών των χωρών αυτών, μέσω της δημοσιονομικής χαλάρωσης ή/και της υπερβολικής δανειοδότησης, αύξησε τη ζήτηση κυρίως για κατανάλωση και κατοικίες, χωρίς να μπορεί το εγχώριο παραγωγικό σύστημα να ανταποκριθεί, λόγω της ιστορικής του καθυστέρησης, με αποτέλεσμα να διογκωθούν τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (εμπορικό έλλειμμα) και τα επισφαλή ανοίγματα στο τραπεζικό σύστημα.
Στη φάση αυτή της διόγκωσης των οικονομιών των χωρών της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας δεν μπορούσε να γίνει αύξηση του επιτοκίου, ώστε να περιοριστεί ο δανεισμός, ούτε υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να περιοριστεί το εμπορικό έλλειμμα. Η συμμετοχή των χωρών αυτών στην Ευρωζώνη έχει αφαιρέσει αυτή την ευχέρεια από τα εθνικά κράτη, αφήνοντάς τους μόνο τη δυνατότητα άσκησης περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής και ευελιξίας (μείωσης) των μισθών. Ομως σε καμιά σχεδόν από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας δεν υπήρξαν τέτοιες πολιτικές ούτε ήταν εύκολο να υπάρξουν μπροστά στην πίεση για αύξηση της κατανάλωσης από σχεδόν όλες τις κοινωνικές ομάδες και την αδυναμία των πολιτικών συστημάτων να αντισταθούν.
Ετσι, η διόγκωση του δημόσιου και του ιδιωτικού δανεισμού συνεχίστηκε μέχρι που οι διεθνείς αγορές, λόγω της παγκόσμιας κρίσης, σταμάτησαν να δανείζουν τα κράτη και τις τράπεζες των χωρών της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας. Οι «φούσκες» έσκασαν και χρειάζεται η συνδρομή των ισχυρών χωρών της Ευρωζώνης για τη διάσωσή τους. Η συνδρομή έρχεται καθυστερημένα και συνοδεύεται από όρους οικονομικά και κοινωνικά επώδυνους, χωρίς πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, με τις συνέπειες που γνωρίζουμε σήμερα.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 31 Μαρτίου 2013
Τιμωρητική ευρωπαϊκή διάσωση
Η στάση των οικονομικά ισχυρότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με πρώτη τη Γερμανία, μοιάζει τα τελευταία χρόνια να είναι τιμωρητική των παρεκκλίσεων και των κακών πρακτικών διακυβέρνησης των λιγότερο ισχυρών χωρών της Ενωσης. Ως εάν οι ισχυρές χώρες αυτές να έχουν ανακηρυχθεί σε υπέρτατους κριτές της συμπεριφοράς των αδυνάτων, κάπως σαν τους αυστηρούς καθηγητές μιας τάξης, όπου υπάρχουν απείθαρχοι μαθητές και χρειάζεται τιμωρία για να συμμορφωθούν με κανόνες, τους οποίους οι ισχυρές χώρες ουσιαστικά μονομερώς έχουν επιβάλει.
Η στάση αυτή των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών εγείρει μια σειρά από ζητήματα, όπως:
α) Από πού αντλούν το δικαίωμα της επιβολής κανόνων πολιτικής και οικονομικής συμπεριφοράς, οι οποίοι δεν έχουν, από κοινού και χωρίς καταναγκασμό, συμφωνηθεί;
β) Κατά πόσον οι ίδιες οι ισχυρές χώρες τηρούν απολύτως τους κανόνες τους οποίους προσπαθούν να επιβάλουν;
γ) Υπάρχουν πράγματι τέτοιοι απαραβίαστοι και απόλυτοι κανόνες πολιτικής και οικονομικής συμπεριφοράς που να έχουν καθολική ισχύ σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση;
δ) Η επιβολή αυτών των κανόνων πολιτικής και οικονομικής συμπεριφοράς είναι ανιδιοτελής και προάγει πάντοτε το κοινό ευρωπαϊκό καλό;
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι δύσκολη, γιατί δύσκολα μπορεί να διακρίνει κανείς μέσα σε μια ένωση χωρών, ποια είναι τα όρια «καλής συμπεριφοράς» μεταξύ των χωρών-μελών και πότε ακριβώς γίνεται κατάχρηση της «δεσπόζουσας θέσης» ορισμένων ισχυρών χωρών-μελών έναντι των λιγότερο ισχυρών.
Φαίνεται, όμως, ότι από τότε που άρχισε η «διάσωση» των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών των χωρών-μελών από τις πιο ισχυρές, δηλαδή από τις αρχές του 2010, γίνεται όλο και περισσότερο σαφές ότι η παροχή οικονομικής συνδρομής δεν γίνεται πάντοτε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης μεταξύ χωρών-μελών σε μια προσπάθεια ισότιμης συνεννόησης μεταξύ τους για το δέον γενέσθαι προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ενωση να βγει από την κρίση. Αντίθετα, επιβάλλονται από τις ισχυρές χώρες λύσεις, οι οποίες συχνά δεν έχουν αποτέλεσμα, καθώς είναι προϊόντα μονομερούς επεξεργασίας των ισχυρών και δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικότητες και τις ιδιομορφίες των λιγότερο ισχυρών χωρών-μελών, οι οποίες όμως είναι υποχρεωμένες να τις δεχθούν και να τις εφαρμόσουν.
Για παράδειγμα, η συμμόρφωση της χώρας μας σε μια πολιτική που συνεχώς μειώνει το ΑΕΠ και αυξάνει την ανεργία και τη φτώχεια προκειμένου να μειωθούν τα ελλείμματα στον προϋπολογισμό και στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, είναι οικονομικά αναγκαία, αλλά προκαλεί τεράστια κοινωνική καταστροφή. Προφανώς, η πολιτική αυτή μόνο τυπικά αποτελεί προϊόν κοινής επεξεργασίας μεταξύ της χώρας μας και των ισχυρών – δανειστών και εταίρων μας. Ουσιαστικά επιβλήθηκε ως μοναδική λύση, εφ’ όσον η χώρα μας τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε πράγματι ακολουθήσει τους ευρωπαϊκούς κανόνες και πρέπει τώρα όχι απλώς να επανέλθει στο «σωστό δρόμο», αλλά ταυτόχρονα να «τιμωρηθεί» γι’ αυτό.
Στην περίπτωση της Κύπρου, η απόφαση για «φορολόγηση» των καταθέσεων ελήφθη (χωρίς να υπολογιστούν οι καταστροφικές συνέπειές της για την κυπριακή οικονομία και για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση), προκειμένου να υποχρεωθούν οι καταθέτες Κύπριοι και άλλοι (κυρίως Ρώσοι) να συνεισφέρουν στη διάσωση της κυπριακής οικονομίας. Η απόφαση επιβλήθηκε, μονομερώς ουσιαστικά, από τους ισχυρούς Ευρωπαίους εταίρους-δανειστές με την αιτιολογία ότι στις κυπριακές τράπεζες υπάρχουν πάρα πολλές καταθέσεις που δεν προέρχονται από χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συνεπώς δεν θα έπρεπε να διασωθούν με ευρωπαϊκή οικονομική συνδρομή.
Η άρνηση της Κύπρου να δεχθεί τη λύση αυτή ως μοναδική, φαίνεται να τιμωρείται, καθώς σημαίνει πλήρη διάρρηξη των σχέσεών της με τους ισχυρούς Ευρωπαίους εταίρους-δανειστές της, με άγνωστες συνέπειες για την κυπριακή οικονομία και για τη γεωπολιτική ισορροπία της περιοχής.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 24 Μαρτίου 2013
Η αντιμετώπιση της ανεργίας
Το φαινόμενο της ανεργίας είναι απολύτως σύμφυτο με την οικονομία της αγοράς δηλαδή με το καπιταλιστικό σύστημα.
Εξαρτάται από την οικονομική συγκυρία. Οταν η οικονομία βρίσκεται σε άνθηση ή σε ύφεση, η ανεργία αυξομειώνεται. Συχνά το ποσοστό ανεργίας που παραμένει, παρά το γεγονός ότι μια οικονομία βρίσκεται σε άνθηση, ονομάζεται ανεργία «τριβής» και εξαρτάται κυρίως από την κινητικότητα της εργασίας μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής και την καταλληλότητα του εργατικού δυναμικού να απασχοληθεί σε ανερχόμενους τομείς μιας οικονομίας. Προφανώς η καταλληλότητα του εργατικού δυναμικού εξαρτάται από τη συμβατότητα μεταξύ κατεύθυνσης της εκπαίδευσης και κατεύθυνσης της παραγωγής σε μια χώρα.
Στην Ελλάδα σήμερα η ανεργία φθάνει στο 27% του ενεργού πληθυσμού και σύμφωνα με προβλέψεις σύντομα μπορεί να ξεπεράσει το 30%. Ιδιαίτερα η ανεργία στους νέους πλησιάζει το 60% και οι προοπτικές είναι εξαιρετικά δυσοίωνες. Προφανώς η ανεργία οφείλεται στη μεγάλη μείωση της παραγωγής, εφ’ όσον η ύφεση έχει φθάσει συσσωρευτικά στο περίπου 25% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Στην περίοδο πριν από την κρίση, ένα μεγάλο μέρος της ανεργίας στη χώρα μας μπορούσε να αποδοθεί στη διαφορά κατεύθυνσης της εκπαίδευσης σε σχέση με την κατεύθυνση της παραγωγής (περισσότερο επιστημονική-θεωρητική παρά τεχνολογική-επαγγελματική εκπαίδευση, όταν η ελληνική οικονομία είχε ανάγκη από το ακριβώς αντίθετο). Σήμερα αυτή η αιτία γίνεται δευτερεύουσα σε σχέση με τη μεγάλη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας.
Αν η διαπίστωση αυτή είναι σωστή, τότε χρειάζεται προφανώς αύξηση της παραγωγής μέσω αύξησης των επενδύσεων στον ιδιωτικό αλλά και στο δημόσιο τομέα. Χρειάζεται επίσης αναπροσανατολισμός, είτε της κατεύθυνσης της οικονομίας, ώστε να χρειάζεται περισσότερο την επιστημονική-θεωρητική γνώση του εργατικού δυναμικού, είτε αναπροσανατολισμός της εκπαίδευσης, ώστε να προσφέρει περισσότερο τεχνολογική-επαγγελματική γνώση στο εργατικό δυναμικό, είτε προφανώς και τα δύο, ώστε να υπάρξει σύγκλιση. Η κατάρτιση και η διά βίου εκπαίδευση έχουν πολύ μεγάλη σημασία για το σκοπό αυτό.
Ενας άλλος τρόπος μείωσης της ανεργίας και ταυτόχρονα βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, ώστε να αυξηθεί έτσι η παραγωγή για εξαγωγές, είναι η μείωση της αμοιβής της εργασίας με στόχο την αλλαγή του συνδυασμού των παραγωγικών συντελεστών με υποκατάσταση του σχετικά ακριβού κεφαλαίου από φθηνή εργασία. Ο τρόπος αυτός μείωσης της ανεργίας που σήμερα επιβάλλεται από τους δανειστές μας (τρόικα) είναι από κάθε άποψη καταστροφικός, γιατί καταδικάζει την ελληνική οικονομία σε τεχνολογική υπανάπτυξη και τους εργαζομένους σε διαρκή φτώχεια λόγω της μείωσης της αμοιβής της εργασίας. Ο τρόπος αυτός είναι επιπλέον και ατελέσφορος, γιατί τα όρια της μείωσης της αμοιβής της εργασίας σε σχέση με το υψηλό κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα είναι προφανή σε σχέση με άλλες γειτονικές χώρες, όπου το κόστος διαβίωσης είναι πολύ χαμηλότερο.
Για το λόγο αυτό ο τρόπος μείωσης της ανεργίας, μέσω της μείωσης της αμοιβής της, πρέπει να αποκρουσθεί όχι ρητορικά, αλλά με εφαρμογή μιας πολιτικής που θα δημιουργεί συνθήκες αύξησης της παραγωγής μέσω νέων επενδύσεων σε τεχνολογικά προηγμένους κλάδους, οι οποίοι απαιτούν εξειδικευμένη επιστημονική γνώση. Με τον τρόπο αυτό, και όχι με τη μείωση της αμοιβής της εργασίας, μπορεί να μειωθεί το κόστος ανά μονάδα παραγωγής και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα ώστε να αυξηθούν οι εξαγωγές(*).
Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για να μην καταδικασθεί η χώρα μας σε μόνιμη τεχνολογική υπανάπτυξη και σε συνεχή μείωση των αμοιβών της εργασίας, δηλαδή σε μόνιμη φτώχεια του μεγαλύτερου μέρους των Ελλήνων πολιτών.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 17 Μαρτίου 2013
Ιταλία: άρνηση προσαρμογής
Οι πρόσφατες εκλογές στην Ιταλία έδειξαν ότι οι Ιταλοί ψηφοφόροι απορρίπτουν την γερμανικής έμπνευσης πολιτική της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής, η οποία εφαρμόστηκε τον τελευταίο καιρό για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η Ιταλία είναι μία μεγάλη χώρα -τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρωζώνη, μετά τη Γερμανία και τη Γαλλία- και η παραγωγική βάση της είναι αρκετά ισχυρή. Τα προβλήματα διεθνούς ανταγωνιστικότητας, που έχει, οφείλονται κυρίως στην υψηλή ισοτιμία του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων, η οποία δυσχεραίνει τις εξαγωγές των ιταλικών προϊόντων.
Το ζήτημα της νομισματικής ισοτιμίας αποτελεί μία υπόθεση που έχει μεγάλη ιστορία. Από την ίδρυση της Ε.Ε./ ΕΟΚ το ζήτημα της ισοτιμίας των νομισμάτων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, και δευτερευόντως της Γαλλίας, έβρισκε κάποια λύση με τις υποτιμήσεις των νομισμάτων τους έναντι των νομισμάτων της Γερμανίας και της Ολλανδίας. Η δημιουργία του ευρώ τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει την ανάγκη προσαρμογής της ιταλικής οικονομίας, όπως και των άλλων οικονομιών της νότιας Ευρώπης, στα νέα δεδομένα, δηλαδή στην εφαρμογή αυστηρής δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής, εφ’ όσον δεν είναι πλέον δυνατές οι υποτιμήσεις των εθνικών τους νομισμάτων. Η δυσκολία της προσαρμογής αυτής στην Ιταλία, όπως και σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, συμπεριλαμβανομένης, εν μέρει, και της Γαλλίας, οδηγεί σε ελλείμματα στον Προϋπολογισμό και στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και συνεπώς σε συσσώρευση δημόσιου χρέους σ’ αυτές τις χώρες, με αποκορύφωμα προφανώς την Ελλάδα. Η επιμονή της Γερμανίας και των βορείων συμμάχων της σε μια πολιτική που στοχεύει στην επιβολή, από τη μια πλευρά, δημοσιονομικής προσαρμογής, με μειώσεις των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φόρων, και από την άλλη, εισοδηματικής λιτότητας, με καθήλωση ή/και μείωση των εισοδημάτων, προκειμένου να μειωθούν τα προαναφερόμενα ελλείμματα, προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η πολιτική αυτή της προσαρμογής, που επιβάλλεται από τη βόρεια στη νότια Ευρώπη και προκαλεί μείωση της οικονομικής δραστηριότητας (ύφεση) και αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, μπορεί να συνεχιστεί, καθώς συναντά όλο και πιο σθεναρή αντίσταση από το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών των χωρών της νότιας Ευρώπης. Είναι μάλλον προφανές ότι οι παραγωγικές και οι κοινωνικές δομές των χωρών της νότιας Ευρώπης δεν μπορούν να «αντέξουν» αυτού του είδους την επιβαλλόμενη προσαρμογή από τις βορειότερες χώρες. Φαίνεται ότι δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτικού συστήματος των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, δηλαδή ικανότητας της πολιτικής ηγεσίας να ακολουθήσει μια οικονομική πολιτική που επιβάλλεται ως μοναδική λύση, προκειμένου να προσαρμοστούν οι οικονομίες τους στα δεδομένα της Ευρωζώνης.
Είναι ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών του Νότου είναι άμοιρες ευθυνών για τον εκτροχιασμό των οικονομιών τους μόλις άρχισε να εκδηλώνεται η οικονομική κρίση. Συνεπώς, πέρα από το ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας, το ζητούμενο είναι να υπάρξει μια διαφορετική ευρωπαϊκή πολιτική που να συνυπολογίζει τις τεράστιες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες προσαρμογής των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, προκειμένου να συνεχιστεί η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χωρίς κοινωνικές εκρήξεις.
Προφανώς, μια διαφορετική πολιτική μπορεί να στοιχίσει βραχυπρόθεσμα στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά αύξηση του πληθωρισμού, μείωση των πλεονασμάτων στο εμπορικό ισοζύγιό τους και φορολογική επιβάρυνση, λόγω των αναγκαίων δημοσιονομικών μεταβιβάσεων προς τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Αποτελεί όμως τη μοναδική διέξοδο για να διατηρηθεί η Ευρωζώνη, από την οποία και ο ευρωπαϊκός Βορράς και ο ευρωπαϊκός Νότος αντλούν σημαντικά πολιτικά και οικονομικά οφέλη.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 3 Μαρτίου 2013
Ο Ολάντ και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία
Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στη χώρα μας, μπορεί να τεθεί και πάλι το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί μια σοσιαλδημοκρατική, «προοδευτική» οικονομική και κοινωνική πολιτική με τη συνδρομή της Γαλλίας στη σημερινή Ευρώπη.
Πόσο μπορεί να αλλάξει η γερμανικής έμπνευσης συντηρητική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης στην Ευρωζώνη, να σταματήσει, δηλαδή, η εφαρμογή μιας αυστηρής δημοσιονομικής, νομισματικής και εισοδηματικής πολιτικής, η οποία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, αυξάνει την ανεργία και διευρύνει τη φτώχεια, περιορίζοντας δραστικά το κοινωνικό κράτος και ρίχνοντας το βάρος της προσαρμογής για την αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας στη μείωση του εργατικού κόστους.
Ας σημειωθεί ότι για τη Γαλλία του σοσιαλδημοκράτη κ. Ολάντ, η εφαρμογή μιας διαφορετικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη δεν είναι μόνο ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα, αλλά συμβαδίζει με τα πάγια συμφέροντα της χώρας αυτής για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού Νότου μέσα στην Ευρωζώνη. Συνεπώς, είναι προς το συμφέρον της Γαλλίας η αντιμετώπιση της κρίσης των χωρών της νότιας Ευρώπης να επιτευχθεί όχι με αυστηρή λιτότητα, αλλά με αλληλεγγύη και αναπτυξιακή πολιτική.
Η αλληλεγγύη και η αναπτυξιακή πολιτική προφανώς αποτελούν και τις βασικές αρχές της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όπως εκφράζεται από το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και όπως περιλαμβανόταν και στο προεκλογικό πρόγραμμα του προέδρου Ολάντ. Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και αναπτυξιακή πολιτική σημαίνει μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος του χρέους των νότιων χωρών της Ευρώπης, σύμφωνα με την οποία είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για αύξηση της ρευστότητας με απ’ ευθείας αγορά ομολόγων από τα υπερχρεωμένα κράτη-μέλη, όπως γίνεται στις ΗΠΑ και σε άλλες αναπτυγμένες χώρες.
Ταυτόχρονα, ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και αναπτυξιακή πολιτική σημαίνει έκδοση ευρωομολόγων και δημιουργία κοινού Ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού και βέβαια πολύ ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή (περικοπές μισθών, αύξηση φορολογίας, μείωση κοινωνικών δαπανών κ.ά.). Πιο συγκεκριμένα, αναπτυξιακή πολιτική στη σοσιαλδημοκρατική της εκδοχή σημαίνει, τουλάχιστον, μεγαλύτερο περιθώριο ελλείμματος στους εθνικούς Προϋπολογισμούς από όσο επιτρέπει το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο», που υπεγράφη από τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. και στο οποίο είχε εναντιωθεί ο πρόεδρος Ολάντ, χωρίς όμως να επιμείνει στη συνέχεια.
Αν κρίνει κανείς από τους πρώτους οκτώ μήνες της προεδρίας του κ. Ολάντ, η απάντηση στο αρχικό ερώτημα, κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική με τη συνδρομή της «σοσιαλδημοκρατικής» Γαλλίας, είναι μάλλον αρνητική με βάση τους σημερινούς πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη. Η γερμανική αντίληψη έχει παγιωθεί με τη σύμφωνη γνώμη των βόρειων χωρών της Ε.Ε. και τείνει συχνά να επηρεάσει και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική σκέψη και πολιτική, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει επεξεργασμένη και αποτελεσματική ριζικά εναλλακτική σοσιαλδημοκρατική πρόταση.
Η δημοσιονομική προσαρμογή, η μείωση δηλαδή του δημοσιονομικού ελλείμματος μέσω της εξισορρόπησης του κρατικού Προϋπολογισμού και η αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της εξισορρόπησης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, φαίνονται τεχνοκρατικά ορθολογικές και αναγκαίες, σαν να μην έχουν συντηρητικό ιδεολογικό περιεχόμενο. Ετσι, γίνονται εύλογα δεκτές και από τη σοσιαλδημοκρατική πρόταση αντιμετώπισης της κρίσης. Οι συνέπειες όμως αυτών των πολιτικών πάνω στην ανεργία, στη φτώχεια και στη μείωση των δημόσιων δαπανών για την υγεία και την κοινωνική πρόνοια είναι σοβαρές και θίγουν πάντοτε τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.
Αν οι αναπόφευκτες αυτές συνέπειες των ασκούμενων πολιτικών γίνουν αποδεκτές από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, τότε τα όρια μεταξύ των δύο πολιτικών ρευμάτων «συντηρητικού» και «σοσιαλδημοκρατικού» γίνονται δυσδιάκριτα.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
«Μικρό» λάθος με μεγάλες συνέπειες
Η συζήτηση που άνοιξε το ΔΝΤ πιθανότατα εντάσσεται στην αντιπαράθεσή του με την ΕΕ, ουσιαστικά με τη Γερμανία, ως προς την ανάγκη αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους
Η ομολογία από το ΔΝΤ λάθους στον πολλαπλασιαστή της δημόσιας δαπάνης, δηλαδή στον υπολογισμό των επιπτώσεων της μεταβολής της δημόσιας δαπάνης πάνω στη μεταβολή του ΑΕΠ της Ελλάδας, μπορεί να μην είναι τόσο αθώα.
Εξάλλου, δεν χρειαζόταν βαθιά γνώση της οικονομικής θεωρίας η εκτίμηση ότι η μείωση δημοσίων δαπανών θα προκαλούσε πολύ μεγάλη μείωση στο ΑΕΠ της χώρας, ότι δηλαδή θα προκαλούσε πολύ μεγάλη ύφεση, όπως η σημερινή. (1)
Φαίνεται μάλλον αφελές από την πλευρά του ΔΝΤ να έχει γίνει τόσο λανθασμένη εκτίμηση, χωρίς όμως να αποκλείεται ακόμη και τέτοιου είδους αβλεψία, η οποία δυστυχώς προκάλεσε τόσο μεγάλη καταστροφή στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία (συσσωρευτική ύφεση περίπου 25% του ΑΕΠ, παρεπόμενη ανεργία 27% του εργατικού δυναμικού, καθίζηση των δημοσίων εσόδων, συνεχή αύξηση της φορολογίας κ.ά.).
Μπορεί όμως αυτή η συζήτηση που άνοιξε το ΔΝΤ να εντάσσεται στη γνωστή αντιπαράθεσή του με την ΕΕ, ουσιαστικά με τη Γερμανία, ως προς την ανάγκη αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους.
Με άλλα λόγια, το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι, εφόσον το πρόγραμμα προσαρμογής της χώρας μας έχει σχεδιασθεί σε λάθος βάση, πρέπει τώρα να διορθωθεί με μείωση του χρέους από την πλευρά του επίσημου τομέα, δηλαδή εις βάρος των χωρών της Ευρωζώνης, πράγμα που η Γερμανία, ιδιαίτερα, απορρίπτει.
Από την αντιπαράθεση αυτή η χώρα μας μπορεί να έχει διαπραγματευτικά οφέλη.
Οπως και να έχουν τα πράγματα, η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να γνωρίζει τότε ότι λόγω της κεντρικής θέσης του δημόσιου τομέα στην ελληνική οικονομία και του εσωστρεφούς χαρακτήρα της ελληνικής παραγωγής ο σχετικός πολλαπλασιαστής ήταν πολύ μεγαλύτερος του 0,5, όπως υποστήριζαν οι δανειστές μας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ).
Από την άλλη πλευρά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αν η ύφεση στην ελληνική οικονομία δεν ήταν τόσο μεγάλη, λόγω της μεγάλης επίπτωσης στο ΑΕΠ από τη μείωση των δημοσίων δαπανών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν θα είχε βελτιωθεί από το 14,9% του ΑΕΠ το 2009 στο 4,5% σήμερα.
Δεν θα είχε δηλαδή βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, πράγμα που ήταν ένας από τους βασικότερους στόχους του προγράμματος προσαρμογής, προκειμένου η χώρα μας να σταματήσει να δανείζεται για να επιβιώνει πολύ πάνω από τις πραγματικές της δυνατότητες.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι με ποιο τρόπο η χώρα μας θα μπορούσε να βελτιώσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της χωρίς να χάσει το 1/4 περίπου του ΑΕΠ της μέσω της ύφεσης. Δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις: Η αύξηση της εγχώριας παραγωγής διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων (ώστε να μειωθεί το εμπορικό μας έλλειμμα), η οποία θα προέλθει από δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη λύση.
Για να γίνει αυτό όμως χρειάζονται γνώση, μέθοδος, σχέδιο με προτεραιότητες, ικανότητα, σοβαρότητα, και όλα αυτά μέσα σε ένα πνεύμα πατριωτισμού, εμπιστοσύνης και κοινωνικής δικαιοσύνης.
(1) Ν. Μαραβέγιας, Εκατό κομμάτια της Κρίσης, Παπαζήσης, Αθήνα 2012, σελ. 140.
Η αύξηση της εγχώριας παραγωγής διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων από δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις αποτελεί τη μόνη βιώσιμη λύση
ΕΘΝΟΣ 18/02/13
Κατάκοπη Ευρώπη
Εξετάζοντας την εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά τη διεύρυνση 2004/2007, αλλά ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης, διαπιστώνεται «κόπωση» στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η ενωσιακή διαδικασία μοιάζει να έχει χάσει τη δυναμική της και να συνεχίζεται μόνο από κεκτημένη ταχύτητα.
Τα πράγματα είναι καλύτερα στην Ευρωζώνη, όπου η δημιουργία μηχανισμών διάσωσης και η προώθηση στενότερης συνεργασίας στην οικονομική πολιτική των κρατών-μελών αποτελούν απόλυτη προϋπόθεση για να υπάρξει και να διατηρηθεί το κοινό νόμισμα. Βεβαίως και στην περίπτωση της Ευρωζώνης διαπιστώνεται μεγάλη καθυστέρηση στη δημιουργία των κατάλληλων μηχανισμών, οι οποίοι δυστυχώς δεν είχαν προβλεφθεί, όπως θα έπρεπε, προκειμένου να λειτουργήσει μία νομισματική ένωση.
Η σχετική σταθερότητα που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες οφείλεται κυρίως στη συμπεριφορά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό την προεδρία του Ντράγκι (απεριόριστη αγορά των ομολόγων των κρατών-μελών σε κρίση), παρά στην εμπιστοσύνη προς τους, υπό κατασκευήν, μηχανισμούς συντονισμού της οικονομικής (κυρίως δημοσιονομικής) πολιτικής των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.
Γενικότερα, όμως, στο επίπεδο των 27 χωρών-μελών, η Ε.Ε. φαίνεται «να σέρνει τα πόδια της» χωρίς καμία όρεξη και διάθεση να προχωρήσει στη διαδικασία της ολοκλήρωσης, όπως συνέβαινε π.χ. στη δεκαετία του ’80 και του ’90. Χαρακτηριστική αυτής της κατάστασης είναι η δήλωση της κυβέρνησης της Βρετανίας για διενέργεια δημοψηφίσματος με το ερώτημα της παραμονής ή της αποχώρησης της χώρας από την Ε.Ε., έστω και αν αυτό μπορεί να αποτελεί διαπραγματευτική πίεση για να «παγώσει» κάθε ενοποιητική διαδικασία ή/και είναι προεκλογικού τύπου εξαγγελία για εσωτερικούς λόγους.
Ο περισσότερο αψευδής μάρτυρας της «κόπωσης» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η σχετική απόφαση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της επταετίας 2014-2020, όπου πρώτη φορά παρατηρείται μείωση του συνολικού του ύψους. Η απόφαση είναι τόσο απαράδεκτη, ώστε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βρίσκεται σε μεγάλη δυσκολία να τη δεχθεί, εφόσον δεν ανταποκρίνεται ούτε στις εξαγγελίες ούτε στις ανάγκες της Ε.Ε.
Είναι πραγματικά παράδοξο σε μια περίοδο όπου χρειάζεται, όσο ποτέ άλλοτε, η αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της γενικευμένης ύφεσης και της υψηλής ανεργίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, να αποφασίζεται η μείωσή του. Ετσι, η ακολουθούμενη στην Ευρωπαϊκή Ενωση νομισματική ορθοδοξία, με μικρές παρεκκλίσεις, επιπλέον συνοδεύεται και από δημοσιονομική λιτότητα τόσο από τα κράτη-μέλη όσο και από την Ενωση, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο στις ΗΠΑ.
Ούτε τα «δάκρυα» για την αύξηση της ανεργίας στην Ευρώπη, ούτε η περίφημη ευελιξία της αγοράς εργασίας και η επαγγελματική κατάρτιση των νέων, αρκούν για να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Χρειάζεται μια γενναία πολιτική δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σ’ ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο προκειμένου να ξεκινήσει η αναπτυξιακή διαδικασία και να αυξηθεί η απασχόληση. Για να υπάρξουν όμως δημόσιες επενδύσεις χρειάζονται δημόσιες δαπάνες από τον κοινοτικό και από τους εθνικούς προϋπολογισμούς ή τουλάχιστον ευρωπαϊκά αναπτυξιακά ομόλογα. Ταυτόχρονα, για να παρακινηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις, εκτός από το κατάλληλο περιβάλλον κερδοφορίας (απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων, χαμηλό κόστος εργασίας, άνοιγμα αγορών, ιδιωτικοποιήσεις κ.ά.) χρειάζεται και νομισματική χαλάρωση, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ, ώστε να αυξηθεί η ρευστότητα στην οικονομία.
Δυστυχώς, τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει. Η γερμανικής έμπνευσης «ασθμαίνουσα» πορεία της Ευρώπης συνεχίζεται παρά τις αντιρρήσεις της οικονομικής θεωρίας και τα αντίθετα διδάγματα της ιστορικής εμπειρίας. Ας ελπίσουμε ότι η πορεία αυτή δεν θα οδηγήσει στα βράχια.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013
Υπόκωφη κοινωνική διαμαρτυρία
Αν και οι κινητοποιήσεις των αγροτών και των ναυτεργατών τον τελευταίο καιρό εκδηλώνονται δυναμικά, είναι γεγονός ότι η κοινωνική διαμαρτυρία στη χώρα μας βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, δεδομένου του πρωτοφανούς μεγέθους της ύφεσης, που φθάνει συσσωρευτικά τα τελευταία χρόνια στο 25% του ΑΕΠ, ενώ η ανεργία έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, φθάνοντας το 26% του ενεργού πληθυσμού.
Αυτή η σχετική νηνεμία στην ελληνική κοινωνία μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι: η ελπίδα αρκετών πολιτών ότι θα ξεπεραστεί η κρίση, καθώς υπάρχουν αρκετές θετικές ενδείξεις στα μακροοικονομικά μεγέθη, η απογοήτευση και παραίτηση πολλών άλλων πολιτών μπροστά στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, εφ’ όσον, κατά τη γνώμη τους, δεν διαφαίνεται με σαφήνεια μία άλλη διαφορετική πολιτική, η οικογενειακή αλληλεγγύη που εκδηλώνεται στα μέλη της ευρύτερης οικογένειας που βρίσκονται σε απόγνωση λόγω της ανεργίας, η κοινωνική αλληλεγγύη σε αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, η παραοικονομία και η μαύρη εργασία με χαμηλότερες αμοιβές, χωρίς φορολόγηση και ασφαλιστικές εισφορές, η μετανάστευση των νεότερων ανθρώπων συνήθως των περισσότερο εκπαιδευμένων, η επιτυχία αρκετών ατομικών ή συλλογικών καινοτόμων προσπαθειών σε διάφορους τομείς, από την επικοινωνία μέχρι τη γεωργία κ.ά.
Βεβαίως, θα πρέπει να προστεθούν και οι δραστηριότητες κάποιων πολιτών στα όρια της νομιμότητας και της ηθικής, όπως συμβαίνει πάντοτε σε περιόδους βαθιάς κρίσης, όπως η σημερινή, γιατί οι έκτακτες συνθήκες, όπως ο πόλεμος ή η κατοχή από ξένες δυνάμεις, και η μεγάλη οικονομική δυσπραγία αναδεικνύουν άλλοτε τις καλύτερες και αλτρουιστικότερες πλευρές των ανθρώπων, άλλοτε τις χειρότερες και εγωιστικότερες πλευρές τους.
Το σημαντικότερο ζήτημα είναι προφανώς ότι όσο διαρκεί αυτή η σχετική κοινωνική ηρεμία ή/και εκφράζεται με υπόκωφο τρόπο, πρέπει η πολιτική εξουσία να σπεύσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη σταθεροποίηση της οικονομίας και στη συνέχεια για την ανάκαμψη και ταυτόχρονα να προχωρήσει με μεγαλύτερη ταχύτητα στις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές, δημιουργώντας, έτσι, τις προϋποθέσεις για ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα μας.
Ηδη ανακοινώθηκε ότι, έπειτα από τόσες προσπάθειες, επιτεύχθηκε πρωτογενές πλεόνασμα το 2012, δηλαδή δεν χρειάζεται πλέον να δανειζόμαστε ως χώρα για να καλύψουμε τις εσωτερικές μας ανάγκες, αλλά μόνο για να εξοφλούμε το εξωτερικό μας χρέος που παραμένει υψηλό και το οποίο, παρά τις αλλεπάλληλες αναδιαρθρώσεις, δεν είναι βιώσιμο και χρειάζεται και νέα αναδιάρθρωση.
Αυτή η θετική εξέλιξη προσφέρει τη δυνατότητα -σε συνδυασμό με τη γενική παραδοχή ότι ο σχεδιασμός της δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας από το ΔΝΤ και την Ε.Ε. περιείχε σοβαρά λάθη με ολέθριες κοινωνικές συνέπειες- να ξεκινήσει μία συζήτηση με τους δανειστές μας για αλλαγή του περιεχομένου της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της χαλάρωσης της φορολογικής πίεσης που ασκείται κυρίως στους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, καθώς και της αύξησης των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις στους πιο αποδοτικούς τομείς, περιλαμβανόμενης της εκπαίδευσης και της έρευνας.1
Μία τέτοια συζήτηση, μαζί με την ένταση της προσπάθειας για τη σύλληψη της φοροδιαφυγής, θα συνέβαλλε στην εκτόνωση της κοινωνικής διαμαρτυρίας πριν πάρει μορφές ανεξέλεγκτες. Παράλληλα, πολιτικές αποφάσεις, που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν δυσανάλογα μεγάλες κοινωνικές διαμαρτυρίες σε σχέση με τα αποτελέσματα που προσδοκώνται, πρέπει να λαμβάνονται με ιδιαίτερη περίσκεψη ( π.χ. σχέδιο «Αθηνά» για τα ΑΕΙ της χώρας).
1. Ν. Μαραβέγιας (επιμ.) «Εξοδος από την Κρίση. Η συμβολή της Ερευνας και Τεχνολογίας», Θεμέλιο, Αθήνα, 2012.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013
Η κρίση στον αγροτικό χώρο
Η κρίση στον αγροτικό χώρο εκδηλώνεται μάλλον ηπιότερα, λόγω της αυτοκατανάλωσης και του σχετικά χαμηλότερου κόστους ζωής, σε σχέση με τον αστικό χώρο, αλλά φαίνεται να οξύνεται, όπως δείχνουν οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών.
Η κρίση δεν αφορά μόνο την αγροτική δραστηριότητα, από την οποία προκύπτουν όλο και χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά περιλαμβάνει και άλλες δραστηριότητες που υπάρχουν στις αγροτικές περιοχές. Οι δημόσιες και ιδιωτικές κατασκευές και κυρίως ο εσωτερικός τουρισμός βρίσκονται σε συνεχή συρρίκνωση τα τελευταία χρόνια.
Τα αίτια της συρρίκνωσης των μη αγροτικών δραστηριοτήτων στον αγροτικό χώρο μπορούν να αναζητηθούν στη βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονομίας, ενώ τα αίτια της μείωσης του αγροτικού εισοδήματος είναι περισσότερο σύνθετα και πρέπει να αναζητηθούν στη συνεχή μείωση των τιμών που εισπράττει ο παραγωγός-αγρότης σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών που καταβάλλει για ενέργεια, λιπάσματα, φάρμακα κ.ά.
Η μείωση των τιμών παραγωγού οφείλεται στην κατάρρευση του συνεταιριστικού κινήματος, η οποία αφήνει ελεύθερο πεδίο σε ανεξέλεγκτα εμπορικά δίκτυα, στη μείωση της στήριξης από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, η οποία από το 2005-6 εξασφαλίζει μόνο ένα εισόδημα επιβίωσης ακόμη και χωρίς αγροτική παραγωγή. Αν μάλιστα δεν υπήρχε η διεθνής διατροφική κρίση τα τελευταία χρόνια, οι τιμές του παραγωγού κυρίως των δημητριακών θα είχαν μειωθεί ακόμη περισσότερο.
Από την άλλη πλευρά, η αύξηση στις τιμές των βιομηχανικών εφοδίων οφείλεται κυρίως στην αύξηση της τιμής του πετρελαίου και γενικότερα της ενέργειας. Οι υψηλές τιμές των εφοδίων αυξάνουν το κόστος παραγωγής, καθώς η απόδοσή τους στην ελληνική γεωργία είναι πολύ χαμηλότερη από όσο είναι σε άλλες αναπτυγμένες χώρες, πράγμα που οφείλεται στο μικρό μέγεθος και τον πολυτεμαχισμό, στο χαμηλό τεχνολογικό και οργανωτικό επίπεδο και στον αναποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης των εκμεταλλεύσεων από την πλευρά των αβοήθητων και ελάχιστα καταρτισμένων αγροτών μας.
Θα μπορούσε να φανεί παράδοξο, αλλά τα μεγαλύτερα προβλήματα υπήρχαν και υπάρχουν στις επαγγελματικές εκμεταλλεύσεις των πεδινών περιοχών με μονοκαλλιέργειες και βεβαίως στην κτηνοτροφία, ενώ αντίθετα σε μικρότερες εκμεταλλεύσεις των άλλων περιοχών, όπου υπάρχει συνδυασμός καλλιεργειών και κυρίως εξωαγροτικές δραστηριότητες, όπως τουρισμός και κατασκευές, τα πράγματα ήταν καλύτερα. Σήμερα όμως, λόγω της ύφεσης και συνεπώς της συρρίκνωσης και των μη αγροτικών δραστηριοτήτων παντού, υπάρχουν εξίσου σημαντικά προβλήματα, τα οποία εντείνονται από τη μεγάλη έλλειψη πιστώσεων.
Προφανώς υπάρχουν άμεσα μέτρα ανακούφισης, όπως χαμηλότερη φορολογία, έλεγχος των τιμών των βιομηχανικών εισροών, η εξασφάλιση περισσότερων και φθηνότερων δανείων κ.ά. Ομως το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς δομικές αλλαγές που εκκρεμούν δεκαετίες και περιλαμβάνουν την ενίσχυση της οργάνωσης των αγροτών, ώστε να μην υποκύπτουν στους εμπόρους, την αύξηση της απόδοσης των βιομηχανικών εισροών, με βελτίωση των τεχνολογικών και οργανωτικών μεθόδων για να μειωθεί το κόστος παραγωγής, την αύξηση του μεγέθους εκμεταλλεύσεων με έξυπνα φορολογικά κίνητρα και ρυθμίσεις στο κληρονομικό δίκαιο, την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας με ονομασία προέλευσης, τη συμβολαιακή σύνδεση της αγροτικής παραγωγής με τη μεταποίηση κ.ά.
Ολα αυτά προϋποθέτουν την οργάνωση των συμβουλευτικών δικτύων για την καθοδήγηση των αγροτών με ευθύνη των δημόσιων φορέων σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και κυρίως την εκπαίδευση και την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και να οδηγήσει την ελληνική γεωργία σε καλύτερη θέση από τη σημερινή, όπου δυστυχώς η αξία των αγροτικών εξαγωγών μας έχει φθάσει να καλύπτει μόνο το 50%, περίπου, της αξίας των εισαγωγών μας.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013
Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές
Ενα από τα μεγάλα ερωτήματα που απασχολούν τους περισσότερους Ελληνες πολίτες είναι γιατί δεν μειώνονται οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, εφόσον η ζήτηση έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Οι αιτίες του φαινομένου είναι πολλές και σχετίζονται με τις ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.
Στις περιπτώσεις εκείνες που σ’ έναν κλάδο παραγωγής υπάρχουν ελάχιστες μεγάλες επιχειρήσεις, υπάρχουν ρητές ή/και άρρητες μυστικές συμφωνίες σχετικά με το επίπεδο των τιμών. Αντίθετα, παρατηρούνται αυξήσεις τιμών όταν το κόστος παραγωγής αυξάνεται, λόγω αύξησης του κόστους των πρώτων υλών ή της ενέργειας, προκειμένου το περιθώριο κέρδους να διατηρηθεί. Στις περιπτώσεις που σ’ έναν κλάδο παραγωγής υπάρχουν μερικές μόνο μεγάλες και πολλές μικρές επιχειρήσεις, οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν προχωρούν σε μειώσεις τιμών, ενώ θα μπορούσαν, λόγω χαμηλότερου κόστους, που οφείλεται στο μέγεθός τους, για να μη χάσουν το πλεονέκτημα του αυξημένου κέρδους με την υπάρχουσα τιμή της αγοράς.
Σε άλλες περιπτώσεις οι τιμές δεν μειώνονται, επειδή ενσωματώνουν την ευχαρίστηση από την προσωπική σχέση την οποία διατηρούν οι καταναλωτές με τους πωλητές στο επίπεδο της μικρής επιχείρησης της γειτονιάς, έναντι της απρόσωπης σχέσης αλλά της χαμηλότερης τιμής που υπάρχει στα μεγάλα καταστήματα. Σε άλλες περιπτώσεις οι μικρές επιχειρήσεις, καθώς βλέπουν να μειώνεται η πελατεία τους, θεωρούν ότι αν μειώσουν τις τιμές τους, δεν πρόκειται να ανακτήσουν τη χαμένη πελατεία, αλλά αντίθετα θα χάσουν έσοδα, δηλαδή με χαμηλότερες τιμές δεν πρόκειται να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Μερικές φορές μάλιστα η λανθασμένη εκτίμησή τους μπορεί να κοστίσει και το κλείσιμο της επιχείρησής τους.
Βεβαίως σ’ όλα αυτά προστίθεται και η προσπάθεια ενός τμήματος του πληθυσμού να διατηρήσει το επίπεδο της ευημερίας του όσο μπορεί, με αποταμιεύσεις, παραοικονομία, φοροδιαφυγή, ακόμη και με διαφθορά, πράγμα που συντηρεί ένα σχετικά υψηλό επίπεδο κατανάλωσης, το οποίο επιτρέπει στις τιμές ορισμένων προϊόντων και υπηρεσιών να μη μειώνονται.
Τέλος, οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό και τον έλεγχο των τιμών δεν φαίνεται να λειτουργούν ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα την «ασυδοσία» από την πλευρά των μεγάλων ή/και των μικρών επιχειρήσεων.
ΕΘΝΟΣ 02/02/13