Ναπολέων Μαραβέγιας

Αρχική » Uncategorized (Σελίδα 21)

Category Archives: Uncategorized

Η οικονομική κρίση και η τύχη της Ε.Ε.

Η οικονομική κρίση σχεδόν σ’ όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαρκεί με εναλλασσόμενες φάσεις ύφεσης ή αναιμικής ανάπτυξης τα τελευταία πέντε χρόνια και είναι δύσκολο να προβλεφτεί η οριστική έξοδος από αυτή την κατάσταση στασιμότητας.

Καθώς η ανεργία αυξάνεται, η κοινωνική δυσαρέσκεια βρίσκει τρόπους έκφρασης, είτε με την αδιαφορία των πολιτών για την πολιτική είτε με τη μετατόπιση των ιδεολογικών προτιμήσεών τους κυρίως προς το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος.

Η εμμονή της γερμανικής αντίληψης για τον τρόπο εξόδου από την κρίση, δηλαδή με δημοσιονομική λιτότητα και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα (άνοιγμα αγορών και επαγγελμάτων, ιδιωτικοποιήσεις, μείωση του δημόσιου τομέα, περιορισμός του κοινωνικού κράτους κ.ά.), αυξάνει την κοινωνική και την πολιτική πόλωση χωρίς να λύνει, τουλάχιστον άμεσα, το πρόβλημα της ανεργίας και να δημιουργεί μια αναπτυξιακή δυναμική.

Ωστόσο, καθώς πλησιάζουν οι ευρωεκλογές και ο κίνδυνος η κοινωνική δυσαρέσκεια να μεταφρασθεί εκλογικά σε πολιτική καταδίκη των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση προς όφελος κυρίως της Ακροδεξιάς, πυκνώνουν οι διαφορετικές προσεγγίσεις για μια ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική με μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη σχετικά με το δημόσιο χρέος της ευρωπαϊκής περιφέρειας και τη δημιουργία μιας, μερικής έστω, δημοσιονομικής ένωσης.

Είναι πιθανό, μετά τις εκλογές στη Γερμανία, να υπάρξει επιτάχυνση των εξελίξεων προς μια μορφή στενότερης οικονομικής ολοκλήρωσης, η οποία δεν θα περιορίζεται στο συντονισμό και στον αυστηρό ευρωπαϊκό έλεγχο της οικονομικής πολιτικής κάθε κράτους- μέλους, επί ποινή αυστηρών κυρώσεων, όπως επιχειρείται με τη σχεδιαζόμενη οικονομική διακυβέρνηση μέχρι σήμερα, αλλά θα έχει περισσότερο κοινοτικό και λιγότερο διακυβερνητικό χαρακτήρα.

Ηοικονομική διακυβέρνηση θα μπορούσε έτσι να αποκτήσει περισσότερα «ομοσπονδιακά» χαρακτηριστικά, δηλαδή να ασκείται σε κεντρικό επίπεδο με περισσότερα ευρωπαϊκά παρά εθνικά εργαλεία. Συμπλήρωμα της σημερινής κοινής νομισματικής πολιτικής είναι η κοινή τραπεζική εποπτεία και στη συνέχεια η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ενωσης. Παράλληλα, η αυστηρή δημοσιονομική εποπτεία (έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών) μπορεί να οδηγήσει σταδιακά σε κάποιου είδους δημοσιονομική ένωση.

Οι επιβαλλόμενοι ευρωπαϊκοί περιορισμοί και έλεγχοι στην οικονομική πολιτική κάθε κράτους-μέλους μπορεί να ενισχύσουν μεσοχρόνια την πολιτική ενοποίηση, λόγω της ανάγκης για δημοκρατική νομιμοποίηση. Δηλαδή, η οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης μπορεί σταδιακά να εμπλουτισθεί και με στοιχεία πολιτικής διακυβέρνησης, όπως ζητούν αρκετές χώρες-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία πρόσφατα.* Είναι πιθανό, αν συνεχισθεί η οικονομική κρίση με την ίδια ένταση, είτε να οδηγήσει στη διάλυση της Ε.Ε. είτε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση, όπως συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες στην κρίση του 1929, όπου πρώτη φορά δημιουργήθηκε ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός.

Ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ενωση, είτε προς τη διάλυση είτε προς την ενίσχυση της ολοκλήρωσης, εξαρτάται από πλήθος παραγόντων, κυρίως όμως από τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας και της Γαλλίας, οι οποίες συνεχίζουν να αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σήμερα τα συμφέροντα των δύο αυτών μεγάλων χωρών φαίνεται να αποκλίνουν σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν, με αποτέλεσμα τη σημερινή αποτελμάτωση. Αν η οικονομική κρίση αποτελέσει τον καταλύτη για μια νέα πιο ομοσπονδιακή εξέλιξη στην Ε.Ε., όπως συχνά έχει συμβεί στην Ιστορία, θα εξαρτηθεί και από τον τρόπο που θα συμπεριφερθούν οι Ευρωπαίοι πολίτες στις επικείμενες ευρωεκλογές.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Ανάπτυξη: με ποιον τρόπο και σε ποιο χώρο;

Καθώς οριστικοποιούνται οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το νέο χρηματοδοτικό πλαίσιο 2014-2020, με το οποίο φαίνεται ότι η χώρα μας θα εισπράξει και πάλι σημαντικούς πόρους από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, η προετοιμασία για την αναπτυξιακή αξιοποίησή τους έχει ήδη αρχίσει.

Στο πλαίσιο αυτό η συζήτηση για την ανάπτυξη γίνεται επίκαιρη και πρέπει να διευρυνθεί(*) έπειτα από χρόνια κυριαρχίας της οικονομικής κρίσης στο δημόσιο λόγο.

Προφανώς η έννοια της ανάπτυξης, καθώς και η «παράσταση» της ανάπτυξης στη σκέψη των πολιτικών, των επιστημόνων, των επιχειρηματιών και των απλών πολιτών, διαφέρει τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς τις προϋποθέσεις και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει. Το ζήτημα της ανάπτυξης δεν είναι απλώς επιστημονικό, είναι βαθύτατα πολιτικό, και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται δεν είναι κοινωνικά και χωρικά ουδέτερος. Με άλλα λόγια, η απάντηση που δίδεται στα ερωτήματα ανάπτυξη για ποιες κοινωνικές ομάδες, ανάπτυξη σε ποιες περιοχές ή περιφέρειες και ανάπτυξη με ποιον τρόπο, εξαρτάται προφανώς από την πολιτική και την ιδεολογική θεώρηση της ανάπτυξης και προσδιορίζει την πολιτική που θα εφαρμοστεί για την επίτευξή της.

Βέβαια, σήμερα στη χώρα μας -όπου η πολύχρονη κρίση έχει οδηγήσει την ανεργία σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ η συρρίκνωση του ΑΕΠ έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο σε καιρό ειρήνης- τέτοιου είδους ερωτήματα μπορεί να μοιάζουν «πολυτελή» μπροστά στην ανάγκη για απορρόφηση της ανεργίας και αύξηση του ΑΕΠ με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε χώρο. Ομως θα ήταν εξαιρετικά «κοντόφθαλμο» οι πιεστικές ανάγκες για ανάπτυξη στη χώρα μας να αποτρέψουν τον προβληματισμό για το κοινωνικό περιεχόμενο της ανάπτυξης, για τον τρόπο ανάπτυξης (βιώσιμο/αειφορικό) και τέλος για το χώρο μέσα στον οποίο θα επιχειρηθεί η αναπτυξιακή διαδικασία (περιφερειακή/τοπική ανάπτυξη).

Ομως ο προβληματισμός δεν πρέπει να είναι ούτε προσχηματικός ούτε αναβλητικός, ώστε να αποτρέπει επενδυτικές πρωτοβουλίες και να αναβάλλει κρίσιμης σημασίας πολιτικές και διοικητικές αποφάσεις από τις οποίες εξαρτάται πολύ συχνά η αναπτυξιακή διαδικασία. Ο σχεδιασμός σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο πρέπει να προχωρήσει γρήγορα με τη στήριξη της επιστημονικής κοινότητας και με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων.

Δεν υπάρχουν προκατασκευασμένες «συνταγές» για την αναπτυξιακή διαδικασία. Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει σ’ ολόκληρο τον κόσμο ότι υπάρχουν εντελώς διαφορετικά πρότυπα ανάπτυξης. Υπάρχουν περιπτώσεις ακόμη και «τυχαίων» συμπτώσεων που έδωσαν την αναγκαία ώθηση στην αναπτυξιακή διαδικασία. Αλλοτε ο δημόσιος τομέας υπήρξε κινητήρια δύναμη, άλλοτε ο ιδιωτικός τομέας ήταν καταλυτικός στην αναπτυξιακή προσπάθεια. Αλλοτε η εξειδίκευση μιας περιφέρειας είχε αναπτυξιακό αποτέλεσμα και άλλοτε η διαφοροποίηση σε πολλούς κλάδους ήταν τελικά αποδοτικότερη.

Συνεπώς, ο σχεδιασμός πρέπει να είναι ευέλικτος και να κατευθύνει αναπτυξιακά τις πρωτοβουλίες, αποτρέποντας οικολογικές καταστροφές, υπολογίζοντας την επίδραση στην απασχόληση, ενισχύοντας την ποιότητα, την εξωστρέφεια και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του παραγωγικού αποτελέσματος σε προϊόντα και υπηρεσίες.

Τέλος, είναι εμπειρικά και θεωρητικά διαπιστωμένο ότι πολύ συχνά η ανάπτυξη οξύνει τις περιφερειακές ανισότητες, ενώ η κρίση, καθώς πλήττει περισσότερο τις κεντρικές και ήδη αναπτυγμένες περιφέρειες, τις αμβλύνει. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, ο σχεδιασμός δεν πρέπει να κατευθύνει την ανάπτυξη μόνο στις κεντρικές περιφέρειες, έτσι ώστε να μην οξύνονται οι ανισότητες στο χώρο. Η εξισορρόπηση μεταξύ «αποτελεσματικότητας» και «ισότητας» στην ανάπτυξη των περιφερειών δεν είναι πάντα εφικτή, πρέπει, όμως, να επιδιώκεται σταθερά στον εθνικό σχεδιασμό.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Ανάπτυξη με σχέδιο

Το θέμα της ανάπτυξης των περιφερειών σήμερα αποτελεί πρόκληση, δεδομένου ότι η χώρα μας βρίσκεται για 5η συνεχή χρονιά στο τέλμα της ύφεσης και της ανεργίας. Για τον σκοπό αυτό η συζήτηση θα πρέπει να μετακινηθεί από το ζήτημα της κρίσης στο ζήτημα της ανάπτυξης. Τα ερωτήματα, βεβαίως, είναι ποια ανάπτυξη, με ποιον τρόπο, σε ποιους κλάδους και σε ποιες περιοχές.

Τα ερωτήματα αυτά προσπάθησε να απαντήσει μια δημόσια συζήτηση που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή έμπειρων πανεπιστημιακών και στελεχών υπουργείων, του κατ’ εξοχήν αρμόδιου υφυπουργού Ανάπτυξης Κ. Βιρβιδάκη, του ειδικού γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης Θ. Θεοχαρόπουλου και των βουλευτών Γ. Σταθάκη, Φ. Σαχινίδη και Μ. Ρεπούση. Η συζήτηση, η οποία υπήρξε εξαιρετικά πλούσια σε προβληματισμούς και συμπεράσματα γύρω από το ζήτημα της ανάπτυξης των ελληνικών περιφερειών, οργανώθηκε με αφορμή την κυκλοφορία του 2ου τεύχους του επιστημονικού περιοδικού «Περιφέρεια», το οποίο εκδίδεται από μία Συντακτική Ομάδα του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών .

Τα ζητήματα της αποδοτικότερης χρήσης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ, καθώς και ο σχεδιασμός της ανάπτυξης για την επόμενη προγραμματική περίοδο 2014-2020, κατά την οποία η χώρα μας φαίνεται ότι θα εισπράξει σημαντικά ποσά, όπως και στην προηγούμενη επταετή προγραμματική περίοδο, ετέθησαν με καθαρότητα και επιστημονική αυστηρότητα.

Οι ομιλητές, καθηγητές των πανεπιστημίων της χώρας μας, ο κ. Γ. Καυκαλάς (ΑΠΘ), ο κ. Γ. Πετράκος (Παν. Θεσσαλίας) και ο Γ. Ψυχάρης (Πάντειο), έθεσαν, ο καθένας από τη δική τους πλευρά, τα κρίσιμα ζητήματα της ανάπτυξης των ελληνικών περιφερειών και ανέδειξαν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των διαφόρων περιοχών, υποδεικνύοντας συχνά τρόπους με τους οποίους η χώρα μας μπορεί να παράγει ανταγωνιστικά προϊόντα ώστε να κατακτήσει και την εγχώρια, αλλά κυρίως τη διεθνή αγορά.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πρόβλημα της παραγωγικής ενδυνάμωσης της ελληνικής οικονομίας είναι κρίσιμο για να μην ξαναβρεθεί και πάλι η χώρα μας με το δυσθεώρητο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών του 2009, που καλυπτόταν με δανεισμό και δημιουργούσε την αίσθηση μίας επίπλαστης ευμάρειας στους Ελληνες πολίτες. Εάν θέλουμε να αυξήσουμε τα εισοδήματα των εργαζομένων, θα πρέπει να αυξήσουμε τις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Αυτός είναι ένας απαράβατος όρος για να ξεπεράσει η χώρα μας την κρίση που βρίσκεται σήμερα.

ΕΘΝΟΣ 18/05/13

Φοροδιαφυγή: ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα

Στην πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μεταξύ άλλων επισημαίνει ακόμη μία φορά το πρόβλημα της φοροδιαφυγής, συνδέοντας την πρόοδο στην επίλυσή του με τη δημιουργία μηχανισμού ανεξάρτητου από πολιτικές παρεμβάσεις.

Είναι όμως το πρόβλημα της φοροδιαφυγής μόνο ένα πρόβλημα πολιτικών παρεμβάσεων; Μήπως είναι ένα πρόβλημα σύμφυτο με το επίπεδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, με την κοινωνική διάρθρωση της απασχόλησης και το επίπεδο των εισοδημάτων, πράγμα που υπερβαίνει την όποια καλή θέληση των κυβερνήσεων αυτής της χώρας;

Αν η σύλληψη της φοροδιαφυγής ήταν απλά και μόνο ζήτημα πολιτικής βούλησης, προφανώς θα ήταν προτιμότερο, αλλά όχι και ευκολότερο, να φορολογηθούν τα εισοδήματα των ελεύθερων επαγγελματιών (δικηγόρων, γιατρών κ.ά.) και των πλουσίων, αντί να υποστούν τόσο μεγάλη μείωση οι μισθοί και οι συντάξεις των εργαζομένων, οι οποίοι βρίσκονται σε χαμηλότερο εισοδηματικό επίπεδο και είναι αριθμητικά περισσότεροι. Οι φοροδιαφεύγοντες μη μισθωτοί είναι βέβαια λιγότεροι, αλλά έχουν ευκολότερη πρόσβαση στο πολιτικό σύστημα, καθώς τα επιστημονικά επαγγέλματα (δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί κ.ά) έχουν συνήθως στενότερες σχέσεις με την εξουσία. Επίσης, οι πλούσιοι, δηλ. βιομήχανοι, μεγαλοεπιχειρηματίες, εφοπλιστές κ.ά., έχουν τους κατάλληλους μηχανισμούς για να αποφεύγουν τη φορολογία, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά παγκοσμίως.

Είναι, όμως, μόνο τα επιστημονικά επαγγέλματα και οι πλούσιοι που φοροδιαφεύγουν, όπως αναφέρει το ΔΝΤ; Στην πραγματικότητα φοροδιαφεύγουν σχεδόν όλοι όσοι αποκτούν εισοδήματα, χωρίς να είναι αποκλειστικά μισθωτοί και συνταξιούχοι. Μ’ άλλα λόγια, ένα ποσοστό εργαζομένων περίπου 40% στη χώρα μας, που δεν προσφέρουν εξαρτημένη εργασία, μπορούν να αποφύγουν λιγότερο ή περισσότερο τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Ακόμη και ένας απροσδιόριστος αριθμός μισθωτών και συνταξιούχων εργάζονται λιγότερες ή περισσότερες ώρες πέραν της κανονικής εργασίας τους, συχνά χωρίς να δηλώνουν τα εισοδήματά τους, για να συμπληρώσουν, ιδιαίτερα σήμερα, τους πενιχρούς μισθούς τους ή τις πολύ χαμηλές συντάξεις τους.

Το πρόβλημα συνεπώς της φοροδιαφυγής, όπως και της παραοικονομίας, φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένο με τη δομή της ελληνικής κοινωνίας, με το επίπεδο της ανάπτυξής της και με το επίπεδο εισοδημάτων που η ελληνική οικονομία μπορεί να προσφέρει. Σ’ ένα δημοκρατικό καθεστώς το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να έρθει αντιμέτωπο όχι μόνο με τα επιστημονικά επαγγέλματα και τους πλούσιους, αλλά και με την πλειονότητα των εργαζομένων μη μισθωτών, μικροεμπόρων, επαγγελματιών, τεχνιτών, αγροτών, μεσολαβητών και άλλων πάσης φύσεως επαγγελμάτων που υπάρχουν στην ελληνική οικονομία, η οποία βρίσκεται σ’ ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάπτυξης.

Ομως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, ακριβώς λόγω της παραοικονομίας και της απόκρυψης εισοδημάτων από το κράτος μέσω της φοροδιαφυγής, η ελληνική κοινωνία έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ελαστική απέναντι στην τεράστια πίεση που έχει υποστεί τρία χρόνια με τα προγράμματα προσαρμογής. Ισως, αν η ελληνική κοινωνία και οικονομία ήταν παρόμοια με αυτή της Γερμανίας, η κοινωνική έκρηξη να είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, εφ’ όσον το επίσημο ΑΕΠ της χώρας μας έχει σωρευτικά μειωθεί κατά 25% και η επίσημη ανεργία έχει φθάσει στο 27% του ενεργού πληθυσμού.

Προφανώς, όλα τα παραπάνω δεν «αθωώνουν» ούτε τις υπαρκτές πολιτικές ευθύνες για τη σύλληψη της φοροδιαφυγής ούτε αγνοούν την ανάγκη για ένα αποτελεσματικότερο φοροεισπρακτικό μηχανισμό και για ένα απλούστερο φορολογικό σύστημα. Υπογραμμίζουν, όμως, ότι το πρόβλημα της φοροδιαφυγής στη χώρα μας έχει βαθιές κοινωνικές και οικονομικές αιτίες και οι απλουστευτικές προσεγγίσεις δεν βοηθούν στην επίλυσή του. Γιατί είναι βέβαιο ότι αν οι μισθωτοί στη χώρα μας αποτελούσαν το 90% και οι μισθοί και συντάξεις ήταν αρκετά υψηλοί, όπως στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες, η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία μπορεί να είχαν περιορισθεί σε ανάλογα με τις χώρες αυτές επίπεδα.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Το νέο σχίσμα της Ευρώπης

Πριν από περίπου 12 χρόνια η Ευρώπη γιόρταζε την υιοθέτηση του ευρώ ως συμβόλου οικονομικής και ίσως πολιτικής ενότητας των ευρωπαϊκών κρατών και λαών. Ολα έμοιαζαν τόσο ευχάριστα και γιορτινά, που οι ατέλειες της κατασκευής του «λαμπρού» οικοδομήματος καλύπτονταν για να μη χαλάσουν οι πανηγυρισμοί.

Ομως η Ευρωζώνη δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις μιας «άριστης νομισματικής περιοχής», αφού η απώλεια εθνικού ελέγχου της νομισματικής πολιτικής δεν αντισταθμιζόταν από δημοσιονομική ενοποίηση, χωρίς να είναι εξασφαλισμένες ούτε η κινητικότητα της εργασίας ούτε η ευελιξία των μισθών, ώστε να αντιμετωπιστούν οι «ασύμμετρες διαταραχές», δηλαδή οι σημαντικές διαφορές στον οικονομικό κύκλο μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν από οποιαδήποτε αιτία.

Επίσης, δεν είχαν προβλεφθεί αυστηροί κανόνες στην άσκηση των εθνικών οικονομικών πολιτικών (εισοδηματικών και δημοσιονομικών), ώστε να υπάρχει τουλάχιστον πλήρης συντονισμός μεταξύ των κρατών-μελών ελλείψει κοινής οικονομικής πολιτικής που θα έπρεπε να συνοδεύει την κοινή νομισματική πολιτική, δηλαδή την υιοθέτηση κοινού νομίσματος.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που επέβαλε όριο 3% του ΑΕΠ στο δημοσιονομικό έλλειμμα, δεν ήταν αρκετό για να επιτευχθεί συντονισμός της οικονομικής πολιτικής σ’ ολόκληρη την Ευρωζώνη, αλλά ούτε και τηρήθηκε με την απαιτούμενη αυστηρότητα.

Ετσι, όταν το 2008-2009 άρχισαν τα πρώτα συμπτώματα της κρίσης ρευστότητας με αύξηση των επιτοκίων, δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι μηχανισμοί αντιστάθμισης στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Επομένως, ο κίνδυνος χρεοκοπίας των κρατών αυτών ήταν άμεσος, καθώς δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη δημοσιονομικών μεταβιβάσεων από την κατασκευή της Ευρωζώνης.

Στο ερώτημα γιατί οι πολίτες στις χώρες-μέλη της περιφέρειας δανείζονταν υπέρμετρα για κατοικίες και κατανάλωση, χωρίς να υπάρχει κάποιος περιορισμός, η απάντηση είναι ότι, ενώ δεν υπήρχε εθνικός έλεγχος στα επιτόκια, δεν υπήρξε ευρωπαϊκός έλεγχος στην πιστωτική επέκταση.

Στο ερώτημα γιατί αυξήθηκε τόσο πολύ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η απάντηση είναι ότι, ενώ δεν υπήρχε δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος, δεν υπήρξε συντονισμένη εισοδηματική πολιτική σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης (η αύξηση των μισθών και του δανεισμού στις χώρες της περιφέρειας τροφοδοτούσε τη ζήτηση και η ζήτηση τροφοδοτούσε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών). Στο ερώτημα γιατί επετράπη τόσο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό, η απάντηση είναι ότι δεν υπήρξε αυστηρότητα στην τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Ηδημιουργία ευρωπαϊκών μηχανισμών διάσωσης των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας έγινε αργά και διστακτικά και η ένταξή τους σ’ αυτούς έγινε με σκληρούς και συχνά τιμωρητικούς όρους (Μνημόνια). Η απότομη προσαρμογή για να μειωθούν τα ελλείμματα και να πληρωθούν τα χρέη οδήγησε σε ύφεση και ανεργία, πράγμα που προκάλεσε και προκαλεί αρνητικά συναισθήματα στην πλειονότητα των πολιτών όχι μόνο των χωρών της περιφέρειας, αλλά και των χωρών του κέντρου της Ευρωζώνης.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ενωση κατέρρευσε μέσα σε μερικά χρόνια, όπως δείχνουν τα πρόσφατα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου.

Οι πολίτες των χωρών του κέντρου της Ευρωζώνης θεωρούν ότι «πληρώνουν» τα λάθη των χωρών της περιφέρειας, ενώ οι πολίτες των χωρών της περιφέρειας θεωρούν ότι οι χώρες του κέντρου δεν επιδεικνύουν αρκετή αλληλεγγύη.

Ανεξάρτητα από την ορθότητα αυτής της πίστης των Ευρωπαίων πολιτών στο κέντρο ή την περιφέρεια της Ευρωζώνης, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το κοινό νόμισμα, το ευρώ, αντί να ενώνει τα κράτη και τους λαούς της Ευρώπης, φαίνεται να τα χωρίζει. Ηδη στο κέντρο και την περιφέρεια υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που ζητούν να επιστρέψουν οι χώρες τους στο εθνικό τους νόμισμα.

Αυτή η εξέλιξη είναι προφανώς «θανατηφόρα» για την ευρωπαϊκή ιδέα.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Υπάρχει διέξοδος από την κρίση;

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται τρία χρόνια από την προσφυγή της χώρας μας στον ευρωπαϊκό μηχανισμό διάσωσης και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η αποτίμηση αυτής της περιόδου δεν μπορεί να γίνει τώρα. Ισως στο μέλλον θα μπορούσε να εξεταστεί με αντικειμενικότητα μια τόσο αμφιλεγόμενη και πυκνή σε γεγονότα φάση της ελληνικής ιστορίας.

Ωστόσο, μερικές κοινά αποδεκτές παραδοχές θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες προκειμένου να βοηθήσουν στη διατύπωση προτάσεων για το δρόμο που μπορεί να οδηγήσει στην έξοδο από τη σημερινή κατάσταση.

Πρώτα απ’ όλα, είναι γεγονός ότι μέχρι το 2008-2009 η ζήτηση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ξεπερνούσε κατά πολύ τις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Ο βαθμός κάλυψης των εισαγωγών με εξαγωγές έφθανε μόλις το 25%-30% και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βρισκόταν στο 14%-15% του ΑΕΠ. Αυτή κατάσταση ήταν αποτέλεσμα της χαλαρής εισοδηματικής πολιτικής στο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς σύνδεση με την παραγωγικότητα, της μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, καθώς και της μεγάλης αύξησης του τραπεζικού δανεισμού για κατοικίες και προσωπική κατανάλωση. Ολα αυτά προφανώς ήταν εφικτά, γιατί το κόστος των δανείων, τα οποία μπορούσε να αντλεί από τις διεθνείς αγορές το ελληνικό κράτος και το τραπεζικό σύστημα, ήταν εξαιρετικά χαμηλό, ενώ τα πραγματικά εγχώρια επιτόκια ήταν επίσης πολύ χαμηλά λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού στην Ελλάδα σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ετσι, το δημόσιο χρέος, το οποίο συσσωρευόταν με ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα της τάξης του 12%-15% του ΑΕΠ, είχε φθάσει το 2009 στο 130% του ΑΕΠ.

Η Ελλάδα έκανε ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι χρειαζόταν μια οικονομία που συμμετέχει στην Ευρωζώνη. Χρειαζόταν, δηλαδή, μια αυστηρή εισοδηματική και δημοσιονομική πολιτική, δεδομένου ότι το εθνικό κράτος δεν μπορεί να ελέγξει βασικά εργαλεία της νομισματικής πολιτικής, όπως τα επιτόκια και τη συναλλαγματική ισοτιμία, μετά την ένταξή του στην Ευρωζώνη. Είναι βέβαιο ότι και χωρίς τη διεθνή οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε στην αύξηση των επιτοκίων του δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και ανάγκασε τη χώρα μας να προσφύγει στην τρόικα (Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ), η ελληνική οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ καιρό σ’ αυτή την κατάσταση, να «ζει» δηλαδή με δανεικά πολύ πάνω από τις δυνατότητές της.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι χρειάστηκε βίαιη και κοινωνικά άδικη προσαρμογή τα τελευταία τρία χρόνια , ώστε η χώρα μας να μπορέσει να καλύψει το 50% των εισαγωγών με εξαγωγές (έναντι 25%-30% το 2008-2009) και να εξισορροπήσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (σήμερα το έλλειμμα είναι στο 2% του ΑΕΠ έναντι 15% του ΑΕΠ το 2009). Προφανώς, η προσαρμογή αυτή οδήγησε στη σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 25%, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ανεργία στο 27% (έναντι 8%-9% το 2008-2009) και η κοινωνία να βρεθεί στα πρόθυρα της διάλυσης.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη, εφ’ όσον μία αύξηση της εγχώριας ζήτησης, όπως προτείνεται, μπορεί να οδηγήσει και πάλι στην αύξηση των εισαγωγών και έτσι στην αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η εξισορρόπηση του οποίου με τόσες θυσίες επετεύχθη.

Συνεπώς, ο δρόμος είναι δύσκολος γιατί περνά αναγκαστικά από την αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας μας, η οποία προηγείται οποιασδήποτε αύξησης της εγχώριας ζήτησης. Η αύξηση παραγωγικών δυνατοτήτων μπορεί να προέλθει προφανώς από επενδύσεις και βελτίωση της τεχνολογίας.

Ετσι, είναι άμεση ανάγκη δημιουργίας οικονομικών και διοικητικών προϋποθέσεων για επενδύσεις με στόχο την παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, πράγμα που απαιτεί τεράστια προσπάθεια.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Οι ΗΠΑ και η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική

Οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν πολλές διακυμάνσεις. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, οι ΗΠΑ υποστήριζαν θερμά την ενοποίηση της Ευρώπης και την ανοικοδόμηση της Γερμανίας, ως αντίπαλο δέος στην τότε Σοβιετική Ενωση.

Αργότερα, κατά την περίοδο της προόδου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ιδίως στην πρώτη φάση του σχεδίου της νομισματικής ενοποίησης, η στάση των ΗΠΑ ήταν επιφυλακτική.

Σήμερα, στην περίοδο της κρίσης, οι ΗΠΑ ανησυχούν σοβαρά για την τύχη της Ευρωζώνης και γενικότερα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς θεωρούν ότι η οικονομική και πολιτική αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα και να αποσπάσει την προσοχή τους από τη Μέση Ανατολή και την Ασία.

Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν πολύ μεγαλύτερο δημόσιο χρέος και έλλειμμα από όσο έχει η Ευρωζώνη συνολικά, η οικονομική πολιτική που εφαρμόζει ο Ομπάμα μπορεί να θεωρηθεί νεοκεϊνσιανή, σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθεί η Ευρωζώνη. Θεωρεί ότι σε περίοδο κρίσης, όπου η ύφεση και η ανεργία είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα, η περιοριστική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, από φόβο του πληθωρισμού, δεν αποδίδει, όπως πιστεύει η Ευρωζώνη με γερμανική επιμονή.

Σε πρόσφατη συνάντηση, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών διαφώνησε δημοσίως με τον κ. Σόιμπλε σχετικά με την εφαρμοζόμενη πολιτική στην Ευρωζώνη, υποστηρίζοντας ότι μία λιγότερο περιοριστική οικονομική πολιτική θα συνέβαλλε στο ξεπέρασμα της ύφεσης στην Ευρώπη.

Οι ΗΠΑ ανησυχούν για την οικονομική κατάσταση της Ευρωζώνης, καθώς διαπιστώνουν ότι η στασιμότητα και ύφεση ακόμη και στις χώρες του κέντρου της Ευρωζώνης διευρύνει τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία πρέπει να χρηματοδοτηθούν τα επόμενα χρόνια. Διαπιστώνουν ότι η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική δεν αποδίδει γιατί συρρικνώνει την οικονομική δραστηριότητα. Κατά συνέπεια μειώνονται τα φορολογικά έσοδα και αυξάνεται το έλλειμμα των προϋπολογισμών των χωρών της Ευρωζώνης, τόσο απόλυτα όσο και σε ποσοστό του ΑΕΠ.

Τα συσσωρευμένα ελλείμματα στη Γαλλία και στην Ισπανία, όπως υπολογίζονται τα επόμενα χρόνια, δεν θα μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό, και συνεπώς θα χρειαστεί χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές. Οπως είναι επόμενο, θα ακολουθήσει αύξηση των επιτοκίων και η κρίση θα επιδεινωθεί.

Ταυτόχρονα, η νέα ιδέα της Ευρωζώνης (Γερμανίας) να πληρώνουν οι καταθέτες τη διάσωση των τραπεζών αντί των κρατικών προϋπολογισμών (φορολογουμένων), ώστε να μην αυξάνονται τα δημοσιονομικά ελλείμματα, δημιουργεί νέα προβλήματα στις τράπεζες καθώς απομακρύνει τις καταθέσεις και οδηγεί στην ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης. Με τον τρόπο αυτό ανοίγει ένας νέος φαύλος κύκλος, γιατί, καθώς περιορίζεται η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, βαθαίνει η ύφεση, δημιουργώντας νέα γενιά επισφαλών δανείων λόγω της δυσκολίας αποπληρωμής τους από τις επιχειρήσεις.

Το ερώτημα είναι γιατί η Ευρωζώνη (Γερμανία) επιμένει σε μια αδιέξοδη πολιτική, παρά τις ανησυχίες των ΗΠΑ και την αντίδραση μεγάλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως η Γαλλία, η οποία όμως δεν μπορεί μόνη της να ανατρέψει αυτή την πολιτική.

Είναι τόσο σημαντικό το βραχυπρόθεσμο όφελος των βορείων χωρών της Ευρωζώνης, δηλαδή της Γερμανίας και των βορείων συμμάχων της, ώστε να παραβλέπεται το μακροχρόνιο κόστος από τη διάλυση της Ευρωζώνης, αν συνεχιστεί η πολιτική αυτή;

Είναι τόσο αδύναμη μια αντικειμενική συμμαχία μεταξύ ΗΠΑ, Γαλλίας και νότιων χωρών της Ευρωζώνης ώστε να επιβάλουν χαλάρωση της πολιτικής αυτής, που δημιουργεί τόσο μεγάλα προβλήματα στην οικονομία και την κοινωνία των περισσότερων χωρών της Ευρωζώνης αλλά και του υπόλοιπου κόσμου;

Πόσο καιρό ακόμη μπορεί να συνεχιστεί η πολιτική λιτότητας χωρίς να προκληθούν μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις, που θα κλονίσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και θα οδηγήσουν στην κατάρρευσή του;

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Προσαρμογή της οικονομίας και νέα φτώχεια

Ηφτώχεια όπως και ο πλούτος είναι έννοιες σχετικές. Νοούνται δηλαδή σε σύγκριση με το βαθμό ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών, ο οποίος όμως διαφέρει ανάλογα με τον τόπο και το χρόνο, όπως εξάλλου και το περιεχόμενο των αναγκών.

Με άλλα λόγια, ο βαθμός ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών και οι ίδιες οι ανάγκες προσδιορίζονται πολύ διαφορετικά όταν πρόκειται για τη σημερινή εποχή ή για τη δεκαετία του ’50, ή αν πρόκειται για μια ευρωπαϊκή χώρα ή για μια χώρα της υποσαχάριας Αφρικής.

Η φτώχεια και ο πλούτος μπορεί να μετρηθουν ως απόκλιση από το μέσο βιοτικό επίπεδο είτε προς τα κάτω (φτώχεια) είτε προς τα επάνω (πλούτος). Προφανώς, και η φτώχεια και ο πλούτος δεν συνδέονται μόνο με το επίπεδο των εισοδημάτων κάθε ατόμου ή κάθε οικογένειας, αλλά και με την κατοχή περιουσιακών στοιχείων με τη μορφή χρήματος (μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις κ.λπ.), ή/και με τη μορφή ακίνητης ή κινητής ιδιοκτησίας (οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη κ.λπ.).

Ηχώρα μας βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και η φτώχεια κυριαρχούσε. Με σκληρές προσπάθειες, βοηθούσης και της μετανάστευσης, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να δημιουργείται μια ολοένα και περισσότερο εύρωστη μεσαία εισοδηματική τάξη, καθώς όλο και περισσότερα άτομα και οικογένειες άρχισαν να ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες τους, ξεφεύγοντας από τη φτώχεια.

Αρχισαν να αποκτούν καλύτερες συνθήκες στέγασης, διατροφής, να έχουν πρόσβαση σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά και ιδιωτικά αυτοκίνητα, να καλύπτουν τις εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές τους ανάγκες κ.λπ. Στη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα το τμήμα αυτό του πληθυσμού διευρύνθηκε λόγω της εφαρμοζόμενης χαλαρής οικονομικής πολιτικής, αν και το μεγαλύτερο μέρος της καταναλωτικής ευημερίας δεν ανταποκρινόταν στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, αλλά στηριζόταν στο δανεισμό και σε εισροές από την τότε ΕΟΚ.

Ηεξέλιξη αυτή, με τη συνδρομή των άφθονων ευρωπαϊκών πόρων, συνεχίστηκε και τη δεκαετία του ’90 σε μικρότερο όμως βαθμό, καθώς ασκήθηκε περιοριστική δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική, επειδή η ελληνική οικονομία προετοιμαζόταν για την ένταξη στην Ευρωζώνη. Στη δεκαετία του 2000 μέχρι και το 2008-2009 η καταναλωτική ευμάρεια διαχύθηκε και περιέλαβε ακόμη και τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, κυρίως λόγω της δυνατότητας δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού με εύκολο και φθηνό χρήμα, χάρη στην ένταξη της χώρας μας στην Ευρωζώνη.

Στην περίοδο αυτή μέρος του πληθυσμού «ξέφυγε» από το μέσο όρο και γνώρισε ακόμη και την «απόλαυση» του πλουτισμού, ενώ δυστυχώς η παραγωγική βάση συρρικνωνόταν συνεχώς, με αποτέλεσμα την αλματώδη αύξηση των εισαγωγών, τη δημιουργία ελλειμμάτων και τη συσσώρευση χρεών.

Οταν ήρθε η κρίση του 2009 και η επιβαλλόμενη από τους δανειστές μας προσαρμογή, η πορεία προς την καταναλωτική ευημερία μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας διεκόπη απότομα. Οσο μεγαλύτερη ήταν η ευμάρεια των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων στην προηγούμενη περίοδο τόσο και η προσαρμογή ήταν και συνεχίζει να είναι περισσότερο επώδυνη. Το χειρότερο όμως είναι ότι η συνεχιζόμενη «προσαρμογή» περιλαμβάνει όχι μόνο όσους μπόρεσαν να περάσουν από τη φτώχεια στη σχετική ευμάρεια και ίσως και στον πλούτο, αλλά και αυτούς που παρέμειναν φτωχοί. Σήμερα, οι σχετικά φτωχοί της προηγούμενης περιόδου γίνονται πλέον απόλυτα φτωχοί και σ’ αυτούς, λόγω κυρίως των περικοπών μισθών και συντάξεων, της διόγκωσης της ανεργίας και της απαξίωσης όλων των περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, μετοχών, ομολόγων κ.λπ.), εντάσσονται όλο και μεγαλύτερα τμήματα των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων*.
(*) Δ. Μπαλούρδος, Μ. Πετράκη (επιμ.) «Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός», εκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 2012

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η έρευνα, φάρμακο για την κρίση

Ηκρίση, παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σε κάθε χώρα, έχει ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό: τη μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των οικονομιών της Ευρώπης έναντι των αναδυόμενων οικονομιών του κόσμου.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, το ζήτημα αυτό τίθεται σε μεγαλύτερη οξύτητα, εφ’ όσον, εκτός από το σοβαρό δημοσιονομικό έλλειμμα, υπάρχει ένα εξίσου σημαντικό έλλειμμα διεθνούς ανταγωνιστικότητας, το οποίο εκφράζεται στο επίπεδο του ισοζυγίου τρεχουσών πληρωμών.

Αυτή είναι η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφεται η θεματική αυτού του συλλογικού τόμου. Τον επιμελήθηκε ο Ναπολέων Μαραβέγιας, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και αρθρογράφος της «Ελευθεροτυπίας».

Συμμετέχουν: Δημήτρης Χ. Κάτσικας – Χαράλαμπος Χρυσομαλλίδης «Ερευνα και τεχνολογία και οικονομική ανάπτυξη: θεωρητικές προσεγγίσεις». Δημήτρης Χ. Κάτσικας – Γιώργος Ανδρέου «Ερευνα και τεχνολογία και οικονομική ανάπτυξη. Η διεθνής εμπειρία». Χαράλαμπος Χρυσομαλλίδης «Ερευνα και τεχνολογία στην Ελλάδα». Μαρτίνος Λύκος «Ερευνα και τεχνολογία στις ελληνικές περιφέρειες». Γιάννης Ελ. Δούκας «Ερευνα και τεχνολογία στον ελληνικό αγροτικό χώρο».

Το συμπέρασμα: η ανάπτυξη της έρευνας, δηλαδή της παραγωγής νέας γνώσης και της συνεπαγόμενης τεχνολογικής προόδου, θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα εξόδου της χώρας μας από την κρίση μέσω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας. Η διερεύνηση των δυνατοτήτων να εφαρμοστεί μια συγκροτημένη πολιτική έρευνας και τεχνολογίας στην Ελλάδα, με βάση τη σχετική θεωρία και τη διεθνή εμπειρία, αποτελεί το βασικό κορμό αυτού του συλλογικού βιβλίου.

Καλογραμμένο, με την υποδειγματική τυποτεχνικά έκδοση τού «Θεμέλιου», την οποία υπογράφει η Αννα Μαλικιώση. Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις. Αναφερόμαστε στον πατέρα της Θόδωρο Μαλικιώση.

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Το άδηλο μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, όλα σχεδόν έμοιαζαν να εξελίσσονται θετικά για την Ευρωπαϊκή Ενωση, παρ’ ότι η μεγάλη διεύρυνση δημιουργούσε ένα δύσκολα διαχειρίσιμο σύνολο. Τα πρώτα σημάδια της κρίσης στο επίπεδο της «ευρωπαϊκής» διακυβέρνησης εμφανίστηκαν με την απόρριψη του Σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης το 2005 με τα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία. Οι πρώτοι τριγμοί στο οικοδόμημα είχαν ήδη αρχίσει και αρκετοί διορατικοί συγγραφείς προειδοποιούσαν ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει αβέβαιο μέλλον*.

Η ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ των δύο βασικών πυλώνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Γαλλίας και της Γερμανίας, υπέρ της ενωμένης πλέον Γερμανίας, η συνεχιζόμενη υπονόμευση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης από τη Βρετανία, οι μεγάλες ανισότητες μετά τη διεύρυνση και η έλλειψη προσήλωσης στην ευρωπαϊκή ιδέα από τις νέες χώρες του πρώην Ανατολικού Συνασπισμού, οι μεγάλες δυσκολίες στη χάραξη μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής, η αδυναμία δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής έξω από το πλαίσιο του ΝΑΤΟ, είχαν ανακόψει τη δυναμική της ευρωπαϊκής ενοποίησης, παρά την ήδη λειτουργούσα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης νομισματική ένωση.

Το 2007 στη Λισαβόνα, με γερμανική πρωτοβουλία, υπογράφηκε νέα Συνθήκη, που περιλάμβανε τα βασικά ενοποιητικά σημεία της Συνταγματικής Συνθήκης μέσα σ’ ένα κλίμα μειωμένου ενθουσιασμού για την ευρωπαϊκή ιδέα. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα χαλάρωσης της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση το 2007-2008 στις ΗΠΑ και γρήγορα εξαπλώθηκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση και ιδιαίτερα η Ευρωζώνη βρέθηκαν απροετοίμαστες να αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση. Κάθε χώρα-μέλος προσπάθησε περισσότερο μεμονωμένα παρά συλλογικά να εφαρμόσει πολιτικές περιορισμού των ζημιών χρησιμοποιώντας δημόσιο χρήμα για να καλύψει τα ανοίγματα του τραπεζικού τομέα και να συγκρατήσει την κατάρρευση της βιομηχανικής παραγωγής

Τ ο πρόβλημα ήταν μεγαλύτερο στις λιγότερο ισχυρές οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, οι οποίες ήταν ήδη υπερχρεωμένες, καθώς, μετά την ένταξή τους στην Ευρωζώνη, μπορούσαν να δανείζονται με χαμηλά επιτόκια για να ικανοποιήσουν συσσωρευμένα, συχνά πελατειακού τύπου, αιτήματα των κοινωνιών τους για κατανάλωση ανάλογη με αυτή των χωρών του Ευρωπαϊκού Κέντρου (σε προφανή αναντιστοιχία με τις παραγωγικές τους δυνατότητες), χωρίς να μπορούν να αντισταθούν, ως ώφειλαν, εφαρμόζοντας τους κανόνες της Ευρωζώνης.

Οταν οι διεθνείς αγορές ήταν πλέον απρόθυμες να χρηματοδοτήσουν τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματά τους και να συνεχίσουν να δανείζουν τα τραπεζικά τους συστήματα με «ανεκτά» επιτόκια, οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας στράφηκαν για βοήθεια στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου. Ομως η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης δεν άφηνε περιθώρια εκδήλωσης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, καθώς δεν υπήρχε κανένας μηχανισμός ανάληψης των χρεών των χωρών-μελών, που θα είχαν ανάγκη, από το σύνολο της Ευρωζώνης. Οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί κατασκευάστηκαν «εκ των ενόντων» για να βοηθήσουν να αποφευχθεί η ανοιχτή χρεοκοπία χωρών-μελών όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία. Η ευρωπαϊκή συνδρομή για την αναγκαία προσαρμογή επιχειρείται χωρίς κοινοτική αλληλεγγύη για να «διορθωθούν» τα λάθη οικονομικής πολιτικής. Επιχειρείται μάλλον με τιμωρητική διάθεση για να «πληρωθούν» τα λάθη που διέπραξαν οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες των χωρών-μελών που βρίσκονται στην ανάγκη να ζητούν τώρα βοήθεια.

Ετσι, στην Ε.Ε. αυξάνεται η αμφισβήτηση θεσμών και συμπεριφορών εξαιτίας της σημερινής οικονομικής κρίσης, καθώς βυθίζει στην ύφεση και στη φτώχεια όλες σχεδόν τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Η βοήθεια που τους προσφέρει το ευρωπαϊκό κέντρο με γερμανική ηγεσία φαίνεται ότι δεν είναι ούτε αρκετή ούτε κατάλληλη για να ξεπεράσουν τα μεγάλα προβλήματά τους. Με τον τρόπο αυτό υπονομεύεται ανεπανόρθωτα η ευρωπαϊκή ιδέα και το μέλλον της Ε.Ε. γίνεται άδηλο.

* Taylor Ρ., «Το αβέβαιο μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», επιμ. ελληνικής έκδοσης: Ν. Μαραβέγιας, Αθήνα, εκδόσεις Κριτική, 2010

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 7 Απριλίου 2013