Αρχική » Uncategorized (Σελίδα 19)
Category Archives: Uncategorized
Quo vadis, Graecia
Η δανειακή σύμβαση της Ελλάδας με τους εταίρους και δανειστές της λήγει μέσα στο 2014. Από το καλοκαίρι και μετά η ελληνική οικονομία θα πορευθεί χωρίς Μνημόνιο. Αν χρειαστεί να συνάψει νέα δανειακή σύμβαση με την τρόικα, αυτή θα είναι μικρής διάρκειας και με πολύ μικρότερο ποσό δανείου σε σχέση με το παρελθόν.
Ομως αυτή η χρηματοδότηση προφανώς δεν είναι αρκετή για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο ζήτημα της αποπληρωμής, όχι απλώς των τόκων των δανείων, αλλά του συνόλου των δανείων, δηλαδή της αποπληρωμής του χρέους, το οποίο εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο τέλος του 2013 σε 321 δισ. ευρώ και το 2014 σε 319 δισ. ευρώ (δηλ. πάνω από 170% του ΑΕΠ). Στην πραγματικότητα η χώρα μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα «βουνό» από χρέος, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει έχοντας χάσει ένα μεγάλο μέρος από τις παραγωγικές δυνατότητές της κατά τη διάρκεια της ύφεσης τα τελευταία πέντε χρόνια.
Τρεις δυνατότητες φαίνεται να υπάρχουν (ή/και συνδυασμός τους) για να αντιμετωπιστεί το χρέος, χωρίς παύση πληρωμών και έξοδο της χώρας μας από το ευρώ:
Η πρώτη δυνατότητα μπορεί να είναι μία ταχεία ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, πράγμα που θα εξασφαλίσει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα ετησίως, τα οποία θα μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες αποπληρωμής του χρέους. Αυτή η ταχεία ανάπτυξη θα πρέπει να στηρίζεται στις εξαγωγές ώστε να μην αυξηθεί το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και να μη δημιουργηθούν νέες μεγάλες δανειακές ανάγκες. Ομως η σημερινή δυναμική των εξαγωγών δεν δημιουργεί την αίσθηση ότι θα υπάρξουν τόσο σημαντικές αλλαγές που θα «απογειώσουν» την ελληνική οικονομία. Οσο για τις δυνατότητες της εσωτερικής αγοράς, είναι προφανές ότι η εφαρμογή αυστηρής δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, όπως σήμερα διαμορφώνεται, δεν θα επιτρέπει σημαντικές αυξήσεις στην εσωτερική ζήτηση.
Η δεύτερη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους είναι να επιδιωχθεί η δανειοδότηση της χώρας μας από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια, περίπου όπως αυτά προ της κρίσης, ώστε μαζί με μια μέτρια αναπτυξιακή δυναμική να μπορεί να αποπληρωθεί το σημερινό χρέος χωρίς τη δημιουργία νέου. Ομως πόσο μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι διεθνείς αγορές θα άρχιζαν να δανείζουν τη χώρα μας στο μέλλον με πολύ χαμηλά επιτόκια, όσο και αν συνεχιζόταν η οικονομική πολιτική λιτότητας για να μη δημιουργούνται ελλείμματα; Και μόνο το μέγεθος του χρέους θα λειτουργούσε αρνητικά για τις διεθνείς αγορές, γιατί θα πιθανολογούσαν μια μελλοντική χρεοκοπία λόγω πολιτικής αβεβαιότητας υπό το βάρος της συνεχιζόμενης πολιτικής λιτότητας.
Η τρίτη περισσότερο ρεαλιστική δυνατότητα αποπληρωμής του σημερινού χρέους είναι, μαζί με την αναπτυξιακή προσπάθεια, να επιδιωχθεί η αναδιάρθρωσή του με διάφορους τρόπους (κούρεμα, χαμηλότερα επιτόκια, επιμήκυνση κ.ά.). Τα περιθώρια πίεσης της χώρας μας προς την κατεύθυνση αυτή είναι περιορισμένα, καθώς το σημερινό χρέος αφορά πλέον τις κυβερνήσεις των εταίρων μας, οι οποίες έχουν εγγυηθεί τα δάνεια της χώρας μας. Το ζήτημα γίνεται ευθέως πολιτικό και εξαρτάται από τη γενικότερη ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική απέναντι στον ευρωπαϊκό Νότο.
Ετσι, η επίσπευση της δημιουργίας της Τραπεζικής Ενωσης θα μπορούσε να μειώσει το χρέος της χώρας μας κατά το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών.
Επιπλέον, μια λύση θα ήταν η περίφημη «αμοιβαιοποίηση» του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης. Υπό αυστηρούς όρους, θα μπορούσε το μέρος του χρέους που ξεπερνά το 60% των χωρών της Ευρωζώνης να τεθεί υπό κοινή εγγύηση ολόκληρης της Ευρωζώνης και συνεπώς να αρθεί ένα σημαντικό τμήμα του βάρους του χρέους αυτού, πράγμα που παραπέμπει σε κάποια μορφή έκδοσης ευρωομολόγων. Αυτή η λύση γίνεται περισσότερο πιθανή μετά τις γερμανικές εκλογές.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013
Δημοκρατίας εγκώμιον
Η δημοκρατία, ως τρόπος λήψης αποφάσεων και ως σύστημα διακυβέρνησης έχει πολλές όψεις και εφαρμογές. Αμεση, αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική, αστική, λαϊκή, δημοκρατία στα κόμματα και τις οργανώσεις, στην οικογένεια, στο σχολείο κ.λπ.
Η δημοκρατία, όμως, ως αξία, που πρέπει να διέπει όλα τα συστήματα διακυβέρνησης και λήψης αποφάσεων, είναι μία και μοναδική. Εκφράζεται με το σεβασμό στο νόμο και στο κράτος δικαίου, με το σεβασμό στη μειοψηφία, στη διαφορετικότητα και στη διαφορετική άποψη, χωρίς να ανέχεται τη βία, λεκτική ή φυσική. Δημοκρατία σημαίνει ελευθερία δράσης, όχι όμως πέρα από τα όρια της κοινωνικής συμβίωσης, σημαίνει ελευθερία του λόγου, όχι όμως επιβολή απόψεων με τη βία και την παραπλανητική προπαγάνδα. (περισσότερα…)
Πολιτικές αστοχίες
Στην αρχή της νέας χρονιάς 2013 (20/1/2013) γράφαμε στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» για τη μεγάλη σημασία της σωφροσύνης και της μετριοπάθειας προκειμένου να επιτύχει κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
«Η σωφροσύνη προϋποθέτει κάθε πολιτική πράξη, η οποία έχει μικρές ή μεγάλες συνέπειες για τους πολίτες, να έχει μελετηθεί σε βάθος και να έχουν εκτιμηθεί οι πιθανές επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική ζωή μιας χώρας». Επίσης, «η μετριοπάθεια στις αποφάσεις δεν σημαίνει μείωση του μεταρρυθμιστικού εύρους μιας απόφασης, αλλά ανίχνευση και εκτίμηση των δυνατοτήτων αποδοχής μιας σημαντικής αλλαγής, ακόμη και τακτικές υποχωρήσεις, προκειμένου να αποφευχθούν μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις». Τα παραπάνω ισχύουν πολύ περισσότερο, όταν επιχειρούνται μεταρρυθμίσεις μέσα σε ένα τεταμένο κοινωνικό περιβάλλον, έπειτα από πολλά χρόνια οικονομικής κρίσης με πρωτοφανή ποσοστά ύφεσης και ανεργίας παγκοσμίως σε καιρό ειρήνης.
Ηπροσπάθεια αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα, με στόχο την ποιοτική του βελτίωση, είναι μία ευρύτατα αποδεκτή μεταρρύθμιση, δεδομένου ότι η προετοιμασία και η εφαρμογή των νόμων, των προεδρικών διαταγμάτων και των υπουργικών αποφάσεων δεν μπορούν υλοποιηθούν με επάρκεια, όταν η Δημόσια Διοίκηση δεν είναι αποτελεσματική και αποδοτική. Οπως το καλής ποιότητας εργαλείο είναι απαραίτητο για να επιτύχει κάθε εργαζόμενος στο έργο του, έτσι και η κυβέρνηση και οι υπουργοί της χρειάζονται ένα καλής ποιότητας «εργαλείο», δηλαδή τη Δημόσια Διοίκηση, για να προετοιμάζει και να εφαρμόζει σωστά τις πολιτικές αποφάσεις προκειμένου να επιτύχουν στο κυβερνητικό έργο τους.
Ηκαθυστέρηση στην εφαρμογή ενός αξιόπιστου συστήματος αξιολόγησης επί δεκαετίες οδήγησε τη Δημόσια Διοίκηση να αποτελεί πλέον το μεγάλο εμπόδιο για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης. Οι πελατειακού τύπου προσλήψεις στην περίοδο της πλαστής ευημερίας έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά βραδυκίνητο και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα, ο οποίος αποτελεί τροχοπέδη για οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική και αναπτυξιακή προσπάθεια.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση κι έπειτα από ισχυρές πιέσεις από τους εταίρους και δανειστές μας, η πολιτική εξουσία επιχειρεί αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης με τη μέθοδο της κινητικότητας-διαθεσιμότητας. Στόχος της είναι προφανώς να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά της, με τη συμπλήρωση των κενών που υπάρχουν στις διάφορες υπηρεσίες, την απομάκρυνση των λιγότερο αποδοτικών υπαλλήλων και την αντικατάστασή τους με προσλήψεις περισσότερο αποδοτικών.
Ομως, μια τέτοια προσπάθεια, χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση των δομών, των διαδικασιών και των προσώπων, είναι αναπόφευκτο να προκαλεί αναταραχή και να επιδεινώνει, μεσοπρόθεσμα , την αποδοτικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, την οποία προσπαθεί να βελτιώσει. Το αίσθημα ανασφάλειας που δημιουργείται σε όλους τους υπαλλήλους, καθώς η αξιολόγηση είναι ποσοτική και όχι ποιοτική, μαζί με τις μεγάλες μισθολογικές μειώσεις που έχουν ήδη υποστεί, προκαλούν μάλλον αποστροφή στη μεγάλη προσπάθεια που σήμερα χρειάζεται για το ξεπέρασμα της κρίσης.
Ειδικότερα, όταν η κινητικότητα-διαθεσιμότητα στρέφεται σε αυτοδιοικούμενους χώρους, όπως είναι οι δήμοι και τα Πανεπιστήμια, είναι επόμενο ότι, εκτός από τους υπαλλήλους, τους οποίους αφορά άμεσα, θα υπάρξει αντίδραση και από τους επικεφαλής των αυτοδιοικούμενων αυτών χώρων, δηλαδή από τους δημάρχους και τους πρυτάνεις.
Ετσι, ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα να υπαχθούν και αυτοί οι χώροι στην κινητικότητα-διαθεσιμότητα, πράγμα που δεν μπορεί να διαπιστωθεί, χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των υπηρεσιών, των διαδικασιών και των υπαλλήλων που εργάζονται στους χώρους αυτούς, το μεταρρυθμιστικό αυτό εγχείρημα είναι αναπόφευκτο να προκαλεί δυσανάλογη κοινωνική αναταραχή.
Στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ιδιαίτερα, όπου μεταξύ άλλων θίγονται οι φοιτητές και οι οικογένειές τους από την παύση λειτουργίας των Πανεπιστημίων, η σωφροσύνη θα επέβαλλε αυτή η μεταρρυθμιστική προσπάθεια να είχε απασχολήσει περισσότερο την πολιτική εξουσία κατά το σχεδιασμό και τον προγραμματισμό της, ενώ η μετριοπάθεια θα έπρεπε σήμερα να οδηγήσει στην επανεξέτασή της, εφ’ όσον δεν έχει προηγηθεί καμιά ουσιαστική αξιολόγηση.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013
Η Γερμανία και η Ευρώπη
Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, καθώς μέσα σε μερικές δεκαετίες κατόρθωσε, όχι μόνο να επουλώσει τις πληγές του πολέμου αλλά, μετά την ενοποίησή της, να αποτελεί πλέον την ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης.
Ευνοημένη από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και ενισχυμένη από την πολιτική που εφάρμοσε στη δεκαετία του 2000, αποτελεί, σήμερα για πολλούς, «υπόδειγμα» οικονομικής διαχείρισης.
Παρά τα προβλήματα σε ένα σημαντικό τμήμα της γερμανικής κοινωνίας, κυρίως της ανατολικής πλευράς, συγκρινόμενη με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και βεβαίως με τον άλλο ευρωπαϊκό πυλώνα, τη Γαλλία, η Γερμανία βρίσκεται σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση, που της επιτρέπει να ασκεί κυριαρχική επιρροή στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Αυτή η επιρροή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ηγεμονία στην Ευρώπη, αν η χώρα αυτή ήθελε, μετά τις εκλογές, να χρησιμοποιήσει την οικονομική της ευρωστία για να εξασφαλίσει αποδοχή της πολιτικής της από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και από αυτές που βρίσκονται στον ευρωπαϊκό Νότο και δοκιμάζονται εντονότερα από την οικονομική κρίση.
Οτρόπος διαχείρισης της κρίσης, που έχει επιβάλει η Γερμανία, περιορίζει το κόστος γι’ αυτήν, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί την πεποίθηση, τουλάχιστον στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ότι αδιαφορεί για το τεράστιο κοινωνικό κόστος που τους προκαλεί. Αυτή η πολιτική δεν ζημιώνει οικονομικά τη Γερμανία, όπως πολλοί νομίζουν, γιατί έχει προσανατολίσει τις εξαγωγές της στις αναδυόμενες οικονομίες και προτιμά ένα ισχυρό ευρωπαϊκό νόμισμα, με χαμηλό πληθωρισμό και χαμηλά επιτόκια, καταστρέφει, όμως, τις πολιτικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει πολιτική ηγεμονία σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.
Η μέθοδος, που ακολουθεί για να προωθήσει την οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης και ολόκληρης της Ε.Ε., ωθεί σε ομοσπονδιακού τύπου θεσμούς. Προκαλεί, όμως, τη βάσιμη εντύπωση σε πολλές άλλες χώρες-μέλη, κυρίως του Ευρωπαϊκού Νότου, ότι οι θεσμοί αυτοί εξυπηρετούν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, την ίδια τη Γερμανία, πράγμα που υποσκάπτει την ουσιαστική νομιμοποίηση της πολιτικής της στα μάτια των πολιτών των άλλων χωρών.
Ισως, η πορεία προς μια περισσότερο ομοσπονδιακή Ευρώπη να χρειάζεται αναγκαστικές συναινέσεις και αναγκαστικές εκχωρήσεις εθνικών αρμοδιοτήτων από τις χώρες-μέλη υπό την πίεση μιας ισχυρής χώρας-μέλους, της Γερμανίας δηλαδή, αλλά η ομοσπονδία, που μπορεί να προκύπτει με τον τρόπο αυτό, είναι αμφίβολο αν εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των χωρών-μελών της Ενωσης.
Βέβαια, δύσκολα βρίσκει κανείς ιστορικά προηγούμενα ομοσπονδιών, οι οποίες να προέκυψαν χωρίς επιβολή των ισχυρότερων κρατών επί των λιγότερο ισχυρών. Ομως, τα όρια της επιβολής, χωρίς χρήση βίας, δεν είναι απεριόριστα και η συναίνεση των λιγότερο ισχυρών κρατών για ομοσπονδιακές λύσεις, χωρίς να εξυπηρετούνται τα βασικά εθνικά τους συμφέροντα, δεν είναι δεδομένη.
Για παράδειγμα, η επιδίωξη της Γερμανίας για τη δημιουργία ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, με αναγκαστικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών-μελών (υπό την απειλή κυρώσεων), παρουσιάζει ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά. Χωρίς όμως κάποιας μορφής αλληλεγγύη, μέσω της άσκησης κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής με κοινό προϋπολογισμό (που προφανώς έχει κόστος για τις ισχυρότερες χώρες-μέλη και όφελος για τις λιγότερο ισχυρές), δεν μπορεί να πείσει τις λιγότερο ισχυρές χώρες-μέλη για την αναγκαιότητα ομοσπονδιακής προοπτικής. Απλώς, γίνεται αναγκαστικά αποδεκτή από αυτές.
Παρομοίως, οι αναβολές, από τη γερμανική πλευρά, της δημιουργίας Τραπεζικής Ενωσης, προκειμένου αυτή να έχει χαμηλό κόστος για τις ισχυρότερες χώρες, ζημιώνουν τις λιγότερο ισχυρές, καθώς από τη δημιουργία της Τ.Ε. θα έχουν προφανή οφέλη.
Γενικότερα, η μετατροπή της γερμανικής κυριαρχίας στην Ε.Ε., σε γερμανική ηγεμονία επί της Ε.Ε., απαιτεί πολύ υψηλότερο επίπεδο ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Ομως μόνο έτσι μπορεί να οδηγηθεί η Ευρώπη σε ομοσπονδιακές μορφές δημοκρατικής διακυβέρνησης, στην οποία οι λιγότερο ισχυρές χώρες θα συμμετέχουν με περισσότερη συναίνεση και λιγότερη επιβολή.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013
Ποια Ευρώπη;
Στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να διακρίνει κανείς δύο αντιφατικές εξελίξεις. Από τη μία πλευρά φαίνεται να κυριαρχεί ο διακρατικός χαρακτήρας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και, από την άλλη πλευρά, να προχωρούν σχέδια για μια περισσότερο υπερεθνική πολιτική οντότητα με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά.
Ο διακρατικός χαρακτήρας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν προφανώς πάντοτε συστατικό στοιχείο του ευρωπαϊκού μορφώματος, αλλά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να εντείνεται. Οι διαβουλεύσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης γίνονται μεταξύ των δύο πιο ισχυρών κρατών-μελών της Ε.Ε., δηλαδή της Γερμανίας και της Γαλλίας. Αφού τα δύο κράτη καταλήξουν σε συμβιβασμό (συνήθως υπέρ της Γερμανίας), τα άλλα κράτη-μέλη και τα ευρωπαϊκά όργανα αναλαμβάνουν να εφαρμόσουν, με ελάχιστες αλλαγές, όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί.
Είναι χαρακτηριστική η σημασία που αποδίδεται στις πολιτικές εξελίξεις στις δύο αυτές χώρες για την πορεία της Ε.Ε., όπως ήταν π.χ. το αποτέλεσμα των εκλογών στη Γαλλία, και, βέβαια, η ακόμη μεγαλύτερη σημασία που αποδίδεται στο αποτέλεσμα των επικείμενων γερμανικών εκλογών. Πάντοτε, βέβαια, οι πολιτικές εξελίξεις στις δύο αυτές χώρες είχαν μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό.
Κατά τη διάρκεια της σημερινής οικονομικής κρίσης, ο ρόλος των δύο ισχυρότερων κρατών-μελών, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, φαίνεται να είναι καθοριστικός, όχι μόνο για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά και για την καθημερινή πολιτική και οικονομική διαχείριση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με αποτέλεσμα ο ρόλος των ευρωπαϊκών οργάνων να υποβαθμίζεται.
Ιδιαίτερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το κατ’ εξοχήν υπερεθνικό όργανο και οιονεί «κυβέρνηση» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, φαίνεται να χάνει τη μεγάλη σημασία της. Σήμερα η Ε.Ε. τείνει να περιστρέφεται όλο και περισσότερο γύρω από το γερμανογαλλικό άξονα και, μάλιστα, με την ταχύτητα που προτιμά η Γερμανία.
Από την άλλη πλευρά, οι εξελίξεις που αφορούν την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση φαίνεται να έχουν ένα ολοένα και εντονότερο υπερεθνικό άρωμα, με πολλά ομοσπονδιακά στοιχεία. Η προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης και κυρίως η προσπάθεια να δημιουργηθούν κατάλληλοι θεσμοί ώστε αυτή να μην επαναληφθεί, οδηγεί σταδιακά σε μία κοινή οικονομική πολιτική.
Με τον τρόπο αυτό οι αποφάσεις για υποχρεωτικό συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής και στη συνέχεια της εισοδηματικής και έμμεσα της κοινωνικής, μέσω των ασφαλιστικών συστημάτων, από όλα τα κράτη-μέλη, δείχνουν ότι δημιουργείται αργά αλλά σταθερά το υπόβαθρο για μία υπερεθνική οντότητα ομοσπονδιακού χαρακτήρα. Γιατί η κοινή οικονομική πολιτική χρειάζεται και μία κοινή πολιτική αρχή που θα πρέπει να την εφαρμόζει. Δεδομένου ότι για όλα αυτά χρειάζεται νομιμοποίηση, μέσω της Συνθήκης της Ε.Ε., υπάρχουν προτάσεις και για αλλαγή της προς μία περισσότερο ομοσπονδιακή κατεύθυνση.
Βέβαια, σήμερα πρόκειται για υποχρεωτικό συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών και για υποχρεωτικά «ομοιόμορφη» άσκηση οικονομικής πολιτικής από όλα τα εθνικά κράτη, και όχι για άσκηση κοινής πολιτικής άμεσα από τα ευρωπαϊκά όργανα. Προφανώς, τα πλουσιότερα κράτη-μέλη δύσκολα θα δεχθούν έναν κοινό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό ομοσπονδιακού τύπου, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ, γιατί η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι τόσο αναπτυγμένη.
Ωστόσο, η σημερινή «ιδιοτελής γενναιοδωρία» των πλουσιότερων χωρών προς τις ασθενέστερες χώρες-μέλη θα μπορούσε, ίσως στο μέλλον, να εξελιχθεί σε «ιδιοτελή αλληλεγγύη» και έτσι ο υποχρεωτικός συντονισμός της οικονομικής πολιτικής να εξελιχθεί στην από κοινού άσκησή της, κατά το αμερικανικό πρότυπο.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο συνδέονται οι δύο αυτές εξελίξεις, που μοιάζουν τόσο αντιφατικές. Η μία εξέλιξη οδηγεί προς μία περισσότερο διακρατική Ευρώπη. Η δεύτερη εξέλιξη οδηγεί προς μία περισσότερο ομοσπονδιακή Ευρώπη. Μήπως η πορεία προς μία ομοσπονδιακή Ευρώπη χρειάζεται ισχυρή ηγεσία; Σε μια τέτοια Ευρώπη μπορούν να έχουν θέση και οι λιγότερο ισχυρές χώρες-μέλη;
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013
Πώς θα έρθει η ανάπτυξη
Οπως γράψαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η αρχική αιτία της ύφεσης και της ανεργίας στη χώρα μας βρίσκεται στη δυσκολία αντιμετώπισης της υπερβολικής αύξησης του ελλείμματος στον Προϋπολογισμό και του ελλείμματος στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών (Εξωτερικών Συναλλαγών) πέρα από ένα όριο, το οποίο δεν μπορούσε να καλυφθεί από εξωτερικό δανεισμό με λογικά επιτόκια, λόγω της παγκόσμιας κρίσης.
Οι διαφωνίες αρχίζουν όσον αφορά την εκπόνηση και την εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής, που συμφωνήθηκε με την τρόικα για την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων. Θεωρείται ότι η επιμονή στην περικοπή μισθών και συντάξεων, χωρίς μείωση των λειτουργικών δαπανών του πολυπλόκαμου ευρύτερου δημόσιου τομέα, η αύξηση της φορολογίας, χωρίς πάταξη της φοροδιαφυγής, η καθυστέρηση στο άνοιγμα των αγορών και στην αξιοποίηση της περιουσίας, η ολιγωρία στον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, η μείωση των δημόσιων επενδύσεων, χωρίς άμεση αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, η μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς εφαρμογή τεχνολογικών και οργανωτικών καινοτομιών από τις επιχειρήσεις κ.ά., αποτελούν σημαντικά λάθη και στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή του προγράμματος, τα οποία οδήγησαν σε τόσο μεγάλη ύφεση (25% του ΑΕΠ) και τόσο υψηλή ανεργία (27% του ενεργού πληθυσμού) σήμερα.
Οι διαφωνίες συνεχίζονται σχετικά με τον τρόπο που η ελληνική οικονομία μπορεί να ξεπεράσει τη σημερινή κρίση. Σχηματικά, θα ήταν δυνατόν να ξεχωρίσει κανείς δύο βασικές προτάσεις αναπτυξιακής στρατηγικής μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας μας.
Η πρώτη αναπτυξιακή πρόταση στηρίζεται στην, με κάθε τρόπο, προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, με προϋπόθεση την αποκατάσταση των ισορροπιών στον Προϋπολογισμό και τις Εξωτερικές Πληρωμές, ώστε η χώρα να μην χρειάζεται εξωτερικό δανεισμό. Για την εξάλειψη των ελλειμμάτων, η έμφαση δίνεται τόσο στον περιορισμό των δημόσιων δαπανών όσο και του διαθέσιμου εισοδήματος. Μέχρι να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα, οι δημόσιες δαπάνες πρέπει να βρίσκονται υπό αυστηρό περιορισμό, καθώς τα δημόσια αγαθά μπορεί και πρέπει να παρέχονται και από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επίσης, μέχρι να βελτιωθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και συνεπώς η αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης πρέπει να είναι περιορισμένη και οι εξαγωγές να έχουν προτεραιότητα. Σημειώνεται ότι η δημιουργία ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, γερμανικής έμπνευσης, που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη, φαίνεται να διαπνέεται από την πιο πάνω μακροοικονομική λογική για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης.
Η δεύτερη αναπτυξιακή πρόταση θεωρεί επίσης αναγκαία την ισορροπία στον Προϋπολογισμό και στις Εξωτερικές Συναλλαγές, δίνει, όμως, έμφαση στις διαρθρωτικές πλευρές της αναπτυξιακής διαδικασίας. Θεωρεί, δηλαδή, ότι προέχουν η σύλληψη της φοροδιαφυγής και ο εκσυγχρονισμός του δημόσιου τομέα, ώστε το κράτος να έχει περισσότερα έσοδα και συνεπώς να μπορεί να προσφέρει καλύτερα και περισσότερα δημόσια αγαθά χωρίς δημοσιονομικό έλλειμμα και νέο χρέος. Παράλληλα θεωρεί ότι μαζί με την προσέλκυση νέων επενδύσεων, χρειάζεται και ενθάρρυνση των τεχνολογικών και οργανωτικών βελτιώσεων στις επιχειρήσεις με δημόσια παρέμβαση στην έρευνα, στην εκπαίδευση κ.λπ., ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα και συνεπώς οι εξαγωγές. Ετσι, μπορεί να αυξηθεί ταχύτερα το διαθέσιμο εισόδημα και συνεπώς η εγχώρια κατανάλωση, χωρίς να δημιουργηθεί έλλειμμα στις Εξωτερικές Συναλλαγές.
Και οι δύο προτάσεις, με παραλλαγές, θεωρούν ότι η χώρα δεν πρέπει να επιστρέψει στην εποχή των ελλειμμάτων. Η πρώτη πρόταση αποδίδει μεγάλη σημασία στον ιδιωτικό τομέα για την αναπτυξιακή διαδικασία. Η δεύτερη πρόταση, χωρίς να υποβαθμίζει τη σημασία του ιδιωτικού τομέα, θεωρεί ότι ένας εκσυγχρονισμένος επιτελικός δημόσιος τομέας μπορεί και πρέπει να επιταχύνει την ανάπτυξη και να εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή. Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας πρέπει να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της ύφεσης και της συσσώρευσης χρέους με νέο δανεισμό, προκειμένου να εφαρμόσει οποιαδήποτε αναπτυξιακή πρόταση.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013
Γιατί δεν έρχεται η ανάπτυξη;
Το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί τους Ελληνες πολίτες είναι τι συνέβη και σταμάτησε το τρένο της ανάπτυξης και με ποιον τρόπο θα ξεκινήσει πάλι, ώστε να δημιουργηθεί πλούτος και να υπάρξουν θέσεις εργασίας, αντί να φουντώνει η φτώχεια και η ανεργία.
Αν ρωτήσουν τους οικονομολόγους, θα περιπλακούν με τις απαντήσεις που θα πάρουν, καθώς η ποικιλία των απόψεων είναι ανάλογη εκείνης των γιατρών, όταν ερωτώνται γιατί αρρώστησε κάποιος και με ποιον τρόπο θα γίνει καλά. Νεοφιλελεύθεροι, μαρξιστές και κεϊνσιανοί οικονομολόγοι, με πολλές αποχρώσεις, κάνουν διαφορετική διάγνωση και προτείνουν εντελώς διαφορετικές θεραπείες στο πρόβλημα της ύφεσης και της ανεργίας.
Ωστόσο και στις δύο επιστήμες, της οικονομίας και της ιατρικής, υπάρχουν ορισμένοι κοινά αποδεκτοί κανόνες, οι οποίοι έχουν προκύψει από την εμπειρία του παρελθόντος και από την έρευνα των αιτίων των φαινομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κανόνες αυτοί δεν αναθεωρούνται συνεχώς υπό το φως της νέας εμπειρίας και των νέων ερευνητικών αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση της οικονομίας, που μας αφορά, ορισμένοι κανόνες φαίνεται να ισχύουν καθολικά, ενώ είναι γενικά αποδεκτοί από τους περισσότερους οικονομολόγους, μέχρι να διαψευστούν, όπως θα έλεγε ο Popper.
Ετσι, υπάρχει μια γενική ομοφωνία, ότι οι δημόσιες και οι ιδιωτικές επενδύσεις διαδραματίζουν το σημαντικότερο ρόλο στην αναπτυξιακή διαδικασία. Είναι φορείς νέας τεχνολογίας, αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Συνεπώς, αν οι επενδύσεις για κάποιους λόγους μειωθούν σημαντικά, αυτό θα σημάνει πολύ σύντομα οικονομικό μαρασμό και ανεργία. Αν προστεθεί και μείωση της κατανάλωσης, δημόσιας και ιδιωτικής, χωρίς ανάλογη αύξηση των εξαγωγών, τότε ο οικονομικός μαρασμός και η ανεργία αυξάνονται ακόμη περισσότερο, καθώς η παραγωγή μειώνεται απόλυτα, με κλείσιμο επιχειρήσεων και απολύσεις εργαζομένων.
Πράγματι, αυτό συνέβη στην ελληνική οικονομία. Η κυβέρνηση της εποχής, καθώς δεν υπήρχαν αρκετά δημόσια έσοδα, δανειζόταν για να πραγματοποιεί μεγάλες δαπάνες (καταναλωτικές, κυρίως, για να ικανοποιεί τους πολίτες-πελάτες) συσσωρεύοντας χρέος.
Οταν η διαφορά εσόδων-δαπανών (έλλειμμα) ξεπέρασε κάθε όριο, οι δανειστές (διεθνείς αγορές) σταμάτησαν να δανείζουν την Ελλάδα την άνοιξη του 2010, καθώς η παγκόσμια κρίση περιόρισε τη ρευστότητα διεθνώς. Η τότε κυβέρνηση, αντί να περιορίσει δραστικά τις καταναλωτικές δαπάνες, προκειμένου να μειώσει το έλλειμμα, όπως συμφώνησε πιεζόμενη από την τρόικα (Μνημόνιο), μείωσε τις επενδυτικές δαπάνες, αύξησε τη φορολογία σε πολίτες και επιχειρήσεις και μείωσε μισθούς και συντάξεις.
Ημείωση των δημόσιων επενδυτικών δαπανών περιόρισε την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Ταυτόχρονα, το τραπεζικό σύστημα, επειδή δεν μπορούσε πλέον να δανειστεί, καθώς οι καταθέσεις μειώνονταν (λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης), περιόρισε δραστικά τα δάνεια (ρευστότητα) προς τις επιχειρήσεις και έτσι περιόρισε τη δυνατότητά τους να πραγματοποιούν επενδύσεις. Καθώς οι διαρθρωτικές αλλαγές καθυστερούσαν (άνοιγμα αγορών, αποκρατικοποιήσεις, αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα κ.ά.), το βάρος έπεσε στη μείωση μισθών και συντάξεων, τόσο στο δημόσιο τομέα (για να μειωθεί το έλλειμμα στον προϋπολογισμό) όσο και στον ιδιωτικό τομέα (για να μειωθεί το έλλειμμα διεθνούς ανταγωνιστικότητας, να αυξηθούν δηλαδή οι εξαγωγές). Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος μαζί με την αύξηση της φορολογίας των πολιτών και την αυξανόμενη ανεργία περιόρισαν την εγχώρια κατανάλωση. Δεν υπήρχε, έτσι, δυνατότητα αύξησης της παραγωγής με επενδύσεις, αλλά, αντίθετα, υπήρξε μείωση της παραγωγής, με απολύσεις εργαζομένων και με συνεχή αύξηση της ανεργίας, καθώς η στροφή προς τις εξαγωγές δεν αντιστάθμισε τη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης .
Με τη διάγνωση αυτή συμφωνούν λίγο-πολύ οι περισσότεροι οικονομολόγοι. Προφανώς, το μέγα ζήτημα είναι οι προτάσεις για τη θεραπεία του διαγνωσθέντος προβλήματος. Εδώ υπάρχουν οι περισσότερες διαφωνίες μεταξύ των ειδικών, όπως θα φανεί στο επόμενο άρθρο μας.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013
Επιτακτική η ευρωπαϊκή λύση
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρωζώνη συνολικά αρχίζει να ξεπερνά την ύφεση. Σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις, θα υπάρξουν θετικοί ρυθμοί ανάκαμψης σε όλες σχεδόν τις χώρες της εντός του 2014.
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι αφού οι ευρωπαϊκές οικονομίες, κυρίως της περιφέρειας, έχασαν μεγάλο μέρος του παραγωγικού τους δυναμικού, έφτασαν στο τέλος του καθοδικού κύκλου και φαίνεται τώρα να αρχίζουν μια ελαφρά ανοδική πορεία.
Η εξέλιξη αυτή στην ευρωπαϊκή οικονομία δεν αφορά σχεδόν καθόλου την απασχόληση, όπου τα ποσοστά ανεργίας θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα, με πρωταγωνιστές την Ελλάδα και την Ισπανία.
Αυτή η αναιμική ανάκαμψη των ρυθμών μεγέθυνσης θα μπορούσε να ενισχυθεί και να παρασύρει και την απασχόληση μειώνοντας την ανεργία, όχι μόνο με εθνικές, αλλά κυρίως με ευρωπαϊκές λύσεις. Καθώς η κρίση αφορά το σύνολο της Ευρωζώνης, παρά τις σημαντικές εθνικές ιδιαιτερότητες, η έξοδος από αυτή πρέπει να προέλθει και από ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, τόσο στο επίπεδο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης όσο και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής.
Ξέρουμε ότι μία από τις βασικές αιτίες επιδείνωσης της κρίσης, κυρίως στις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, είναι ο τρόπος που έχει δομηθεί η ΟΝΕ. Το γεγονός ότι η νομισματική πολιτική (δηλ. η πολιτική επιτοκίων και η συναλλαγματική ισοτιμία) ασκείται σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η δημοσιονομική πολιτική, η εισοδηματική πολιτική και η τραπεζική εποπτεία παραμένουν σε εθνικό επίπεδο, υπήρξε ουσιαστικά ο σημαντικότερος παράγοντας της έντασης της οικονομικής κρίσης και της δυσκολίας εξόδου από αυτήν.
Εξάλλου, η έλλειψη οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης συνέβαλε στον εκτροχιασμό των οικονομιών της Ν. Ευρώπης και δυσκολεύει την επαναφορά τους σε ισορροπία.
Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, γερμανικής έμπνευσης, που ακολουθήθηκε και ακολουθείται για την έξοδο από την κρίση, φαίνεται ότι δεν έχει αποτέλεσμα, τουλάχιστον σε ορατό χρονικό διάστημα.
Η επιμονή στην άμεση εξάλειψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης με περικοπές στις κρατικές δαπάνες (καταναλωτικές, αλλά δυστυχώς και επενδυτικές) και η ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της φορολογίας, άμεσης και έμμεσης, επιδείνωσαν την οικονομική κρίση και οδήγησαν σε ύφεση ανάλογη με την ένταση της δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως έδειξε καθαρά η ελληνική περίπτωση.
Ταυτόχρονα, η πολιτική με στόχο την αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω μείωσης των αμοιβών και στον ιδιωτικό τομέα επιδείνωσε περισσότερο την ύφεση. Προφανώς υπήρξε μεγάλη βελτίωση και στο δημοσιονομικό έλλειμμα και στο έλλειμμα εξωτερικών πληρωμών, αλλά το κόστος σε καταστροφή του εγχώριου παραγωγικού δυναμικού (που δεν μπόρεσε να στραφεί πλήρως στις εξαγωγές), και κυρίως το κόστος σε ανθρώπινο πόνο λόγω της ανεργίας και της φτώχειας, υπήρξε και συνεχίζει να είναι δυσανάλογο των επιτευγμάτων στα ελλείμματα σε όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και ιδιαίτερα στην Ελλάδα.
Συνεπώς, η λύση, πέρα από τις εθνικές προσπάθειες, πρέπει να είναι ευρωπαϊκή και στα δύο αλληλοεμπλεκόμενα επίπεδα:
α) βελτίωση της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης με τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης που θα περιλαμβάνει την άσκηση από κοινού της δημοσιονομικής πολιτικής, της εισοδηματικής πολιτικής και της τραπεζικής εποπτείας, με στόχο την τραπεζική ένωση,
β) διόρθωση της οικονομικής πολιτικής με έμφαση σε αναπτυξιακές λογικές και στόχο τη μείωση της ανεργίας και της φτώχειας με την εφαρμογή ενός πανευρωπαϊκού Σχεδίου «Μάρσαλ».
Ηευρωπαϊκή λύση γίνεται επιτακτικότερη εν όψει των ευρωεκλογών, οι οποίες ίσως μεταφράσουν την απόγνωση μεγάλου μέρους των πολιτών της Ε.Ε. σε μίσος για το σημερινό συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων και οδηγήσουν στην ανατροπή του υπέρ ακροδεξιών, εθνικιστικών πολιτικών σχηματισμών, και πιθανώς σημάνουν και το τέλος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 25 Αυγούστου 2013
Οι ιδιοτυπίες τού ελληνικού τουρισμού
Στη χώρα μας, στη σημερινή περίοδο της βαθιάς κρίσης, ο τουρισμός αναδεικνύεται σε «σανίδα σωτηρίας», προκειμένου να περιοριστούν η ύφεση και η ανεργία, καθώς, σύμφωνα με εκτιμήσεις, φέτος η τουριστική δραστηριότητα μπορεί να πλησιάσει το 20% του ΑΕΠ με 17 εκατ. αναμενόμενους τουρίστες.
Βεβαίως, το μοναδικό τοπίο, ο πολιτισμός (υλικός και άυλος), η γαστρονομία, τα τοπικά προϊόντα, το ήπιο κλίμα, και άλλα, με κατάλληλες υποδομές, θα μπορούσαν να προσελκύουν όχι μόνο καλοκαιρινό τουρισμό, αλλά και περισσότερο χειμερινό και κάθε άλλης μορφής τουρισμό, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Με τον τρόπο αυτό, η τουριστική δραστηριότητα θα είχε μονιμότερα χαρακτηριστικά και δεν θα επηρεαζόταν από την πολιτική και κοινωνική κατάσταση άλλων μεσογειακών χωρών. Επίσης, δεν θα χρειαζόταν να μειώνουμε τόσο πολύ τις τιμές στα «πακέτα» των μεγάλων τουριστικών συγκροτημάτων για τον οργανωμένο τουρισμό και να λειτουργούμε «αρπακτικά» για τον ανοργάνωτο και τον εσωτερικό τουρισμό, κυρίως για τους Ελληνες τουρίστες.
Πράγματι, για τους «ανοργάνωτους» τουρίστες και βεβαίως για τους Ελληνες, το επίπεδο των τιμών είναι απαγορευτικό. Οι τιμές των εισιτηρίων των δύο ελληνικών αεροπορικών εταιρειών (οι οποίες δεν συγχωνεύθηκαν για να υπάρχει ανταγωνισμός), οι τιμές των εισιτηρίων των ακτοπλοϊκών γραμμών, το κόστος των εσωτερικών μετακινήσεων (ταξί και λεωφορεία), των τουριστικών καταλυμάτων κ.ά., σ’ όλα σχεδόν τα νησιά μας, είναι εκτός της σημερινής πραγματικότητας της οικονομικής κρίσης. Μοναδικός κλάδος, όπου οι τιμές «μειώθηκαν», λόγω της μείωσης του ΦΠΑ από 23% σε 13%, είναι αυτός της εστίασης.
Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, φαίνεται ότι η φετινή αύξηση του αριθμού των ξένων τουριστών ευνοεί πολύ περισσότερο τα μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα, αλλά δεν ωφελεί αναλόγως τα υπόλοιπα καταλύματα και τις κάθε μορφής τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν με τους «ανοργάνωτους» τουρίστες κυρίως. Αυτοί είναι πολύ λιγότεροι και περιορίζουν το χρόνο των διακοπών τους στο ελάχιστο, λόγω της οικονομικής κρίσης και του υψηλού κόστους. Ειδικότερα, οι περισσότεροι Ελληνες ξαναγυρίζουν στα ξεχασμένα «πατρικά» ή/και ανακαλύπτουν συγγενείς στο χωριό για τις διακοπές τους, ενώ κατά 73% δηλώνουν ότι δεν θα πάνε καθόλου διακοπές.
Παρά τις δυσκολίες, η παρουσία κυρίως Ελλήνων τουριστών προκαλεί μια έντονη πολιτιστική δραστηριότητα μέσα στο καλοκαίρι, συχνά υψηλού επιπέδου, από τοπικές πολιτιστικές δυνάμεις σε αρκετά νησιά. Η πολιτιστική ανάταση του καλοκαιριού στους τουριστικούς προορισμούς της χώρας μας προσφέρει τη δυνατότητα έκφρασης σε σημαντικές καλλιτεχνικές δυνάμεις κάθε τόπου και δείχνει ότι σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός δεν υπάρχει μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και ότι με κατάλληλες συνθήκες μπορεί να ανθήσει σ’ ολόκληρο τον ελληνικό χώρο.
Δυστυχώς, μαζί με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, συνυπάρχουν ανεπανόρθωτες αλλοιώσεις του φυσικού τοπίου, αυθαίρετη δόμηση, κατασκευές πέρα από κάθε αισθητικό κριτήριο, επικίνδυνοι δρόμοι χωρίς συντήρηση, ηχορύπανση χωρίς έλεγχο και κυρίως μια ατελείωτη διασπορά πάσης φύσεως σκουπιδιών κατά μήκος των δρόμων και των πλατειών.
Συνολικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στους ελληνικούς τουριστικούς προορισμούς υπάρχει ένας καταφανής δυϊσμός. Από τη μια πλευρά τουριστικές εγκαταστάσεις και καταστήματα υψηλής αισθητικής ενταγμένα στο απαράμιλλο ελληνικό τοπίο, που στελεχώνονται από άρτια εκπαιδευμένο προσωπικό και, μαζί με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις υψηλού επιπέδου, προκαλούν ικανοποίηση για την Ελλάδα που προοδεύει. Από την άλλη πλευρά, οι αθλιότητες κάθε μορφής, από τις αυθαίρετες κατασκευές και τα σκουπίδια μέχρι τη λογική της «αρπαχτής» και της φοροδιαφυγής, μέχρι τις υψηλές τιμές των μετακινήσεων και τις μονοπωλιακές πρακτικές αεροπορικών και ακτοπλοϊκών εταιρειών, δείχνουν ότι στη χώρα μας επιβιώνουν ακόμη πρακτικές που δεν ταιριάζουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα, στην οποία ο τουρισμός είναι η μεγαλύτερη βιομηχανία της.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 18 Αυγούστου 2013
Η χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης
Η οικονομική ανάπτυξη των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών τροφοδότησε και τροφοδοτήθηκε από την παροχή δημόσιων αγαθών και άλλαξε ριζικά τον κοινωνικό χάρτη των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.
Η δωρεάν παροχή των δημόσιων αγαθών της παιδείας και της υγείας δημιούργησε μια περισσότερο δίκαιη κοινωνία επιτρέποντας την πρόσβαση των λιγότερο ευνοημένων κοινωνικών στρωμάτων σε αυτά τα αγαθά. Ιδιαίτερα η δωρεάν παροχή του δημόσιου αγαθού της εκπαίδευσης, και μάλιστα της ανώτατης, έδωσε τη δυνατότητα σε κοινωνικά στρώματα, που θα έμεναν πάντα στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής προόδου, να επωφεληθούν και να βελτιώσουν σημαντικά τη θέση τους.
Στη χώρα μας, παρά τη φοροδιαφυγή και συνεπώς την ανεπάρκεια δημόσιων εσόδων, από τη μια πλευρά, και τις σπατάλες στη δημόσια διαχείριση των πόρων, από την άλλη, η δωρεάν παροχή εκπαίδευσης -και κυρίως ανώτατης εκπαίδευσης- συνέβαλε αναμφισβήτητα στην κοινωνική κινητικότητα. Πολλά παιδιά φτωχών αγροτών ή εργατών επωφελήθηκαν από τη δυνατότητα δωρεάν πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση (με ένα μάλλον ακατάλληλο, αλλά αδιάβλητο σύστημα επιλογής) και κατέκτησαν αξιοζήλευτες θέσεις.
Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, σε ολόκληρη την Ευρώπη και ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, το κόστος της δωρεάν παροχής δημόσιων αγαθών αυξάνεται και η ποιότητα χειροτερεύει. Η πίεση για όλο και περισσότερη ιδιωτικοποίηση της παροχής των αγαθών αυτών γίνεται μεγαλύτερη, καθώς το κράτος αδυνατεί πλέον να χρηματοδοτήσει με επάρκεια την παροχή τους.
Στην Ελλάδα, η ανάγκη για μαζικότερη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς τα ενδιάμεσα στάδια της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης έχουν κοινωνικά απαξιωθεί, δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες χρηματοδοτικές δυσκολίες στον κρατικό προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα, η πελατειακού τύπου γεωγραφική διασπορά πανεπιστημίων και τεχνολογικών ιδρυμάτων αυξάνει το κόστος και μειώνει την ποιότητα της δωρεάν παροχής του αγαθού της ανώτατης εκπαίδευσης.
Ιδιαίτερα η σημερινή οικονομική κρίση στον κόσμο, στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο την ευχέρεια κρατικής χρηματοδότησης της παροχής δημόσιων αγαθών, και ειδικότερα του αγαθού της εκπαίδευσης σε ανώτατο επίπεδο. Οι δημόσιες δαπάνες περικόπτονται καθώς τα δημόσια έσοδα περιορίζονται λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, η οποία έχει πάρει δραματικές διαστάσεις.
Το κράτος δεν έχει πολλές επιλογές: υποχρηματοδότηση ή/και διακοπή της δωρεάν δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης στο πλαίσιο μιας ορθολογικότερης διαχείρισης, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος. Το σχέδιο «Αθηνά» προσπάθησε, παρά τις προχειρότητες και τα λάθη, να ανταποκριθεί σ’ αυτή την ανάγκη εξορθολογισμού, με καταργήσεις και συγχωνεύσεις πανεπιστημιακών και τεχνολογικών τμημάτων. Ομως το ελληνικό κράτος, πιεζόμενο ή όχι από τους εταίρους και δανειστές μας, δεν έχει αρκετούς πόρους για να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες των ΑΕΙ, ακόμη και μετά το σχέδιο «Αθηνά».
Στις σημερινές συνθήκες, ουσιαστικά δύο δρόμοι υπάρχουν για τα ΑΕΙ της χώρας μας: ο ένας είναι να υπολειτουργούν και να απαιτούν, μάταια, πόρους από το κράτος, μέχρι να συρρικνωθούν και να κλείσουν. Ο άλλος δρόμος είναι να αναζητήσουν δικούς τους πόρους, με αξιοποίηση της περιουσίας τους, αν έχουν (και πολλά έχουν, όπως π.χ. το Πανεπιστήμιο Αθηνών), και με χορηγίες, προς όφελος του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου τους, όπως γίνεται σε άλλες χώρες, προκειμένου να αποφύγουν τα δίδακτρα.
Προφανώς, η αξιοποίηση της περιουσίας απαιτεί προσπάθεια, μεθοδικότητα και ικανότητα, ενώ η άντληση χορηγιών απαιτεί αξιοπιστία, λογοδοσία και υψηλή ποιότητα εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου. Ομως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί βιώσιμη και δίκαιη λύση η εξοικονόμηση πόρων από το κράτος με απόλυση διοικητικού προσωπικού των ΑΕΙ ή, ακόμη, με μεγαλύτερες μειώσεις των ήδη μειωμένων μισθών των καθηγητών ή με περικοπές και παρακρατήσεις αμοιβών από τη νόμιμη άσκηση των ερευνητικών ή επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 11 Αυγούστου 2013