Αρχική » Uncategorized (Σελίδα 20)
Category Archives: Uncategorized
Η απαξίωση των δημόσιων υπηρεσιών
Η απαξίωση των δημόσιων υπηρεσιών διαπιστώνεται τόσο στις σχετικές δημοσκοπήσεις όσο και στη δημόσια συζήτηση που αναπτύσσεται στα μέσα ενημέρωσης και έχει πολλαπλές αιτίες. Σε παλαιότερες εποχές η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας ήταν συνυφασμένη με την ακεραιότητα, την αντικειμενικότητα, την ανιδιοτέλεια και την αμεροληψία του δημόσιου υπαλλήλου.
Το κύρος των στελεχών του δημόσιου τομέα ήταν αναμφισβήτητο σ’ όλες τις περιπτώσεις: από το δάσκαλο του χωριού και το γεωπόνο της Νομαρχίας, μέχρι το δικαστή, τον αξιωματικό ή τον καθηγητή της μέσης και της ανώτατης εκπαίδευσης.
Το πώς φθάσαμε στη σημερινή απαξίωση, τόσο των δημόσιων υπαλλήλων όσο και των δημόσιων υπηρεσιών, μπορεί να εξηγηθεί από την εξέλιξη των ιδεολογικών, κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μετασχηματισμών σ’ ολόκληρο τουλάχιστον το δυτικό κόσμο.
Είναι γνωστό ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 εξελίσσεται μια ιδεολογική μάχη από τη νεο-φιλελεύθερη σχολή σκέψης με στόχο να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα και ταυτόχρονα να υποβαθμισθεί ο δημόσιος τομέας, ως συνδεδεμένος με τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα.
Η ιδεολογική αυτή μάχη έχει προφανώς και οικονομικό υπόβαθρο, καθώς η προσφορά υπηρεσιών από το Δημόσιο κοστίζει όλο και περισσότερο στον κρατικό προϋπολογισμό και επιβαρύνει φορολογικά το σύνολο των επιχειρήσεων, ανακόπτοντας το δυναμισμό τους.
Από την άλλη πλευρά, η παροχή υπηρεσιών από τον ιδιωτικό τομέα προσφέρει νέες δυνατότητες στις επιχειρήσεις να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους, πράγμα που συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη.
Βεβαίως, τα κρίσιμα ζητήματα του κόστους, της ποιότητας, της καθολικότητας και της επάρκειας, που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, υποβαθμίζονται μπροστά στη σκοπιμότητα να απελευθερωθούν οι δημόσιες υπηρεσίες για να μπορούν να προσφέρονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Σε χώρες με ισχυρή παράδοση δημόσιων υπηρεσιών (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, σκανδιναβικές χώρες), ο δημόσιος τομέας μπορεί να ανταγωνίζεται τον ιδιωτικό, πράγμα που βελτιώνει το επίπεδο του συνόλου των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Σε άλλες χώρες, κυρίως μεσογειακές, καθώς υποβαθμίζεται ο δημόσιος τομέας, αφήνει ελεύθερο έδαφος στον ιδιωτικό, ο οποίος, όμως, συχνά μιμείται, αντί να ανταγωνίζεται, το δημόσιο τομέα στην κακή ποιότητα υπηρεσιών και μάλιστα με υψηλό κόστος.
Οι βασικότερες αιτίες της υποβάθμισης του δημόσιου τομέα στη χώρα μας έχουν καταγραφεί από ειδικούς επιστήμονες και εντοπίζονται κυρίως στα ακόλουθα:
α) Στη μαζική είσοδο των δημόσιων υπαλλήλων, χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των προσόντων τους, σ’ ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο και με ιδιαίτερη ένταση στην περίοδο της μεταπολίτευσης (πελατειακές προσλήψεις).
β) Στην κακή οργάνωση και στην ανυπαρξία συστήματος αξιολόγησης των δομών και των προσώπων σ’ όλους τους κλάδους της δημόσιας διοίκησης με επιβραβεύσεις και ποινές (μέχρι και απόλυση).
γ) Στη μείωση των δυνατοτήτων του κρατικού προϋπολογισμού να προσφέρει αξιοπρεπείς αμοιβές στους δημόσιους υπαλλήλους του (κυρίως λόγω του μεγάλου αριθμού τους) και σύγχρονο κτηριακό και τεχνικό εξοπλισμό.
δ) Στη διάδοση του αθέμιτου πλουτισμού (φακελάκια) σε έναν αριθμό δημόσιων υπαλλήλων, εφόσον ο έλεγχος και η τιμωρία είναι ανύπαρκτες διαδικασίες.
Ηπραγματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών προφανώς δεν είναι ίδια σ’ όλους τους κλάδους και ο αθέμιτος πλουτισμός αφορά ένα μέρος δημόσιων υπαλλήλων. Ομως ο δημόσιος λόγος γενικεύει χωρίς να εμφανίζει τις καλές πρακτικές, διότι είτε δεν ενδιαφέρουν είτε δεν «συμφέρουν» στην ισοπεδωτική λογική της απαξίωσης του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό αποθαρρύνεται κάθε δημιουργική προσπάθεια των δημόσιων υπαλλήλων και διευκολύνονται η διαθεσιμότητα και οι απολύσεις, πράγμα που, μαζί με τη μείωση των μισθών, παραλύει κάθε διάθεση για βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών και ανατροφοδοτεί τη γενικότερη απαξίωση του δημόσιου τομέα.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 4 Αυγούστου 2013
Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ελλάδα
Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την υπαγωγή της χώρας μας στα Μνημόνια, έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ασχολούνται πλέον με την Ελλάδα. Η ένταση της προσπάθειας της χώρας μας, να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές της στο πλαίσιο των Μνημονίων και να ξεφύγει από την κρίση, έχει αφήσει, σχεδόν στη σκιά, το ενδεχόμενο αμερικανικό ενδιαφέρον.
Βέβαια, κατά διαστήματα, σε κρίσιμες στιγμές για τη διατήρηση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, υπήρξε καταφανής αμερικανική παρέμβαση υπέρ της χώρας μας. Ομως, οι παρεμβάσεις αυτές θεωρήθηκαν ότι οφείλονταν στο γενικότερο αμερικανικό ενδιαφέρον για την έξοδο της Ε.Ε. από την οικονομική κρίση, προκειμένου να ενισχυθεί η αμερικανική ανάκαμψη, και ότι δεν εκδηλώνονταν από ειδικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.
Με άλλα λόγια θεωρείται ότι οι ΗΠΑ ενδιαφέρθηκαν και ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της χώρας μας στην Ευρωζώνη, πιέζοντας για περισσότερη ευρωπαϊκή βοήθεια, προκειμένου να μην κινδυνεύσει η πορεία εξόδου της Ευρώπης από την οικονομική κρίση. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η οικονομική πολιτική που εφαρμόζουν οι ΗΠΑ και προτείνουν στην Ε.Ε. διαφέρει ριζικά από την ευρωπαϊκή -και μάλιστα στις διεθνείς συναντήσεις υπάρχουν συχνές αντιπαραθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας για το ζήτημα αυτό.
Ετσι, οι αμερικανικές παρεμβάσεις υπέρ της παραμονής της χώρας μας στην Ευρωζώνη ερμηνεύονται και ως αποτέλεσμα της διαφορετικής πολιτικής τους για την έξοδο από την κρίση, σε σχέση με τη γερμανική πολιτική, όπως εφαρμόζεται στην Ευρωζώνη και ιδιαίτερα στη χώρα μας. Επίσης, η άποψη η οποία εκφράζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και βρίσκει αντίθετη τη Γερμανία, σχετικά με τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, θεωρείται αμερικανικής έμπνευσης.
Το ίδιο ισχύει και για τις σχετικές προτάσεις του ΔΝΤ για την αναδιάρθρωσή του, με περικοπή ενός μέρους του από τον επίσημο πλέον τομέα (δηλαδή από τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης που έχουν δανείσει την Ελλάδα). Μερικές φορές, μάλιστα, οι διαφορετικές απόψεις για την οικονομική πολιτική μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. (κυρίως Γερμανίας) ερμηνεύονται και ως ουσιαστικές αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ των δύο εταίρων και συμμάχων, πράγμα που μπορεί να είναι και αληθές.
Μέσα σε όλα αυτά, εμπλέκεται και το μεγάλο ζήτημα των αγωγών αερίου και συνεπώς οι γεωστρατηγικές ισορροπίες της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης σε σχέση με τη Ρωσία, όπου συχνά θεωρείται ότι η Ε.Ε. (Γερμανία) ενδέχεται να έχει διαφορετική στρατηγική από τις ΗΠΑ.
Αν τα παραπάνω ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα δεν πρέπει να υποτιμάται και να εντάσσεται απλώς στο γενικότερο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την έξοδο της Ε.Ε. από την οικονομική κρίση. Η Ελλάδα μπορεί να έχασε τη μεγάλη γεωστρατηγική της σημασία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά δεν έπαψε να βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο του πλανήτη με άμεση γειτνίαση με το μουσουλμανικό κόσμο και να είναι μια χώρα ενταγμένη, χωρίς ταλαντεύσεις, στο δυτικό κόσμο.
Συνεπώς, τόσο η επίσκεψη στην Ελλάδα του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, πριν από μερικές μέρες, όσο και η επικείμενη επίσκεψη του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, μπορεί να αποτελούν σημαντικά στοιχεία αμερικανικού ειδικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα, όχι απλώς και μόνο ως κράτους-μέλους της Ευρωζώνης. Το ενδιαφέρον αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί, προκειμένου η χώρα μας να βελτιώσει τη θέση της στην Ε.Ε. και στον κόσμο. Εξάλλου, η διάθεση των Ελλήνων πολιτών έναντι των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά την εκλογή του προέδρου Ομπάμα και τις παρεμβάσεις του υπέρ της χώρας μας σε κρίσιμες στιγμές, φαίνεται να είναι θετική, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο έναντι της Ε.Ε.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 28 Ιουλίου 2013
Ζητείται εθνικό σχέδιο
Είναι κοινή διαπίστωση ότι στη χώρα μας διακηρύσσονταν, συνήθως προεκλογικά, μεγαλεπήβολα σχέδια οικονομικής, βιομηχανικής, αγροτικής, περιφερειακής ανάπτυξης, σχέδια αναδιάρθρωσης της δημόσιας διοίκησης, σχέδια μεταρρύθμισης της εκπαίδευσης, του συστήματος υγείας, του φορολογικού συστήματος και άλλα πολλά.
Στην πραγματικότητα όμως, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, όλα αυτά τα σχέδια έμεναν στο επίπεδο των καλών προθέσεων.
Τα πολιτικά κόμματα που διεκδικούσαν την εξουσία εκπονούσαν σχέδια για κάθε τομέα και για κάθε μεγάλο εθνικό ζήτημα.
Ομως, όταν έρχονταν στην εξουσία, φαίνεται ότι εγκατέλειπαν όλα τα σχέδια που είχαν εκπονηθεί και, συνήθως, ο κάθε υπουργός με έναν αριθμό συμβούλων προσπαθούσε, μέσα στην καταιγίδα της καθημερινής διαχείρισης, να σχεδιάσει κάποιες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, συχνά πολύ διαφορετικές από αυτές που το κόμμα του είχε προετοιμάσει.
Προφανώς, δεν περίμενε κανείς να εφαρμοστούν μέχρι κεραίας τα σχέδια που κάθε κόμμα είχε εκπονήσει, καθώς η πραγματικότητα που συναντούσε, όταν ερχόταν στην εξουσία, ήταν συχνά πολύ διαφορετική από αυτή που είχε φανταστεί.
Ομως, μια γενικότερη συμμόρφωση με τις γενικές γραμμές των εκπονηθέντων σχεδίων θα αναμενόταν, όχι τόσο για να υπάρχει συνέπεια προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών πράξεων, εφόσον οι πολίτες στη χώρα μας ελάχιστη σημασία αποδίδουν στις προεκλογικές δεσμεύσεις των κομμάτων, αλλά περισσότερο για να διευκολυνθούν τα κόμματα στην άσκηση της εξουσίας, δίχως να αυτοσχεδιάζουν χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Είναι βέβαιο ότι η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να είχε οδηγηθεί σε πιο σταθερή οικονομική ανάπτυξη με ανταγωνιστικούς παραγωγικούς τομείς -αγροτικό και βιομηχανικό- με καλύτερη εκπαίδευση και αποτελεσματικό σύστημα υγείας, με παραγωγικό δημόσιο τομέα αν είχαν εφαρμοστεί, έστω και σε γενικές γραμμές, όλα αυτά τα σχέδια που κατά καιρούς εξαγγέλθηκαν από τα διάφορα πολιτικά κόμματα σε προεκλογικές κυρίως περιόδους.
Δυστυχώς, τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Η χώρα έφθασε στο χείλος του γκρεμού, όταν, με αφορμή την παγκόσμια οικονομική κρίση, αποκαλύφθηκε το μέγεθος της αυταπάτης της ανάπτυξης. Τότε εμφανίστηκαν όλες οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και ανακαλύφθηκαν τα «κρυμμένα» προβλήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, με αποκορύφωμα τα τεράστια ελλείμματα στον προϋπολογισμό και στις εξωτερικές πληρωμές. Η κοινωνία ζούσε σε μια πλασματική καταναλωτική ευμάρεια και η οικονομία είχε πήλινα πόδια.
Ηοικονομική κρίση στη χώρα μας σήμανε το τέλος των ψευδαισθήσεων. Θα έπρεπε όμως να σημάνει και γενικό συναγερμό για όλους. Για το πολιτικό σύστημα, που επωφελήθηκε ή/και συνέβαλε στη μακαριότητα της ελληνικής κοινωνίας, για τις επιχειρηματικές ελίτ, που απολάμβαναν τον κρατικό εναγκαλισμό, και για τις πνευματικές ελίτ, που είχαν αφεθεί στη «ραστώνη του μεσογειακού ήλιου». Δυστυχώς, συναγερμός δεν σήμανε όσο δυνατά και «τρομακτικά» έπρεπε. Διακηρύχθηκε βέβαια από όλους ότι η επερχόμενη κρίση ισοδυναμεί με έναν ιδιότυπο πόλεμο, χωρίς όμως στην ουσία να αλλάξουν οι συμπεριφορές, ώστε να αντιμετωπιστεί η καταστροφή. Αμεση προτεραιότητα θα έπρεπε τότε να είναι η κινητοποίηση και η συμφωνία όλων των δυνάμεων του έθνους, εντός και εκτός Ελλάδας, ώστε να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί επιτέλους χωρίς καθυστέρηση ένα εθνικό σχέδιο (με επιμέρους εξειδικεύσεις) για την έξοδο από την κρίση.
Τέτοιο σχέδιο δεν φαίνεται να υπήρξε ποτέ, με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται η χώρα μας να ακολουθήσει για τη σωτηρία της το σχέδιο άλλων, δηλαδή των εταίρων και δανειστών της (αν υπήρξε ποτέ τέτοιο σχέδιο), με αποτέλεσμα να βρίσκεται στο έλεός τους.
Δυστυχώς, ούτε και σήμερα, που η κοινωνία έφθασε στα όριά της, οι πολιτικές, επιχειρηματικές και πνευματικές δυνάμεις έχουν κατορθώσει να συμφωνήσουν, να προτείνουν και να εφαρμόσουν ένα εθνικό σχέδιο για τη σωτηρία και την ανάπτυξη της χώρας μας.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 21 Ιουλίου 2013
Ανταγωνιστικότητα και εργατικό κόστος
Είναι γενικά παραδεκτό ότι η ανταγωνιστικότητα μιας εθνικής οικονομίας συνδέεται άμεσα με το κόστος παραγωγής κατά μονάδα προϊόντος, δηλ. με το επίπεδο παραγωγικότητας σε σχέση με το συνολικό κόστος της παραγωγής.
Στο θέμα αυτό, η κυρίαρχη οικονομική σκέψη θεωρεί ότι η μείωση του κόστους εργασίας μπορεί να μειώσει το κατά μονάδα κόστος παραγωγής άμεσα και αποτελεσματικά. Προς την κατεύθυνση αυτή, συνεπώς, κινούνται οι συμβουλές των διεθνών οργανισμών προτείνοντας την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και την ευελιξία των μισθών. Προφανώς, αυτή είναι και η επιδίωξη του Προγράμματος Προσαρμογής της χώρας μας προκειμένου να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητά της, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ελλειμματικό εμπορικό της ισοζύγιο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κόστος εργασίας (μισθοί και εισφορές) είναι το μοναδικό στοιχείο κόστους παραγωγής που μπορεί να συρρικνωθεί άμεσα σε σχέση με τα άλλα στοιχεία κόστους παραγωγής, που είναι: το κόστος των πρώτων υλών, της ενέργειας, της γραφειοκρατίας, του χρήματος (επιτόκια) κ.λπ. Αν και συχνά το κόστος εργασίας είναι σχετικά μικρό ποσοστό του συνολικού κόστους, έχει μεγάλη σημασία, γιατί μόνο οι μισθοί μπορούν να περιοριστούν μέσω της νομοθεσίας (ευελιξία της αγοράς εργασίας), της ανεργίας, της μείωσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργατικών ενώσεων κ.ά. Τα άλλα στοιχεία κόστους (πρώτες ύλες, ενέργεια, επιτόκια κ.ά.) είναι σταθερά, καθώς η τιμή τους εξαρτάται από τη συνθήκες της εσωτερικής και συχνότερα της διεθνούς αγοράς. Οσον αφορά το κόστος της γραφειοκρατίας, δηλ. της εμπλοκής των δημοσίων υπηρεσιών στη διαδικασία παραγωγής (καθυστέρηση, διαφθορά, αναποτελεσματικότητα), αυτό εξαρτάται από τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, πράγμα που δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί, ιδίως στις μεσογειακές χώρες.
Ομως, η σχετική «ευκολία» βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, μέσω της μείωσης του εργατικού κόστους, έχει πολύ σοβαρές συνέπειες σε πολλά επίπεδα, πράγμα που συχνά και συστηματικά παραγνωρίζεται από την κυρίαρχη οικονομική σκέψη. Πρώτα απ’ όλα παραγνωρίζεται ότι η μείωση του κόστους παραγωγής κατά μονάδα προϊόντος μπορεί να προέλθε, όχι μόνο από τη μείωση του κόστους, αλλά και από την τεχνολογική και οργανωτική βελτίωση των μεθόδων παραγωγής. Με την αναδιάρθρωση των παραγωγικών μονάδων και την εισαγωγή νέων τρόπων παραγωγής, είναι δυνατόν να αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς να μειωθεί το κόστος εργασίας. Αντίθετα, μπορεί και να αυξηθούν οι μισθοί, αν τα οφέλη της αυξημένης παραγωγικότητας διανεμηθούν «δίκαια» μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.
Ακόμη περισσότερο, δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία που έχει το ύψος του εργατικού κόστους στις αποφάσεις για την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγικής διαδικασίας. Αν το κόστος εργασίας είναι χαμηλότερο από το κόστος του κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις δεν έχουν συμφέρον να εισαγάγουν τεχνολογικές καινοτομίες αυξάνοντας τις επενδύσεις. Προτιμούν να συνεχίσουν με παραδοσιακές μεθόδους χρησιμοποιώντας το συντελεστή που έχει σχετικά χαμηλότερη τιμή, δηλαδή την εργασία. Ετσι, προφανώς, περιορίζεται η αύξηση της παραγωγικότητας που προκύπτει από την τεχνολογική πρόοδο. Στη σημερινή περίοδο της κρίσης, όπου επιτυγχάνεται μείωση του κόστους εργασίας (ευελιξία μισθών), το κατά μονάδα κόστος, έπειτα από μια πρόσκαιρη μείωση, μπορεί να αυξηθεί (λόγω της υποχώρησης της παραγωγικότητας), με αποτέλεσμα τη μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας – όταν επιδιώκεται το αντίθετο. Επιπλέον, η αύξηση της απασχόλησης, που προκύπτει με τον τρόπο αυτό (προτίμηση της σχετικά φθηνότερης εργασίας αντί του κεφαλαίου), είναι περιορισμένη, λόγω των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης ή ακόμη και της ύφεσης που παρατηρείται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Τέλος, ας σημειωθεί ότι η μείωση του μεριδίου της εργασίας στη διανομή του παραγόμενου εισοδήματος, μέσω της συρρίκνωσης του εργατικού μισθού, δεν συμβαδίζει με τη δημοκρατική εξέλιξη μιας κοινωνίας και προοιωνίζεται ευρύτερες κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 14 Ιουλίου 2013
Οικονομική ανάπτυξη και οι συνέπειες
Οι διαφορές στην αφετηρία, στα αίτια και στα κίνητρα των κοινωνικών κινητοποιήσεων στην Τουρκία και στη Βραζιλία είναι προφανείς, καθώς πρόκειται για δύο χώρες με πολύ διαφορετικές ιστορικές παραδόσεις, διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο και διαφορετική κοινωνική διάρθρωση.
Ομως, θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: και οι δύο χώρες έχουν τα τελευταία χρόνια επιτύχει σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και έχουν δημιουργήσει, έτσι, μια νέα κοινωνική πραγματικότητα. Εχει αρχίσει να δημιουργείται μια αρκετά εύρωστη μεσαία εισοδηματική τάξη, η οποία φαίνεται να πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις, μαζί με τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις, για «ασήμαντες αφορμές», που κάτω από άλλες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες δεν θα προκαλούσαν σχεδόν καμιά διαμαρτυρία.
Στη Βραζιλία η αφορμή ήταν η μικρή αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ στην Τουρκία ήταν η κοπή δέντρων για τη δημιουργία ενός εμπορικού κέντρου.
Ηαντιστοιχία μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο γεγονός ότι στα χρόνια της οικονομικής ανάπτυξης δημιουργήθηκαν νέα κοινωνικά στρώματα με μεγαλύτερες απαιτήσεις για περισσότερη και καλύτερης ποιότητας δημοκρατία, λιγότερη διαφθορά, υψηλότερη ποιότητα ζωής και αειφορία στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Ταυτόχρονα, η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης δημιούργησε νέες ανισότητες. Η διεύρυνση των δυνατοτήτων επίτευξης ενός υψηλότερου επίπεδου κατανάλωσης και ευημερίας δεν περιλαμβάνει ούτε όλους τους πολίτες ούτε όλες τις μειονότητες ούτε όλες τις περιοχές, προκαλώντας νέες αντιθέσεις. Τα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα απαιτούν όλο και μεγαλύτερες δυνατότητες κατανάλωσης διεκδικώντας υψηλότερα εισοδήματα, ώστε να πλησιάσουν τους περισσότερο ευνοημένους της ανάπτυξης, που δεν είναι πλέον λιγοστοί και «απόμακροι πλούσιοι», αλλά πολλοί, που βρίσκονται ανάμεσά τους.
Καθώς η δημοκρατία στις χώρες αυτές δεν είναι παγιωμένη και δεν λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί (εργατικά συνδικάτα, ενώσεις της κοινωνίας πολιτών κ.ά.) το κύμα δυσαρέσκειας παίρνει εύκολα μεγάλες διαστάσεις, περιλαμβάνοντας κάθε λογής διαμαρτυρόμενους πολίτες με διαφορετικά αιτήματα και συχνά ετερόκλιτους στόχους.
Ετσι, αιτήματα για ατομικές ελευθερίες εναντίον των ισλαμικών περιορισμών και για καλύτερη ποιότητα ζωής -κυρίως στην Τουρκία- μέχρι και αύξηση μισθών και συγκράτηση τιμών -κυρίως στη Βραζιλία- μπορεί να αλληλοεμπλέκονται και να τροφοδοτούν την κοινωνική διαμαρτυρία. Επιπλέον, καθώς επικρατούσαν στο πρόσφατο παρελθόν στρατιωτικά και δικτατορικά καθεστώτα και στις δύο χώρες, το ξεσηκωμένο πλήθος επωφελείται από τη σχετική πολιτική ελευθερία, που τα τελευταία χρόνια έχει κατακτηθεί, για να εκδηλώσει δυναμικά τις διεκδικήσεις του.
Οτρόπος αντιμετώπισης των κινητοποιήσεων από τις κυβερνήσεις στις δύο χώρες προφανώς διαφέρει, αλλά είναι κοινή η αμηχανία απέναντι σε μια τόσο μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Κατά πόσο οι κινητοποιήσεις αυτές θα αποσταθεροποιήσουν, όχι απλώς τις κυβερνήσεις, αλλά τα νεαρά δημοκρατικά καθεστώτα των χωρών αυτών και θα ανακόψουν την αναπτυξιακή διαδικασία, είναι άγνωστο.
Αγνωστο επίσης είναι, αν και άλλες αναδυόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, που γνώρισαν σημαντική οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, θα ακολουθήσουν την εξέλιξη των δύο αυτών χωρών. Τα κοινωνικά και τα πολιτικά φαινόμενα έχουν πολλαπλά αίτια και η πρόβλεψή τους είναι σχεδόν αδύνατη.
Είναι, ωστόσο, εξαιρετικά ενδιαφέρον να διαπιστώνεται ότι κοινωνικές κινητοποιήσεις μπορούν να εκδηλωθούν και σε χώρες που παρουσιάζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως και σε χώρες που βρίσκονται σε βαθιά κρίση, για διαφορετικούς λόγους, αλλά με την ίδια ένταση και έκταση.
Φαίνεται ότι η ιστορία του κόσμου όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά, ίσως, τώρα αρχίζει στις αναδυόμενες χώρες, τις οποίες ο δυτικός κόσμος θεωρούσε «ήσυχους» υποδοχείς των επενδύσεών του, απορροφημένος από τα δικά του προβλήματα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αφ’ ότου ξέσπασε η οικονομική κρίση.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 7 Ιουλίου 2013
Τα όρια της επιτυχίας
Ηαπόφαση για αιφνίδια αναστολή της λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ήταν η αφορμή για την αλλαγή του κυβερνητικού σχήματος από τρικομματικό σε δικομματικό, μετά την αποχώρηση του τρίτου κόμματος. Είναι προφανές, βέβαια, ότι η αλλαγή της κυβέρνησης δεν άλλαξε τη σκληρή πραγματικότητα της ύφεσης και της ανεργίας στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας.
Το ερώτημα που τίθεται τώρα από τους Ελληνες πολίτες είναι κατά πόσον η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης με το νέο κυβερνητικό σχήμα θα είναι αποτελεσματικότερη ή, αντίθετα, θα χρειαστούν και πάλι νέες επώδυνες θυσίες, προκειμένου να εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις έναντι των εταίρων και δανειστών μας.
Μία όσο το δυνατόν αντικειμενικότερη εκτίμηση των νέων δεδομένων μπορεί να οδηγήσει στην υπόθεση ότι η στενότερη πολιτική συνάφεια των δύο κομμάτων που παρέμειναν στη συγκυβέρνηση μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των σημερινών προβλημάτων και στη γρηγορότερη εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα, προκειμένου να συνεχιστεί η δανειοδότησή της. Με άλλα λόγια, η νέα κυβέρνηση θα μπορούσε τώρα να πραγματοποιήσει γρηγορότερα ορισμένες επώδυνες μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες το τρίτο κόμμα που αποχώρησε εξέφραζε ορισμένους προβληματισμούς και εξεδήλωνε δισταγμούς λόγω της ιδεολογικής και πολιτικής του φυσιογνωμίας.
Ομως η πιθανότητα αυτή, δηλαδή η αποτελεσματικότερη και γρηγορότερη αντιμετώπιση των εκκρεμούντων προβλημάτων με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από την πλευρά των δύο συγκυβερνώντων κομμάτων, παρά τις παλαιότερες μεταξύ τους πολιτικές αντιθέσεις, μπορεί να προκαλέσει ευρύτερες κοινωνικές αντιστάσεις. Ενα μέρος της πολιτικής νομιμοποίησης (ουσιαστικής και όχι τυπικής), η οποία είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των κοινωνικά επώδυνων μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται σήμερα -όχι μόνο ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της δανειοδότησης-, φαίνεται να χάνεται μετά την αποχώρηση από το κυβερνητικό σχήμα του μικρότερου αλλά συμβολικά πολύ σημαντικού κυβερνητικού εταίρου. Ετσι, ενδεχομένως η αποτελεσματικότητα και εικαζόμενη αποφασιστικότητα του δικομματικού κυβερνητικού σχήματος μπορεί να περιοριστεί σημαντικά μπροστά στη δυσκολία επίτευξης ενός ελάχιστου βαθμού συναίνεσης από την ελληνική κοινωνία, υπέρ της οποίας αναλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις.
Γιατί είναι μάλλον προφανές ότι όσο περισσότερο αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας είναι ένα κυβερνητικό σχήμα τόσο μεγαλύτερα είναι τα περιθώρια κοινωνικής αποδοχής των μεταρρυθμίσεων. Συνεπώς, στη σημερινή κατάσταση που βρίσκεται η χώρα θα έπρεπε με κάθε τρόπο να επιδιώκεται η διεύρυνση του κυβερνητικού σχήματος και με κόμματα που κατά τεκμήριο εκφράζουν μεσαία και χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία πλήττονται περισσότερο από την οικονομική κρίση και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.
Σε κάθε περίπτωση, το σημερινό κυβερνητικό σχήμα χρειάζεται να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις οι οποίες συχνά θα προκαλέσουν κοινωνικές αντιστάσεις. Ο τρόπος κάμψης αυτών των κοινωνικών αντιστάσεων έχει μεγάλη σημασία. Η πολιτική αξιοπιστία, η πειθώ, η μετριοπάθεια και η επιδίωξη ελάχιστων συναινέσεων αποτελούν πολιτικές αρετές οι οποίες ενισχύουν τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Επιπλέον, η τήρηση κανόνων και η εφαρμογή διαδικασιών χωρίς εξαιρέσεις, η διοικητική ικανότητα, ακόμη και το παράδειγμα, αποτελούν συστατικά στοιχεία μιας αποτελεσματικής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.
Μια τέτοιου είδους μεταρρυθμιστική προσπάθεια είναι αναγκαία προκειμένου να πεισθεί η ελληνική κοινωνία ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι άμεσα επώδυνες, αλλά μεσομακροπρόθεσμα είναι αναγκαίες για να βγει η χώρα μας από το σημερινό τέλμα. Τα όρια της επιτυχίας της σημερινής κυβέρνησης εξαρτώνται από την πολιτική ικανότητά της να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, χωρίς να διαρραγεί ανεπανόρθωτα η κοινωνική συνοχή.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 30 Ιουνίου 2013
Κοινωνία της γνώσης ή της πληροφορίας
Πολύ συχνά στη δημόσια συζήτηση γίνεται αναφορά στην κοινωνία ή/και στην οικονομία της γνώσης, προκειμένου να χαρακτηριστεί η εποχή μας, κατά την οποία η πληροφόρηση-ενημέρωση είναι άφθονη, λόγω της διάδοσης των ηλεκτρονικών-ψηφιακών μέσων (τηλεόραση, ραδιόφωνο, Διαδίκτυο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.).
Προφανώς, με την έκφραση αυτή, εννοείται κοινωνία ή οικονομία της πληροφορίας και όχι της γνώσης, γιατί η μετατροπή της πληροφορίας σε γνώση απαιτεί μια σύνθετη εκπαιδευτική και διανοητική διαδικασία.
Βέβαια, η κάθε είδους πληροφορία δεν είναι άφθονη και διαθέσιμη σ’ όλο τον κόσμο. Σε περιοχές ολόκληρες του πλανήτη υπάρχουν ακόμη απαγορεύσεις και η πληροφορία «φιλτράρεται», λιγότερο ή περισσότερο, προκειμένου να είναι αρεστή στις διάφορες εξουσίες. Ομως, ακόμη και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δυτικού τόπου, η πληροφόρηση-ενημέρωση είναι πολλές φορές κατευθυνόμενη από συγκεκριμένα συμφέροντα προφανή ή/και αφανή, εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες και ελέγχεται από διάφορα κέντρα εξουσίας.
Η επικρατούσα άποψη διεθνώς, ότι η πληροφόρηση-ενημέρωση μπορεί να παρέχεται από οποιονδήποτε έχει τη δυνατότητα να διαδίδει πληροφορίες με έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, είναι μια δημοκρατική κατάκτηση, γιατί επιτρέπει τον πλουραλισμό και την ελεύθερη έκφραση. Ωστόσο, επειδή η διάδοση της πληροφορίας έχει οικονομικό κόστος, πολύ συχνά οι δυνατότητες κατοχής των μέσων πληροφόρησης-ενημέρωσης, με αξιώσεις κάλυψης μεγάλων τμημάτων μιας χώρας ή/και του πλανήτη, περιορίζονται σε ελάχιστες επιχειρήσεις με ενδεχόμενα ιδιοτελή συμφέροντα.
Η κατάλυση του κρατικού μονοπωλίου στην πληροφόρηση-ενημέρωση με ηλεκτρονικά μέσα (ραδιοτηλεόραση) αποτέλεσε σε όλες τις χώρες ένα σημαντικό βήμα προς την ελευθερία και τη δημοκρατία, γιατί συμβάλλει, κατ’ αρχάς, στη διάδοση της πληροφορίας χωρίς πολιτικές και συχνά κομματικές σκοπιμότητες. Ο πολλαπλασιασμός των κατόχων ηλεκτρονικών (ψηφιακών) μέσων, μικρών ή μεγάλων, πληροφόρησης είναι προφανώς ακόμη ένα βήμα προς την ελευθερία.
Ομως, η απόλυτη ελευθερία, συχνά χωρίς τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητας της πληροφορίας, οδηγεί σε παραπληροφόρηση και απαιτεί ένα εκπαιδευμένο κοινό για να είναι σε θέση να διακρίνει μεταξύ της αλήθειας και της αληθοφάνειας μιας πληροφορίας. Ενα τέτοιο εκπαιδευμένο κοινό είναι δύσκολο να υπάρχει σε μια οποιαδήποτε κοινωνία, γιατί στη μεγάλη πλειονότητά του δεν διαθέτει ούτε το χρόνο ούτε τα διανοητικά μέσα για να διακρίνει μεταξύ πληροφόρησης και παραπληροφόρησης, μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να μετατρέψει αυτόματα την πληροφορία σε γνώση. Γιατί η γνώση προϋποθέτει διαφορετικό τρόπο πρόσληψης και απαιτεί επεξεργασία της πληροφορίας μέσα από κατάλληλες εκπαιδευτικές διαδικασίες.
Στη σημερινή εποχή, η μετατροπή της πληροφορίας σε γνώση γίνεται όλο και δυσκολότερη, γιατί η γνώση απαιτεί κόπο και διανοητική προσπάθεια, ενώ η πληροφορία προσλαμβάνεται παθητικά χωρίς απαιτήσεις. Οι μεγάλες δυσκολίες των εκπαιδευτικών διαδικασιών σε όλο τον κόσμο και σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης συνδέονται με την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλεται για να μετατραπεί η εύπεπτη πληροφορία σε απαιτητική γνώση.
Ομως, παρά τις δυσκολίες, η εκπαιδευτική προσπάθεια πρέπει να συνεχίζεται όχι μόνο στη διάρκεια της τυπικής εκπαίδευσης, αλλά και αργότερα με άλλα μαζικότερα μέσα. Σε μία χώρα που θέλει ενημερωμένους, ενεργούς και υπεύθυνους πολίτες, το κράτος πρέπει με κατάλληλους τρόπους και μέσα να προσφέρει τη δυνατότητα στους πολίτες του να επεξεργάζονται την παρεχόμενη πληροφόρηση-ενημέρωση, ώστε να τη διακρίνουν από την παραπληροφόρηση και να τη μετατρέπουν, όσο γίνεται περισσότερο, σε πραγματική γνώση.
Μία ανεξάρτητη και αδέσμευτη δημόσια ραδιοτηλεόραση μπορεί, μεταξύ άλλων, να συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη αυτού του στόχου. Συνεπώς, η αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στη χώρα μας αποτελεί άμεση ανάγκη, προκειμένου να επιτελεί τον ευρύτερο εκπαιδευτικό και ενημερωτικό της ρόλο με υπευθυνότητα, αμεροληψία και μετριοπάθεια, όπως συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 23 Ιουνίου 2013
Συμμαχίες και αψιμαχίες
Σε μερικές μέρες συμπληρώνεται ένας χρόνος από το σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης με στόχο να κυβερνήσει τη χώρα και να εξασφαλίσει την ομαλή ευρωπαϊκή της πορεία με την τήρηση των δεσμεύσεων έναντι των Ευρωπαίων εταίρων και δανειστών μας.
Ομως το ζητούμενο από τους Ελληνες πολίτες δεν ήταν μόνο η αναπόφευκτη διαρθρωτική προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα ο εξορθολογισμός της λειτουργίας της χώρας μας συνολικά, ώστε όχι μόνο να βγει από τη σημερινή κρίση, αλλά και να αποτελέσει μακροχρονίως αναπόσπαστο και ισότιμο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και να επιβιώσει σε έναν όλο και περισσότερο ανταγωνιστικό κόσμο.
Το πολιτικό σύστημα, η Δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, η δημόσια διοίκηση και οι δημόσιοι οργανισμοί, το ασφαλιστικό σύστημα, το τραπεζικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, το φορολογικό σύστημα, ο αγροτικός τομέας κ.ά., παρουσιάζουν παθογένειες σε πολύ μεγαλύτερο βάθος απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα και την κατατάσσουν διεθνώς στις τελευταίες θέσεις σε ανταγωνιστικότητα. Συνεπώς, η ισότιμη συμμετοχή της Ελλάδας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εξαρτάται από «θεραπεία» των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι διάφοροι τομείς της δημόσιας ζωής.
Το περισσότερο επείγον ζήτημα, που ήταν η παραμονή της ελληνικής οικονομίας στην Ευρωζώνη, ώστε να μην υπάρξει επιστροφή στη δραχμή, με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια εξέλιξη, φαίνεται να έχει διευθετηθεί -με μεγάλο, βεβαίως, κοινωνικό κόστος. Τώρα είναι αναγκαίο να υπάρξει μια ευρεία συμφωνία για τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας και του τρόπου διακυβέρνησης της χώρας, όχι μόνο μεταξύ των τριών κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά μεταξύ όλων των δημοκρατικών κομμάτων.
Ολόκληρο το δημοκρατικό πολιτικό φάσμα μπορεί να συμφωνήσει ότι χρειάζονται αλλαγές στο Σύνταγμα, ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά, ότι η εκπαίδευση πρέπει να βελτιωθεί και να συνδεθεί με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, ότι το ασφαλιστικό σύστημα και το σύστημα υγείας χρειάζονται αποφασιστικές τομές, ότι το φορολογικό σύστημα πρέπει να γίνει αποδοτικότερο, ότι ολόκληροι τομείς της οικονομίας, όπως π.χ. ο αγροτικός τομέας, χρειάζονται ανασυγκρότηση και άλλα πολλά.
Το ζήτημα προφανώς είναι ότι, ενώ στις διαπιστώσεις υπάρχει ευρεία κοινωνική και πολιτική συμφωνία, όταν έρθει η ώρα της εφαρμογής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων λείπει η απαραίτητη κοινωνική και πολιτική συναίνεση και ορθώνονται ανυπέρβλητα εμπόδια, με αποτέλεσμα να ακυρώνονται οι προσπάθειες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα ανάλογα με τις κοινωνικές ομάδες και τις επαγγελματικές κατηγορίες. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν όλες οι αλλαγές που επιχειρούνται να βρίσκουν σύμφωνους όλους τους πολίτες.
Ομως, υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα σε πολλούς τομείς που μπορούν να συγκεντρώσουν την αναγκαία συμφωνία ή/και ανοχή, αν υπάρχει προφανώς μία ευρύτερη πολιτική συμφωνία με βάση ένα Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να οικοδομούνται συμμαχίες για την επίτευξη συγκεκριμένων και ιεραρχημένων στόχων σε κάθε τομέα και να τηρούνται κανόνες και διαδικασίες χωρίς καμία παρέκκλιση και επιλεκτική εφαρμογή.
Η χώρα μας βρίσκεται στον πέμπτο χρόνο μιας βαθιάς κρίσης, πολύ βαθύτερης απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της Ευρωζώνης. Τα Μνημόνια αποτελούν μία πολύ μερική και πολλές φορές και άστοχη απάντηση στα δομικά και λειτουργικά προβλήματα της χώρας μας. Από τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις εξαρτάται αν θα συμφωνήσουν σε ένα Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων, πολύ πέρα από τα Μνημόνια, και θα προσπαθήσουν να το εφαρμόσουν με κοινωνικές συμμαχίες και χωρίς άσκοπες και επιζήμιες αψιμαχίες για την κατάκτηση της εξουσίας. Γιατί αυτό που διακυβεύεται σήμερα δεν είναι απλώς η διακυβέρνηση της χώρας μας, αλλά η αξιοπρεπής επιβίωσή της μέσα στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 9 Ιουνίου 2013
Οι πολίτες απαιτούν μεταρρυθμίσεις
Κύριε Σαμαρά,
Η συμπλήρωση ενός έτους διακυβέρνησης της χώρας από το τρικομματικό κυβερνητικό σχήμα που προέκυψε μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012 αποτελεί μια πρόκληση για απολογισμό και κυρίως για τη διατύπωση προσδοκιών για το μέλλον. Ο πιο επείγων και άμεσος στόχος της νέας κυβέρνησης ήταν η διατήρηση της ελληνικής οικονομίας στην Ευρωζώνη και η εφαρμογή των δεσμεύσεων της χώρας έναντι των Ευρωπαίων εταίρων και δανειστών μας, ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για σταθεροποίηση και στη συνέχεια ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, η κυβέρνηση που προέκυψε με τη στήριξη των τριών κομμάτων και συνεπώς με διευρυμένη λαϊκή νομιμοποίηση δημιούργησε ρητά ή/και άρρητα προσδοκίες ότι θα αντιμετωπίσει τα πλέον κρίσιμα προβλήματα λειτουργίας των θεσμών και των μηχανισμών της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.
Ως προς τον πρώτο και άμεσο στόχο, δηλαδή την εξασφάλιση της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωζώνη, φαίνεται ότι η εξέλιξη ήταν θετική. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχει βεβαιότητα ότι η πολυπόθητη σταθεροποίηση της οικονομίας, ώστε να ανακοπούν η ύφεση και η ανεργία, έχει επιτευχθεί. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται ισχυρότερη από την προσπάθεια που καταβάλλεται από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, ενώ το κοινωνικό κόστος αυξάνεται διαρκώς.
Αμεση σχέση με τη συνεχιζόμενη δυσκολία σταθεροποίησης της οικονομίας και την προσέλκυση επενδύσεων έχουν προφανώς οι καθυστερήσεις σε όλες σχεδόν τις υποχρεώσεις της χώρας έναντι των δανειστών της. Οι αποκρατικοποιήσεις, η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, το άνοιγμα των αγορών και των επαγγελμάτων, η αναδιάρθρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και η υιοθέτηση ενός νέου φορολογικού νόμου και άλλα φαίνεται να καρκινοβατούν. Πίσω από τις καθυστερήσεις μπορεί να κρύβονται όχι μόνο η έλλειψη αποφασιστικότητας αλλά και -ίσως περισσότερο- η διοικητική ανεπάρκεια στην πραγματοποίηση σύνθετων διοικητικών πράξεων. Η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης φαίνεται ότι αντί να βελτιώνεται χειροτερεύει, παρά τις ενδιαφέρουσες ιδέες για την αναβάθμισή της, καθώς το ανθρώπινο δυναμικό βρίσκεται σε διαρκή ανησυχία για το μέλλον του.
Ολα τα παραπάνω υπονομεύουν τη δυνατότητα αυτής της τρικομματικής κυβέρνησης να προχωρήσει σε περισσότερο δομικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις. Αμεση προτεραιότητα έχουν προφανώς η μεταρρύθμιση στην Εκπαίδευση, ώστε να συνδεθεί περισσότερο με την κοινωνία και την οικονομία, η μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη ώστε να γίνει περισσότερο αποτελεσματική, η μεταρρύθμιση στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος, η μεταρρύθμιση στο σύστημα υγείας και πρόνοιας ώστε να περιοριστούν οι σπατάλες και να γίνει αποδοτικότερο για αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, και πολλές άλλες.
Ολες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και αλλαγές έχουν ωριμάσει στη συνείδηση της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών και χρειάζεται πλέον εθνικό σχέδιο, αναγκαία πολιτική βούληση και διοικητική ικανότητα για να πραγματοποιηθούν. Ενα τέτοιο εθνικό σχέδιο, πέρα και πάνω από τα Μνημόνια και τις αστοχίες τους, πρέπει να περιλαμβάνει ιεραρχημένους στόχους, κανόνες και διαδικασίες εφαρμογής και να συνεγείρει όλες τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας εντός και εκτός κυβέρνησης.
Πίσω από τις καθυστερήσεις κρύβεται όχι μόνο η έλλειψη αποφασιστικότητας αλλά η διοικητική ανεπάρκεια στην πραγματοποίηση σύνθετων διοικητικών πράξεων
ΕΘΝΟΣ 08/06/13
Πόσο αλλάζει η ευρωπαϊκή πολιτική
Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ε.Ε. (γαλλογερμανική συμμαχία για την ανεργία των νέων κ.ά.), καθώς πλησιάζουν οι εκλογές στη Γερμανία και οι ευρωεκλογές, στις οποίες η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να εκφραστεί προς όφελος αντιευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων, φαίνεται να συγκροτούν μια διαφορετική πολιτική αντιμετώπισης της ύφεσης και της ανεργίας στην περιφέρεια της Ευρωζώνης.
Η ανησυχία της Γερμανίας αλλά και των άλλων χωρών-μελών της Ευρωζώνης μπροστά στην αποτυχία της πολιτικής δημοσιονομικής προσαρμογής να αντιμετωπίσει την κρίση στις περισσότερες χώρες-μέλη της Ευρωζώνης, φαίνεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μερική στροφή της ευρωπαϊκής πολιτικής προς την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Η διοχέτευση πόρων, έστω και περιορισμένης εμβέλειας, από το Βορρά στο Νότο της Ευρώπης αποτελεί μία σημαντική αλλαγή προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει τόσο η θεωρία όσο και η ιστορική εμπειρία. Χωρίς ανάκαμψη και στη συνέχεια ανάπτυξη, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα ελλείμματα (δημοσιονομικά και εξωτερικών πληρωμών) ούτε να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης.
Ομως, η διοχέτευση πόρων για την απορρόφηση της ανεργίας στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου πρέπει να είναι γενναία (τύπου Μάρσαλ) και να γίνει υπό προϋποθέσεις, ώστε οι πόροι αυτοί να μην οδηγήσουν μόνο στην αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης. Κάθε αύξηση της κατανάλωσης χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής στις χώρες του Νότου της Ευρώπης -καθώς σχεδόν όλες έχουν πρόβλημα ανταγωνιστικότητας- θα αυξήσει άμεσα το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, με αύξηση εισαγωγών και θα δημιουργήσει νέα προβλήματα.
Το ζήτημα είναι να υπάρξει μία πραγματική στροφή στη σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική και όχι απλώς να διοχετευθούν χαμηλότοκα δάνεια ή/και περιορισμένη αναπτυξιακή βοήθεια από το Βορρά στο Νότο για να μειωθεί η κοινωνική δυσφορία εν όψει εκλογών και ενδεχομένως να συγκρατηθεί η μείωση των εξαγωγών των βορείων χωρών μέσω της αύξησης των εισαγωγών των νοτίων, που θα προκαλέσει η αύξηση της ζήτησης.
Δυστυχώς, ο σκληρός πυρήνας της ευρωπαϊκής πολιτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και νομισματικής ορθοδοξίας, που επιρρίπτει σχεδόν ολόκληρο το βάρος της προσαρμογής για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στη μείωση του εργατικού κόστους στα επιμέρους εθνικά κράτη, δεν φαίνεται να αλλάζει.
Μία πραγματική αλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής θα έπρεπε να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, άμεσα κοινή εποπτεία των τραπεζών και ταχεία ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, ώστε το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου να μην επιβαρύνει το δημόσιο χρέος τους. Μόνον έτσι η δανειοδότηση προς τις επιχειρήσεις και θα αυξηθεί και θα χορηγείται με επιτόκια ανάλογα με αυτά των χωρών του Βορρά.
Αν δεν ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση, δεν μπορεί να απαλειφθεί η σημερινή διαφορά στα επιτόκια, που ξεπερνά συχνά τις πέντε εκατοστιαίες μονάδες και δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού, επιβαρύνοντας το μοναδιαίο κόστος παραγωγής και συνεπώς την ανταγωνιστικότητα των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών των χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης. Επιπλέον, χωρίς τραπεζική ένωση, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μόνο προσωρινά θα δημιουργήσει καλύτερους όρους δανειοδότησης των επιχειρήσεων, γιατί στο ήδη υψηλό δημόσιο χρέος θα προστεθεί το ποσό που χρειάστηκε η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εντείνοντας την πίεση για δημοσιονομική προσαρμογή και προκαλώντας ύφεση στην οικονομία των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Η ύφεση μπορεί να αυξήσει το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων των επιχειρήσεων και να χειροτερεύσει και πάλι τους όρους της δανειοδότησης.
Αυτά ακριβώς τα προβλήματα μόνον η ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση αντιμετωπίζει οριστικά. Η σχεδιαζόμενη διοχέτευση περιορισμένων πόρων από τις χώρες του Βορρά στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αποτελεί, υπό προϋποθέσεις, μια πολύ σημαντική, αλλά μερική και προσωρινή απάντηση στην ύφεση και στην ανεργία.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 2 Ιουνίου 2013