Άρθρα στον τύπο
Οι δύο εικόνες της χώρας
Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε στη χώρα μας μια αυξανόμενη απόσταση μεταξύ της «μεγάλης εικόνας» των μακροοικονομικών μεγεθών και των σχέσεών μας με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές μας από τη μια πλευρά, και της «καθημερινής εικόνας» επιβίωσης της πλειονότητας των πολιτών από την άλλη.
Η «μεγάλη εικόνα» παρουσιάζει βελτίωση: καταβολή της δόσης των 52 δισ. ευρώ, θετικές δηλώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων, πρόοδος στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, θετικές προοπτικές για την ανασυγκρότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, σημάδια ανάκτησης της εμπιστοσύνης στη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να ανακάμψει κ.ά.
Αντίθετα, η «καθημερινή εικόνα» παρουσιάζει επιδείνωση: νέα περικοπή μισθών και συντάξεων, αύξηση φορολογίας, εκτόξευση της ανεργίας, αύξηση του ποσοστού της φτώχειας, αύξηση της φοροδιαφυγής και των ανείσπρακτων οφειλών προς το κράτος, ακόμη και ρύπανση της ατμόσφαιρας από την καύση ξύλων στα τζάκια κ.ά.
Η διευρυνόμενη αυτή απόσταση μεταξύ των δύο εικόνων δυσκολεύει τη δημιουργία μιας θετικής ψυχολογικής διάθεσης στους πολίτες. Ενώ υπάρχουν θετικά σημεία στον ορίζοντα της ελληνικής οικονομίας, η καθημερινή πραγματικότητα κάθε οικογένειας είναι τόσο δύσκολη και επώδυνη, ώστε αυτά τα θετικά σημεία γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα και εξαφανίζονται μέσα στο δάσος των καθημερινών προβλημάτων της επιβίωσης. Αυτό το χάσμα μεταξύ των δύο εικόνων της ελληνικής πραγματικότητας διευρύνεται ακόμη περισσότερο από τη διάχυτη αίσθηση στους περισσότερους Ελληνες πολίτες ότι συνεχίζεται η ατιμωρησία όσων πλούτισαν εις βάρος των πολλών και βρίσκονται ακόμη στο απυρόβλητο με την ανοχή ή/και τη συνενοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους.
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η δημιουργία προϋποθέσεων για να ξεφύγει η ελληνική οικονομία από το τέλμα της ύφεσης αλλά και η επιτάχυνση των διαδικασιών κάθαρσης της δημόσιας ζωής της χώρας, έτσι ώστε η απόσταση μεταξύ της βελτιούμενης «μεγάλης εικόνας» και της «καθημερινής εικόνας» της ζωής των πολιτών να περιορισθεί και να εμπεδωθεί ένα αίσθημα θετικής προοπτικής στην ελληνική κοινωνία. Η συνέχιση του σημερινού χάσματος εντείνει την κοινωνική δυσφορία, μπορεί να ανατρέψει όσα θετικά βήματα έχουν πραγματοποιηθεί και να οδηγήσει τη χώρα σε ένα καταστροφικό αδιέξοδο.
ΕΘΝΟΣ 14/01/13
Ενα καταστροφικό τρίγωνο
Σε πρόσφατη έκθεση, ο επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, γνωστός καθηγητής της Οικονομίας, Ολ. Μπλανσάρ, παραδέχεται ότι οι περικοπές των δημοσίων δαπανών σε χώρες αναπτυγμένες οδηγούν σε πολύ μεγαλύτερη ύφεση από την αναμενόμενη (προφανώς σε σχέση με χώρες του Τρίτου Κόσμου), παίρνοντας ως παράδειγμα την Ελλάδα.
Η σημερινή ομολογία δεν μπορεί όμως να «αποζημιώσει» την οικονομική και κοινωνική καταστροφή που προκλήθηκε στη χώρα μας από τις λανθασμένες εκτιμήσεις ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής θα ήταν 1,5, ενώ στην πραγματικότητα είναι 1,7 – 1,8, δηλαδή ότι η περικοπή δημοσίων δαπανών προκαλεί μεγαλύτερη ύφεση από την αναμενόμενη.
Και όμως, δεν χρειαζόταν να εφαρμοσθούν περίτεχνα «μοντέλα» για να αντιληφθεί ένας οικονομολόγος που ζει στην Ελλάδα ότι θα συνέβαινε ακριβώς αυτό που τελικά συνέβη έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής. Το μέγεθος της ύφεσης πλησιάζει σωρευτικά το 25% του ΑΕΠ τα χρόνια αυτά και οδηγεί στα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία και κοινωνία (αύξηση της φτώχειας και εκτίναξη της ανεργίας στο 26% του εργατικού δυναμικού). Ηδη πριν από περίπου δύο χρόνια, στις 29/5/2011, γράφαμε στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ε.Ε. δεν έλαβαν υπόψη την ελληνική πραγματικότητα και εφάρμοσαν τη «γενική συνταγή» των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, με αποτέλεσμα την αυξημένη ύφεση.1
Επιπλέον, το ζήτημα είναι ότι η ύφεση επιτείνει παραοικονομική δραστηριότητα, καθώς οδηγεί όλο και περισσότερους μισθωτούς και συνταξιούχους να αποκρύπτουν όσο μπορούν τις ολοένα και λιγότερες αγορές τους για να αποφύγουν την αυξανόμενη έμμεση φορολογία και έτσι να μη μειωθούν τα ήδη περιορισμένα από τις περικοπές μισθών και συντάξεων εισοδήματά τους. Ταυτόχρονα, οι επιχειρηματίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες έμποροι, αγρότες κ.λπ., που αποτελούν πάνω από το 40% των εργαζομένων στη χώρα μας, αποκρύπτουν επιμελώς για τον ίδιο λόγο τα, λόγω της χαμηλής ζήτησης, μειωμένα έσοδά τους.
Ακόμη, η μαύρη εργασία έχει φθάσει στο 30% και στερεί από εισφορές το ασφαλιστικό σύστημα, διευρύνοντας τα ελλείμματα των Ταμείων. Ολα αυτά αυξάνουν την παραοικονομία η οποία πρόσφατα εκτιμήθηκε για την Ελλάδα σε 50 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αμεσα συνδεδεμένη με την παραοικονομία είναι η φοροδιαφυγή, η οποία περιορίζει τα, ήδη μειούμενα λόγω της συρρίκνωσης της οικονομίας, δημόσια έσοδα και εντείνει το αίσθημα της αδικίας όσων δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα, δηλαδή των μισθωτών και συνταξιούχων, έναντι των άλλων, μάλλον πλουσιότερων, εργαζομένων.
Οι προσπάθειες σταθεροποίησης της πτωτικής πορείας και στη συνέχεια ανάκαμψης του ΑΕΠ της χώρας μας υπονομεύονται και πάλι από τις επιβαλλόμενες από τους εταίρους και δανειστές μας νέες περικοπές δημόσιων δαπανών για μισθούς και συντάξεις και από τη συνεχή αύξηση της φορολογίας, την οποία υφίστανται και πάλι όσοι δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα, δηλαδή οι μισθωτοί και συνταξιούχοι δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Για να «σπάσει» ο φαύλος κύκλος της καταστροφικής τριάδας, ύφεση – παραοικονομία – φοροδιαφυγή, και να επιτύχουν οι προσπάθειες της κυβέρνησης, πρώτα από όλα είναι ανάγκη να φορολογηθούν και τα άλλα κοινωνικά στρώματα. Ταυτόχρονα απαιτούνται: α) μια γενναία περικοπή του δημόσιου χρέους προκειμένου να περιορισθούν οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας και να χαλαρώσει η ένταση της δημοσιονομικής προσαρμογής, β) μια μεγάλη «ένεση» ρευστότητας για να ανακοπεί η πτωτική πορεία του ΑΕΠ και γ) άμεσες επενδύσεις για να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή και οι εξαγωγές. Το ζήτημα είναι πώς και πότε θα γίνουν όλα αυτά.
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013
Τι κρύβει το 2013
Το 2012 ήταν για την Ελλάδα χρόνος πυκνός σε γεγονότα: τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις, δύο εκλογικές αναμετρήσεις, δημιουργία συμμαχικών κυβερνητικών σχημάτων, ανάδειξη ενός κόμματος της Αριστεράς σε αξιωματική αντιπολίτευση, αποσύνθεση του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού, βελτίωση των σχέσεων της χώρας μας με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές μας, επιδείνωση της ανεργίας, της φτώχειας και της οικονομικής δυσπραγίας ακόμη και των μεσαίων στρωμάτων κ.ά.
Ηταν τόσο πολλές οι αλλαγές, που το κοινωνικό σώμα, οι Ελληνες πολίτες, δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν την έκταση και την ιστορική τους σημασία. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν στο ξεκίνημα του 2013 η χώρα μας βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι ήταν στις παραμονές του 2012 και αν η νέα χρονιά μάς κρύβει εκπλήξεις σε οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής. Προφανώς η απάντηση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε μονοσήμαντη.
Οι αλλαγές που συνέβησαν μέσα στο 2012 δεν έχουν σε καμιά περίπτωση ολοκληρωθεί: ούτε η παραμονή της χώρας μας στο ευρώ είναι απολύτως εξασφαλισμένη, αν και έχουν γίνει σοβαρά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, που φαίνεται να επιζητεί η πλειονότητα των πολιτών, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, έχει ακόμη προχωρήσει, παρά τις προσπάθειες ανασύνταξης του κεντροαριστερού κυρίως χώρου, ούτε η οικονομία μας παρουσιάζει σημεία ανάκαμψης παρά τις θετικές προοπτικές που διαφαίνονται κυρίως στην αντιμετώπιση της χώρας μας από τις αγορές και τους δανειστές μας, ούτε η φοροδιαφυγή και η διαφθορά έχουν περιοριστεί, ούτε οι διαρθρωτικές αλλαγές έχουν προχωρήσει, παρά τις προετοιμασίες, ούτε τα αντιευρωπαϊκά, αντιδημοκρατικά και ρατσιστικά ρεύματα και τα κρούσματα βίας έχουν περιοριστεί και, πάνω απ’ όλα, έχουν επιδεινωθεί η ανεργία και η φτώχεια, ενώ έχει αυξηθεί η μετανάστευση των πιο εκπαιδευμένων νέων.
Αν το μέλλον ήταν μια γραμμική εξέλιξη του παρελθόντος, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι το 2013 θα είναι απλώς η συνέχεια του 2012. Ομως ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν τομές στην ιστορική εξέλιξη και τίποτα δεν είναι μοιραίο τουλάχιστον στις δημοκρατίες. Υπάρχουν θετικές ή/και αρνητικές αλλαγές που κυρίως εξαρτώνται από τη συμπεριφορά των πολιτών. Ας ελπίσουμε ότι το 2013 κρύβει θετικές εκπλήξεις για την ελληνική οικονομία και την κοινωνία.
ΕΘΝΟΣ 31/12/2012
Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος
Το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις της χώρας μας με τους δανειστές της, δηλ. την ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το ΔΝΤ, έχουν περάσει από πολλές διακυμάνσεις. Οι ρόλοι των τριών εκπροσώπων των δανειστών μας (τρόικα) εναλλάσσονται συχνά και θυμίζουν την κλασική ταινία «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος».
Κατά την περίοδο της διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ εμφανιζόταν ως περισσότερο απαιτητικός για να αναλάβει η χώρα μας περισσότερες δεσμεύσεις προκειμένου να εκταμιευτεί η δόση του δανείου.
Λίγο αργότερα το ΔΝΤ έθετε ζήτημα μείωσης του χρέους της χώρας μας στο 120% του ΑΕΠ το 2020, προκειμένου να γίνει « βιώσιμο», απαιτώντας από τους άλλους δύο, ΕΕ και ΕΚΤ, να συμφωνήσουν στο «κούρεμα» των δανείων που έχουν χορηγήσει στη χώρα μας οι χώρες-μέλη και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα.
Αυτή η απαίτηση δεν έγινε τελικά δεκτή, αλλά συνέβαλε στον συμβιβασμό για επαναγορά από τη χώρα μας των ομολόγων των ιδιωτών περίπου στο 30% της ονομαστικής τους αξίας μέσω χαμηλότοκου δάνειου 11,3 δισ. Ετσι επετεύχθη περικοπή 30 δισ. από το χρέος της χώρας μας.
Με αυτόν τον τρόπο το ΔΝΤ άλλαξε ρόλο και εμφανίστηκε ως αντικειμενικός σύμμαχός μας στην προσπάθεια να μειώσουμε το χρέος με κάθε τρόπο, ενώ αντίθετα η ΕΕ και η ΕΚΤ φάνηκαν πολύ «σκληρότεροι». Σήμερα η ΕΕ και η ΕΚΤ χορηγούν στη χώρα μας 49,1 δισ. ευρώ, ενώ το ΔΝΤ μόνο 3,3 δισ. ευρώ και μάλιστα αργότερα, εμφανιζόμενο και πάλι ως πιο «αδιάλλακτο» προκειμένου η χώρα μας να τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Αυτή η μειωμένη συμμετοχή του ΔΝΤ στη δανειοδότηση της χώρας μας ίσως υποκρύπτει διάθεση αποχώρησης από τη «διάσωση» χωρών-μελών της Ευρωζώνης.
Ενώ πριν από δύο χρόνια η ανάμειξη του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη ήταν καταδικαστέα σχεδόν από όλους, σήμερα φαίνεται να μην είναι θετική εξέλιξη.
Είναι προφανές ότι η μεταβλητότητα που επικρατεί στα δεδομένα της οικονομικής κρίσης δεν επιτρέπει ούτε φιλίες, ούτε συμπάθειες και αντιπάθειες μπροστά στην εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων
ΕΘΝΟΣ 17/12/12
Θετική, αλλά όχι ιδιαίτερα γενναία η απόφαση
Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι και αυτή η απόφαση είναι σημαντική, αν αναλογιστεί ότι τα διαπραγματευτικά περιθώρια της κυβέρνησης είναι από ελάχιστα έως μηδαμινά. Ωστόσο πρέπει να εστιάσουμε σε κάποιες λεπτομέρειες.
Το ΔΝΤ έθεσε το βράδυ της Δευτέρας έναν σημαντικό όρο: δεν θα εκταμιεύσει τη δική του συμβολή, αν δεν υπάρξει επιτυχής επαναγορά ομολόγων των ιδιωτών επενδυτών, όρος ο οποίος τέθηκε προφανώς επειδή το Ταμείο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες επί του θέματος.
Εδώ πρέπει όμως να εξετάσουμε τη φύση των ομολόγων που θα επαναγοραστούν, αν ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται και κάποια που κατέχουν ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία.
Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε θα έχουμε προφανώς νέα προβλήματα στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και στα ταμεία, καθώς αποτελούν περιουσία τους.
Είναι δηλαδή πιθανόν να υπάρξουν πρόσθετα προβλήματα, διότι μέχρι σήμερα οι τράπεζες και τα ταμεία διακρατούν αυτά τα ομόλογα, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή η τιμή τους θα φτάσει πάλι στην αρχική τους.
Για να γίνει σαφέστερη αυτή η τακτική, θα μπορούσαμε να τη μεταφράσουμε ως εξής: κάποιος έχει ένα σπίτι που αξίζει 100 χιλιάδες, σήμερα η αξία του έχει πέσει λόγω διάφορων συνθηκών στις 50 και οι ιδιοκτήτες του επιλέγουν να το κρατήσουν επειδή κάποια στιγμή στο μέλλον η αξία του του θα φτάσει πάλι στα αρχικά επίπεδα.
Οσον αφορά την απόφαση για το επίπεδο του χρέους, η απόφαση αυτή καθ’ αυτή δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θετική. Γιατί θα μπορούσαμε να μην έχουμε καν απόφαση.
Ωστόσο υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε αυτή την απόφαση και το πώς ο κόσμος την εισπράττει.
Ολα αυτά τα υπό όρους θετικά αποτελέσματα δεν φαίνεται να έχουν κάποια συγκεκριμένη επίδραση στην πραγματική ζωή των Ελλήνων πολιτών τους επόμενους μήνες.
Οι πολίτες ενδιαφέρονται για το πώς θα καλύψουν τα έξοδα του μήνα, τώρα ιδίως που επίκειται η εφαρμογή των νέων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, ενώ βρίσκεται υπό διαμόρφωση η νέα αυξημένη φορολογία.
Προφανώς ο τρόπος να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα δεν είναι εύκολος, γιατί η απόφαση είναι μεν θετική, αλλά όχι ιδιαίτερα γενναία.
Αν η απόφαση έγερνε στην πλευρά του ΔΝΤ, τότε μπορεί να είχαμε διπλάσια αφαίρεση δανείου (μέχρι 80 δισ.). Ετσι το σήμα στους εν δυνάμει επενδυτές να ξεκινήσουν τις δραστηριότητές τους στην Ελλάδα θα ήταν ισχυρότερο.
Με αυτό το ενδεχόμενο η πιθανότητα επιστροφής στη δραχμή θα απομακρυνόταν οριστικά, ενώ θα υπήρχε η αίσθηση ότι η Ελλάδα φεύγει από τον φαύλο κύκλο και εισέρχεται σε μια νέα φάση, που οι επενδύσεις θα ήταν ευκολότερες, τώρα μάλιστα που στην Ελλάδα τα περιουσιακά στοιχεία είναι υποτιμημένα, η αγορά εργασίας «χαλαρωμένη» και οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα πολύ χαμηλοί.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 28/11/12
Η δύναμη της ομογένειας
Μια ολιγοήμερη επίσκεψη στις ΗΠΑ είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η τεράστια δύναμη του απόδημου Ελληνισμού σ’ αυτήν τη χώρα για να περιορισθούν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα.
Η επιρροή που μπορεί να ασκήσει η ομογένεια στις πολιτικές αποφάσεις των κυβερνήσεων των ΗΠΑ αυξάνει συνεχώς, καθώς τα παιδιά των μεταναστών του ’50 και του ’60, εκτός από επιτυχημένοι επιχειρηματίες, βρίσκονται σήμερα στα κέντρα των αποφάσεων, ως βουλευτές, γερουσιαστές, καθηγητές πανεπιστημίων, δικηγόροι, στελέχη μέσων ενημέρωσης κ.ά., και μπορούν έτσι να είναι διαμορφωτές της κοινής γνώμης υπέρ της χώρας μας.
Παράλληλα, η μεγάλη οικονομική δύναμη των αποδήμων μπορεί να αξιοποιηθεί με πολλούς τρόπους, όπως α) δημιουργία ενός Ταμείου για εξαγορά ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, β) πραγματοποίηση επενδύσεων στη χώρα μας, γ) δημιουργία εξαγωγικών εμπορικών δικτύων, δ) οικονομική υποστήριξη ελληνικών ιδρυμάτων στον χώρο της Παιδείας και της Υγείας κ.ά. Ομως, όλα αυτά προϋποθέτουν ενδυνάμωση των δεσμών που συνδέουν τους απόδημους με την πατρίδα, ιδιαίτερα τους νεότερους, οι οποίοι έχουν γεννηθεί στις ΗΠΑ.
Το παράδειγμα των ισχυρών δεσμών του Ισραήλ με τους απανταχού ομογενείς του είναι χαρακτηριστικό. Τρόποι ενδυνάμωσης των δεσμών με την πατρίδα υπάρχουν πολλοί, όπως: α) φιλοξενία των νέων ομογενών στην Ελλάδα με οργανωμένο τρόπο από τα ΑΕΙ της χώρας μας, που θα συνδυάζει σεμινάρια για τον αρχαίο και σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό με τον τουρισμό, β) υποδοχή των ομογενών επενδυτών με ευνοϊκότερο καθεστώς στη χώρα μας, γ) οργανωμένες αποστολές επιφανών ομογενών στην Ελλάδα και αντίστοιχα Ελλήνων στις ΗΠΑ με στόχο τη δημιουργία στενότερων δεσμών μεταξύ τους κ.ά.
Το ζήτημα είναι ποιος θα οργανώσει την προσπάθεια ισχυροποίησης των δεσμών της χώρας μας με τα απόδημα παιδιά της. Το ελληνικό κράτος δυστυχώς δεν φαίνεται να μπορεί να αναλάβει τέτοιο έργο. Πρέπει οι επιμέρους φορείς, δημόσιοι ή/και ιδιωτικοί, όπως τα ΑΕΙ, οι δήμοι, οι επιστημονικοί σύλλογοι, οι ενώσεις των επιχειρηματιών κ.ά. να αναλάβουν δράση προκειμένου να ευδοκιμήσει αυτή η κρίσιμη για τη χώρα μας προσπάθεια.
ΕΘΝΟΣ 19/11/12
«Ποιος φταίει» για την κρίση
Το ερώτημα όλων των Ελλήνων πολιτών είναι «ποιος φταίει» για τη διολίσθηση της χώρας μας σε ένα τέλμα χωρίς άμεση ορατή διέξοδο. Για να δοθεί κάποια απάντηση στο ερώτημα, εκτός από τους πολιτισμικούς παράγοντες, π.χ την επίδραση της Ορθόδοξης Ανατολής στις νοοτροπίες της ελληνικής κοινωνίας (εύκολη συγχώρηση και ατιμωρησία των παραπτωμάτων, διάχυση της ατομικής ευθύνης μέσα στην οικογένεια και την κοινότητα, έμφαση στην προσωπική σχέση κ.λπ.), πρέπει να ανατρέξει κανείς και στην Ιστορία της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας, η οποία έχασε τον αγροτικό και κοινοτικό της χαρακτήρα με τους ηθικούς καταναγκασμούς του μόνο μέσα σε μια γενιά και πέρασε στην απρόσωπη ζωή στα αστικά κέντρα χωρίς κανέναν έλεγχο.
Η λειτουργία θεσμών δυτικού τύπου, όπως κοινοβουλευτισμός, κράτος δικαίου, ατομικά δικαιώματα κ.ά., μέσα στις ελληνικές κοινωνικές συνθήκες δεν μπόρεσε να αποδώσει. Οι θεσμοί εκφυλίστηκαν σε πελατειακές σχέσεις, προσωπικές εξυπηρετήσεις και διακρίσεις, πέρα και έξω από νόμους, κανόνες και διαδικασίες, όπου κυριαρχούσε η διαφθορά. Ολα τα παραπάνω διευκολύνθηκαν από την ανυπαρξία συμπεριφορών «αστικού τύπου», λόγω της αδυναμίας συγκρότησης αστικής τάξης στη μεταπολεμική περίοδο.
Η μαζικοποίηση της πολιτικής διαδικασίας μετά τη μεταπολίτευση οδήγησε στον λαϊκισμό, όπου όλα επιτρέπονται και όλα συγχωρούνται στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων, τα οποία, επειδή είχαν καταπιεστεί μετά τον εμφύλιο, τώρα μπορούσαν να ασκούνται χωρίς όρια. Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών, που στηρίχθηκε στις εισροές από την ΕΕ και στον δανεισμό, δημιούργησε στην άναρχη ελληνική κοινωνία την ψευδαίσθηση ότι μπορεί, χάρη στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, να υιοθετήσει τα καταναλωτικά πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών της ΕΕ, χωρίς ταυτόχρονα να αποκτήσει η χώρα μας και την αντίστοιχη παραγωγική βάση.
Η ψευδαίσθηση ήταν τόσο μεγάλη, που η πολιτική τάξη σχεδόν στο σύνολό της δεν κατάλαβε, ως όφειλε, ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση και η συνεπακόλουθη κρίση ρευστότητας θα έβαζαν τέλος στον δανεισμό. Τώρα οι «αφελείς» καλούνται να πληρώσουν τα χρέη, οι «επιτήδειοι» ξεφεύγουν χωρίς τιμωρία, ενώ η πολιτική τάξη εμφανίζεται αδύναμη να βγάλει τη χώρα από το τέλμα
ΕΘΝΟΣ 05/11/12
Γιατί αλλάζει η Γερμανία
Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση στη γερμανική οικονομική πολιτική απέναντι στην ευρωπαϊκή κρίση. Η περισσότερο ορατή ένδειξη ήταν η επίσκεψη της κ. Α. Μέρκελ στην Ελλάδα και οι σχετικές συγκρατημένες δηλώσεις της για την παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη.
Ομως, δεν είναι μόνο η ορατή πλευρά της αλλαγής πλεύσης της γερμανικής πολιτικής, υπάρχουν ακόμη μερικές λιγότερο εμφανείς αλλαγές, όπως η αποδοχή της ιδέας της τραπεζικής ένωσης, η αποδοχή της απεριόριστης εξαγοράς ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά εκ μέρους της ΕΚΤ, η πρόταση ενός συμπληρωματικού κοινού προϋπολογισμού για την Ευρωζώνη με τη μορφή ενός «Ταμείου Αλληλεγγύης» κ.ά.
Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση όλα τα παραπάνω γίνονται δεκτά από τη Γερμανία με απαράβατο όρο ότι θα τηρείται δημοσιονομική πειθαρχία. Εξάλλου, για τον λόγο αυτό προτείνει έναν επίτροπο για τον έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών.
Αυτή η αλλαγή γερμανικής πολιτικής έναντι της Ευρωζώνης φαίνεται να ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στην ΕΕ αλλά και στον κόσμο. Τα σημαντικότερα νέα δεδομένα μπορεί να συνοψιστούν σχηματικά στα εξής:
α. Η ανησυχία των Γερμανών πολιτών ότι μπορεί να αποσταθεροποιηθεί το ευρώ μετά την επιδείνωση της κρίσης στην Ισπανία και στην Ιταλία, ενώ ταυτόχρονα οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σχετικά με το τεράστιο κόστος εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.
β. Η εκλογή του κ. Ολάντ στη Γαλλία, ο οποίος με τις θέσεις του για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και αναπτυξιακή προοπτική μπορεί να αναδείξει τη Γαλλία σε ηγετική δύναμη τουλάχιστον στη Ν. Ευρώπη.
γ. Η αποστασιοποίηση της Βρετανίας από την ευρωπαϊκή προοπτική μετά την εκλογή του συντηρητικού πρωθυπουργού κ. Κάμερον δυσκολεύει τις εναλλακτικές δυνατότητες συμμαχιών της Γερμανίας.
δ. Η ανάγκη βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης στην Ν. Ευρώπη, καθώς παρατηρείται επιβράδυνση της ανάπτυξης σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις αναδυόμενες οικονομίες (π.χ. Κίνα), στις οποίες η Γερμανία πραγματοποιεί μεγάλο όγκο εξαγωγών.
Προφανώς διαφαινόμενη αλλαγή πολιτικής της Γερμανίας απαιτεί χρόνο για να ολοκληρωθεί, καθώς υπάρχουν πάντοτε και αντίρροπες δυνάμεις. Το ερώτημα είναι πόσο καιρό η ελληνική κοινωνία θα μπορέσει να διατηρήσει τη συνοχή της μέσα στη δίνη της ύφεσης και της ανεργίας, ώστε να επωφεληθεί από την αλλαγή αυτή.
ΕΘΝΟΣ 22/10/12
Παραγωγική ανασυγκρότηση, τώρα!
Τα τελευταία τρία χρόνια στη δημόσια συζήτηση κυριαρχούν το χρέος, το έλλειμμα, το Μνημόνιο και οι δόσεις του δανείου από τους δανειστές μας και εταίρους μας. Δυστυχώς, δεν γίνεται λόγος για το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, η οποία θα μπορούσε να δώσει διέξοδο στα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Ξέρουμε ότι τα τελευταία 30 χρόνια τόσο η βιομηχανική όσο και η αγροτική παραγωγή έχουν μειωθεί σε απόλυτες τιμές. Η ανάπτυξη – μεγέθυνση της δεκαετίας ’96-’06 προήλθε από τις κατασκευές, τις υπηρεσίες και, κυρίως, από την κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, πράγμα που επιδείνωσε και το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών.
Eτσι το ζήτημα της παραγωγικής βάσης που θα στηρίζεται στη βιομηχανία και τη γεωργία παραμελήθηκε, όμως αυτή τη στιγμή της μεγάλης κρίσης αποτελεί την αιτία του προβλήματος. Η παραγωγή των βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων υποχώρησε μπροστά στις ελεύθερες πλέον εισαγωγές φθηνότερων και πολλές φορές ποιοτικά καλύτερων ειδών τόσο από τις ευρωπαϊκές χώρες όσο και από τον υπόλοιπο κόσμο.
Σήμερα το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, δηλαδή της διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης της χώρας μας στη βιομηχανία και τη γεωργία, δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Θα πρέπει συνεπώς να σχεδιάσουμε μια νέα παραγωγική δομή, η οποία θα περιλαμβάνει προτεραιότητες με βάση τις δυνατότητες της χώρας. Κατά γενική παραδοχή οι κλάδοι που θα μπορούσαν να έχουν μέλλον στη χώρα είναι τα αγροτικά προϊόντα και τα τρόφιμα, η ενέργεια και ενδεχομένως η πληροφορική. Η προσπάθεια θα πρέπει να επικεντρωθεί χωρίς να διασπούμε τις δυνάμεις μας προς όλες τις κατευθύνσεις. Αν π.χ. στοχεύσουμε στην αγροτική παραγωγή, την επεξεργασία και τη μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων συνδυασμένη με τις υπηρεσίες στον τουρισμό, ενδεχομένως αυτός ο συνδυασμός θα μπορούσε να αποτελέσει μια νέα παραγωγική διέξοδο σε πάρα πολλές περιοχές.
Βεβαίως, όλα αυτά θα πρέπει να σχεδιαστούν από ένα έξυπνο κράτος σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Βασική προϋπόθεση είναι προφανώς η αύξηση της ρευστότητας, δηλαδή της διοχέτευσης δανείων από το τραπεζικό σύστημα προς τις επιχειρήσεις. Ας ελπίσουμε ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και η ανασυγκρότηση του τραπεζικού συστήματος θα δώσουν μια τέτοια δυνατότητα.
ΕΘΝΟΣ 08/10/12
Ο πειρασμός, η κρίση και η ατιμωρησία
Ο περιορισμός του αθέμιτου πλουτισμού των πολιτικών αποτελεί όρο για την ομαλότερη εξέλιξη του πολιτικού μας συστήματος και για την αποκατάσταση στοιχειώδους δικαιοσύνης
Το πολιτικό χρήμα δεν πρέπει να ταυτίζεται με το χρήμα που κάποιος πολιτικός μπορεί να αποκτήσει μέσω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την πολιτική του δραστηριότατα. Παραδείγματος χάρη: Κάποιος μπορεί να έχει μια επιχείρηση παραγωγής παπουτσιών και ταυτόχρονα να έχει εκλεγεί ως βουλευτής. Η επιχείρησή του αυτή προφανώς δεν συνδέεται καθόλου με την πολιτική του δραστηριότητα παρά μόνο εάν ως πολιτικός φροντίσει να γίνει μία κρατική προμήθεια στο στράτευμα, π.χ. να επιλεγεί η επιχείρησή του για να προμηθεύσει παπούτσια στους στρατιώτες. Τότε μπορούμε να μιλάμε για πολιτικό χρήμα.
Εχοντας υπόψη μας αυτή τη διευκρίνηση πρέπει να παραδεχτούμε ότι αρκετοί πολιτικοί άνδρες και γυναίκες σ’ ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιούν το πολιτικό τους αξίωμα ή τις κρατικές πληροφορίες που έχουν ως πολιτικά πρόσωπα προκειμένου να διευκολύνουν τις δικές τους ή των συγγενών τους επιχειρηματικές δραστηριότητες. Σε χώρες όπου οι θεσμοί δεν λειτουργούν αποτελεσματικά το φαινόμενο της παραγωγής πολιτικού χρήματος όπως ορίστηκε προηγουμένως είναι συχνό φαινόμενο και θα μπορούσε να υπάρξει κάποια συστηματική συσχέτιση μεταξύ του επιπέδου ανάπτυξης μιας χώρας και του φαινομένου της παραγωγής πολιτικού χρήματος.
Ωστόσο, φαινόμενα πολιτικού χρήματος έχουν παρουσιαστεί και σε εξαιρετικά ανεπτυγμένες χώρες στην Ευρώπη και στην Αμερική αν και είναι πολύ περισσότερο σπάνια. Το ζήτημα του πολιτικού χρήματος στη χώρα μας ιδιαίτερα, που είναι μία χώρα μέσου επιπέδου ανάπτυξης, έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις, ίσως δυσανάλογες με το επίπεδο ανάπτυξής της.
Σε αυτό έχουν συμβάλει η έντονη επιθυμία εύκολου πλουτισμού προκειμένου να μιμηθούμε καταναλωτικά πρότυπα πολύ περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών με τις οποίες βρίσκεται η χώρα μας σε άμεση σχέση καθώς επίσης και η πολυνομία που γίνεται τελικά ανομία του ελληνικού συστήματος.
Επίσης, το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει την ευθύνη των πολιτικών προσώπων (υπουργών) φαίνεται ότι δεν είναι τόσο αποτελεσματικό και αφήνει περιθώρια σχετικής ατιμωρησίας όσων μπαίνουν στον πειρασμό του εύκολου πλουτισμού μέσω της πολιτικής επιρροής.
Η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου προφανώς θα συνέβαλε στον περιορισμό του φαινομένου αυτού στη χώρα μας χωρίς να σημαίνει ότι θα οδηγούσε και στην εξάλειψή του. Μέσα στις σημερινές συνθήκες της κρίσης, ωστόσο, όπου το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών συμπιέζεται εισοδηματικά από την προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής που είναι και απαραίτητη και επιβαλλόμενη, ο περιορισμός του φαινομένου του αθέμιτου πλουτισμού των πολιτικών αποτελεί όρο για την ομαλότερη εξέλιξη του πολιτικού μας συστήματος και γενικότερα για την αποκατάσταση στοιχειώδους δικαιοσύνης στα μάτια της ευρύτερης κοινωνίας.
ΕΘΝΟΣ 01/10/12