Ναπολέων Μαραβέγιας

Αρχική » Uncategorized » Τα Oικονομικά της Επανάστασης του 21

Τα Oικονομικά της Επανάστασης του 21

Advertisements

Τα Οικονομικά της Επανάστασης του 21

Πανηγυρικός της 25ης Μαρτίου 2015 στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ναπολέων Μαραβέγιας, Αναπληρωτής Πρύτανης, Καθηγητής της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας

Το θέμα, που θα προσπαθήσω να παρουσιάσω με μεγάλη συντομία, δεν είναι μόνο μεγάλο και δύσκολο. Προσφέρεται κατεξοχήν για ιδεολογική και πολιτική χρήση, περισσότερο ίσως από άλλα ιστορικά θέματα, δεδομένης μάλιστα της σημερινής συγκυρίας .

Ο αείμνηστος καθηγητής Α.Μ.Ανδρεάδης, που πρώτος προσέγγισε το θέμα, στάθηκε μακριά από αυτό τον πειρασμό. Θα προσπαθήσω κι εγώ, παραμένοντας απόλυτα πιστός στις κατά τεκμήριο αξιόπιστες βιβλιογραφικές και άλλες πηγές, να μην παρασυρθώ σε πολιτικές ερμηνείες, προκειμένου να μην «υποφέρει, όχι μόνο η Ιστορία, αλλά και η πολιτική πράξη, που καταφεύγει στην Ιστορία για να εμπνευσθεί», όπως γράφει ο καθηγητής Γ. Δερτιλής. (Δερτιλής 2004:75).

Κύριε Πρωθυπουργέ, Μακαριότατε Αρχιεπίσκοπε,

Ξεκινώντας το θέμα μου, πρέπει να επισημάνω , αν και είναι αυτονόητο, ότι για τη συλλογή δημόσιων εσόδων και την πληρωμή δημόσιων δαπανών, είναι απαραίτητη η ύπαρξη μιας, έστω και υποτυπώδους, κρατικής υπόστασης. Εξάλλου η δημοσιονομική λειτουργία αποτελεί συστατικό στοιχείο της κρατικής υπόστασης και η κρατική υπόσταση είναι προϋπόθεση της δημοσιονομικής λειτουργίας. Όμως, τέτοιου είδους κρατική υπόσταση ήταν αδύνατο να υπάρχει κατά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 21.

Το σύστημα των τοπικών κοινοτήτων που είχε αναπτυχθεί και συσπείρωνε τους Έλληνες κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αν και παρουσίαζε μεγάλη ποικιλομορφία , δεν αποτέλεσε κάποιο πρόπλασμα δημόσιας αρχής με στοιχειώδη δημοσιονομική λειτουργία, με την ύπαρξη ενός συστήματος καταγραφής και ελέγχου δημοσίων εσόδων και δαπανών.

Εξάλλου, παρά τη σχετική αυτονομία τους, σε λίγες περιπτώσεις οι κοινότητες είχαν τη δυνατότητα να αυτοδιαχειρίζονται τα οικονομικά τους, χωρίς Οθωμανικές αυθαιρεσίες. (Μπαρμπούνης 2007: 19-21)

Σε κάθε περίπτωση, η έκρηξη της Επανάστασης δεν μπορούσε να συνοδευτεί άμεσα με κρατική οργάνωση της διαχείρισης των οικονομικών πόρων, που ήταν αναγκαία αφενός για τη συντήρηση των πολεμιστών του αγώνα (σίτιση, ένδυση, περίθαλψη), και αφετέρου για την προμήθεια οπλισμού. (Μανωλόπουλος 1973: 20-29).

Βέβαια, πολύ γρήγορα, μετά την έναρξη της Επανάστασης – κατά τη διάρκεια του 1821 – έγιναν προσπάθειες δημιουργίας «κρατικών» δομών όπως: η «Μεσσηνιακή Γερουσία», ο «Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας», «η Βουλή της Θετταλομαγνησίας», ο «Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος», η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» κ.ά.

Τα κρατικά αυτά μορφώματα, που δημιουργήθηκαν από τοπικές Συνελεύσεις προκρίτων των επαρχιών, είχαν ως σκοπό την προσωρινή διοικητική και στρατιωτική οργάνωση. Σπανίως, όμως, είχαν τη δυνατότητα να διαθέτουν οργανωμένη υπηρεσία διαχείρισης των ελαχίστων οικονομικών πόρων που συνέλεγαν, ώστε να χρηματοδοτούν τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Ακριβώς στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνησθεί, το επίσης αυτονόητο, ότι ένας πολεμικός αγώνας, όπως η Ελληνική Επανάσταση, όσο και αν στηρίζεται στον ενθουσιασμό και τη γενναιοδωρία , χρειάζεται, εκτός από μια κρατική οργάνωση της διαχείρισης των οικονομικών πόρων, σημαντικά οικονομικά μέσα για να διεξαχθεί με πιθανότητες επιτυχίας. Όμως όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε δεν υπήρχε τότε, ούτε αυτή η προϋπόθεση.

Στο ξεκίνημα της επανάστασης, τους πολεμιστές έτρεφαν οι οικογένειές τους και διάφοροι εθελοντές (π.χ. τσοπάνηδες) στο πλαίσιο μιας κοινής προσπάθειας που στηριζόταν μόνο στη γενναιοδωρία και τον ενθουσιασμό για την προσδοκώμενη απελευθέρωση από τους Οθωμανούς. (Σταματόπουλος 1972)

Όσον αφορά στον οπλισμό των αγωνιστών, πέραν όσων διέθεταν οι κλέφτες και οι αρματολοί, οι Έλληνες πολεμιστές τον αποσπούσαν ποικιλοτρόπως , κυρίως, από τον Οθωμανικό στρατό, μετά από νικηφόρες μάχες. (Δημητριάδου 2014: 68 )

Αργότερα, σταδιακά, αρχίζει να οργανώνεται δημοσιονομική υπηρεσία είσπραξης εσόδων και πληρωμής δαπανών. Το 1822, μετά τη συγκρότηση των δυο πολιτειακών σωμάτων, του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, και με βάση το Προσωρινό Πολίτευμα της Α’ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου , ορίζεται, ότι το Βουλευτικό Σώμα (Βουλή) εγκρίνει τον «Υποθετικό Λογαριασμό προσόδων και εξόδων» (Προϋπολογισμό), που υποβάλλει το Εκτελεστικό Σώμα (Κυβέρνηση). Στο Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνέλευσης στο Άστρος, προστίθεται διάταξη που προβλέπει ότι «οι Λογαριασμοί προσόδων και εξόδων» πρέπει να συντάσσονται από τον Υπουργό Οικονομικών. (Κατσούλης 1974 και Δημακόπουλος ,1996 )

Οι δυνατότητες, όμως, εξεύρεσης εγχωρίων οικονομικών πόρων, σε ανοργάνωτη και εθελοντική βάση, για τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία την περίοδο εκείνη ήταν βασισμένη στη γεωργία και τη μικρή βιοτεχνία. (Αγριαντώνη 2004, Χουμανίδης 1990, Ασδραχάς 2003, Παναγιωτόπουλος 2003)

Στις περισσότερες, μάλιστα, περιπτώσεις η εσωτερική κατανάλωση στο πλαίσιο της οικογένειας δεν άφηνε περιθώρια για πλεονάσματα ή για εμπορική εκμετάλλευση, παρά μόνο στο λάδι, τις σταφίδες, το βαμβάκι και το μετάξι, προϊόντα που συνήθως εξάγονταν σε ξένες αγορές .(Πιζάνιας 2004)

Εξάλλου, η γεωργία και η κτηνοτροφία ασκείτο με αρχαϊκές μεθόδους σε, συχνά, αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας εκτάσεις (Δερτιλής 2004:71-75) και σε ορεινές κυρίως περιοχές, όπου είχαν καταφύγει οι Έλληνες χωρικοί και, συνεπώς, δεν απέδιδε σημαντικές προσόδους.(Χατζηιωάννου 2013)

Βεβαίως, υπήρχαν στον ελληνικό χώρο και αρκετοί «ευκατάστατοι», κυρίως «προεστοί», οι οποίοι εκκαλούντο να συνεισφέρουν συνήθως εθελοντικά, αλλά και αναγκαστικά.

Το 1822 ψηφίστηκαν δύο εσωτερικά ομολογιακά δάνεια. Το πρώτο, ύψους 5.000.000 γροσίων ή 125.000 λιρών στερλινών και το δεύτερο, ύψους 2.000.000 γροσίων ή 50.000 λιρών στερλινών (ισοτιμία το έτος 1822, 1 λίρα στερλίνα= 40 γρόσια –Λιάτα 1996:290) , δεν μπόρεσαν – για διάφορους λόγους – να συγκεντρώσουν παρά ελάχιστα ποσά. Έτσι, η τότε Κυβέρνηση τα μετέτρεψε σε αναγκαστικά (Κατσούλης κά 1985 :178).

Ο Καθηγητής Α.Μ. Ανδρεάδης παραθέτει ένα πολύτιμο, όπως το χαρακτηρίζει, έγγραφο της Πελοποννησιακής Γερουσίας της 29ης Ιουλίου 1822, το οποίο αναφέρει: «Η κινδυνεύουσα πατρίς προσκαλεί τους ευκατάστατους να τη βοηθήσουν εις τον ιερόν αγώνα … Η Κεντρική Διοίκησις της Πελοποννήσου και ο γενναιότατος Στρατηγός κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ….. αποστέλλουν καθ’ όλην την Πελοπόννησον τους γερουσιαστάς…… συνοδευομένους με εκτελεστικήν δύναμιν, προς τους οποίους δίδουν όλην την πληρεξουσιότητα να βιάσουν τόσον τους καταγεγραμμένους εις τον παρόντα κατάλογον δια να λάβουν τας προσδιορισμένας ποσότητας, όσον και όσους άλλους γνωρίζουν ευκαταστάτους……… δια να λάβουν όσα χρήματα κρίνουν εύλογον…….. δίδοντες απόδειξιν ισχύουσαν αντί της δοθησομένης τακτικής ομολογίας παρά της διοικήσεως προς τους δανειστάς στους οποίους υπόσχονται……..εκ μέρους του Έθνους, μετά τη αποκατάστασιν του, να πληρώσουν τα ληφθησόμενα δάνεια».

Ακολουθούν τα ονόματα των ευκατάστατων, καθώς και των σχετικών ποσών που κατέβαλαν. Τελικά, συγκεντρώθηκαν 1.066.000 γρόσια ή 26.650 λίρες (Ανδρεάδης 1904: 9), ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή, δεδομένου ότι το ημερομίσθιο των απλών εργατών ήταν περίπου 2-3 γρόσια ( 50-80 γρόσια το μήνα) στην περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης (1)(Κρεμμυδάς 1998)

Οι ανάγκες, όμως, για έσοδα έφτασαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τον Απρίλιο του 1822 να ψηφιστεί Νόμος για τη συγκέντρωση όλων των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηριών και των Εκκλησιών, η εκποίηση των οποίων απέδωσε τελικά μόνο 140.000 γρόσια (Αγγελόπουλος 1928:28 και Κατσούλης κ.ά 1985 :183).

Τον ίδιο μήνα ψηφίστηκε η φορολογία επί της αγροτικής παραγωγής που αποτέλεσε τη σημαντικότερη πηγή εσόδων για πολλά χρόνια. Πρόκειται για απόδοση στο κράτος ενός ποσοστού από την παραγωγή όλων σχεδόν των αγροτικών προϊόντων, παρόμοια με τη φορολογία της Δεκάτης που εφαρμοζόταν κατά την Τουρκοκρατία. (Μανωλόπουλου 1975:64).

Παρ’ όλα αυτά, στις 25 Μαρτίου 1823 διαπιστώθηκε ότι το Δημόσιο Ταμείο παρέμενε άδειο και έπρεπε να γίνει έρανος. Τον Ιούλιο του 1823 επιβλήθηκε δασμός στα εισαγόμενα και στα εξαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα όμως ήταν ελάχιστα καθώς η εφαρμογή του δασμού ήταν πλημμελής και ο όγκος του εξωτερικού εμπορίου περιορισμένος (Κατσούλης 1974:78).

Αξίζει να σημειωθεί ότι τις προσπάθειες των προσωρινών κυβερνήσεων για εξεύρεση οικονομικών πόρων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες του Αγώνα, δυσκόλευαν όχι μόνο η χαώδης διοικητική οργάνωση και η κακή οικονομική κατάσταση, που προαναφέρθηκε, αλλά και οι εμφύλιες συγκρούσεις και βέβαια η αντίδραση των ισχυρών τοπικών παραγόντων στην επαναστατημένη Ελλάδα. (Λιγνάδης 1975: 606)

Μία σημαντική πηγή εξεύρεσης πόρων για τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα, ήταν η ελληνική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη, τις Παραδουνάβιες περιοχές, αλλά και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Έλληνες, ως γνωστόν, είχαν δημιουργήσει σημαντικές παροικίες σε: Βενετία, Λιβόρνο, Βιέννη, Βουκουρέστι, Κριμαία, Λονδίνο, Μασσαλία, Μόσχα, Τεργέστη κά. (Χασιώτης κ.ά. 2006 ,Μοσχονάς 1975)

Είναι βέβαιο ότι ,εκτός από τη συνεισφορά της ελληνικής διασποράς στην ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας και των φιλελεύθερων ιδεών στους επαναστατημένους Έλληνες, με τυπογραφεία, βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, εξίσου σημαντική ήταν και η οικονομική τους συνεισφορά. Με την προσωπική τους περιουσία και τους εράνους υπέρ του Αγώνα ευρίσκοντο σε συνεχή επικοινωνία με τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Η Μαργαρίτα Δημητριάδου (2014:105-117 και 159-160) επιχειρεί μια συστηματική καταγραφή της συνεισφοράς κάθε ελληνικής παροικίας και δείχνει ότι η οικονομική τους συνεισφορά δεν ήταν καθόλου αμελητέα.

Ουσιαστική υπήρξε, επίσης, και η συνεισφορά των Φιλελλήνων στον Αγώνα. Ο Φιλελληνισμός, που αναπτύχθηκε ήδη από την αρχή της ελληνικής επανάστασης με διακυμάνσεις, αποτέλεσε πολύ σημαντικό «στήριγμα» της Ελλάδας στο διεθνή χώρο (Βακαλόπουλος, 2000).

Ταυτόχρονα, σε πολλές περιπτώσεις, με πρωταγωνιστή το Λόρδο Βύρωνα – από τον οποίο ζητήθηκε και δάνειο 4.000 λιρών, πέραν της οικειοθελούς προσφοράς του ποσού 4.000 ακόμη λιρών (Κατσούλης κά 1985:235) – ,οι φιλέλληνες συνεισέφεραν σημαντικά ποσά στον ένοπλο αγώνα των Ελλήνων, με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως με την προσωπική τους περιουσία (Δημητριάδου 2014:144-155)

Υπολογίζεται ότι από την αρχή της Επανάστασης μέχρι το 1826 οι εισφορές από την Ευρώπη για την Ελλάδα ανήλθαν σε 2.500.000 φράγκα(Σταματοπούλου 1972:124) (5.000.000 γρόσια- 1φράγκο = 2 γρόσια/ Λιάτα 1996) . Υπήρξαν, ωστόσο, σημαντικά προβλήματα διαχείρισης αυτών των εισφορών (Χάου 1997:343).

Παράλληλα, οι Εταιρείες, που ανθούσαν την εποχή εκείνη και στους κόλπους των οποίων οι Έλληνες της Διασποράς είχαν σημαντικό ρόλο, συνέβαλαν όχι μόνο στη διάδοση του Κινήματος του Διαφωτισμού, αλλά και στην οικονομική ενίσχυση της ελληνικής επανάστασης (Δημητριάδου 2014:96 και 155).

Κορυφαία θέση μεταξύ των Εταιρειών είχε η Φιλική Εταιρεία, η οποία εκτός από το ρόλο της στην έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, συνέβαλε ουσιωδώς και στην ενίσχυση των οικονομικών του Αγώνα. Η συνεισφορά της οικογένειας Υψηλάντη είναι γνωστή (Κατσούλης κ.ά. 1985).

Μια, ίσως παραγνωρισμένη, πλευρά οικονομικής ενίσχυσης του Αγώνα, είναι αυτή των Μοναστηριών. Τη συνεισφορά των Ιερών Μονών εξυμνεί ο Στρατηγός Μακρυγιάννης θεωρώντας τα Μοναστήρια «πρώτα προπύργια της Επανάστασής μας…», όπως γράφει. Υπάρχουν πηγές (Δημητριάδου 2014:105-117 ), που δείχνουν ότι πολλά μοναστήρια, εκτός από καταφύγια και νοσηλευτήρια των αγωνιστών και των προσφύγων, και πέραν της συνεισφοράς τους στη διατήρηση της γλώσσας μας, ήταν επίσης και σημαντικοί χρηματοδότες του ένοπλου αγώνα.

Είναι γνωστό ότι τα νησιά διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον ένοπλο αγώνα .(Χαρλαύτη 2001) Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά και άλλα νησιά του Αιγαίου (Δημητριάδου 2014:131-140 και 163-169) όπως και η Κεφαλονιά στο Ιόνιο (Πετράτος 1998:16), υποστήριξαν τον αγώνα με τα εμπορικά πλοία που διέθεσαν, καθώς αυτά ήταν ήδη εξοπλισμένα για να αντιμετωπίσουν την πειρατεία και συνεπώς έτοιμα για πόλεμο. (Λεονταρίτης 1996)

Προφανώς, τα πλοία αυτά, που χρησιμοποιήθηκαν για τον κοινό εθνικό σκοπό της Ανεξαρτησίας, κόστιζαν στους καπεταναίους-πλοιοκτήτες μεγάλα ποσά της τάξεως των 10.000 γροσίων για κάθε πλοίο, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς. ( Ανδρεάδης 1904 : 11, Κρεμμυδάς 1996 )

Τέλος, τα λάφυρα από τις νικηφόρες μάχες και τις πολιορκίες αποτέλεσαν σημαντική πηγή εσόδων για την επανάσταση. Βέβαια, δεν υπήρξε ποτέ οργανωμένη αξιοποίηση των «θησαυρών», που συχνά έπεφταν στα χέρια των Ελλήνων οπλαρχηγών. Ο Α.Μ. Ανδρεάδης αναφέρει ότι η προσπάθεια του Δημητρίου Υψηλάντη να οργανώσει την αξιοποίηση των λαφύρων σε ένα κοινό ταμείο «ουδέν άλλον απέλαβεν ή γέλωτα και χλεύην» (Ανδρεάδης 1904 : 10 ).

Παρά τις προσπάθειες καταγραφής των εσόδων από όλες τις προαναφερόμενες πηγές, δηλαδή τις εισφορές των Ελλήνων εντός και εκτός ελληνικού χώρου, των φιλελλήνων κλπ, «δεν ευρίσκονται περασμέναι εις τά κατάστιχα ειμή μόνο μερικαί εκατοντάδες χιλιάδων γροσίων….», όπως γράφει ο Α.Μ. Ανδρεάδης ( Ανδρεάδης 1904 : 5 ).

Στην Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος Κυνουρίας το 1823, υπεβλήθη ένας «Υποθετικός Λογαριασμός» (Προυπολογισμός), ο οποίος υπολογίζει τα συνολικά δημόσια έσοδα ενός εξαμήνου (Μάιος-Νοέμβριος) σε 12.846.220 γρόσια και τα αντίστοιχα συνολικά έξοδα σε 38.616.000. Από τα έσοδα αυτά , 7.383.000 θα προερχόταν από την Κρήτη, η οποία όμως στο μεταξύ κατελήφθη από τον αιγυπτιακό στρατό και κατεστάλη πλήρως η Επανάσταση.(Ανδρεάδης 1904 :9)( 2)

Η Επιτροπή που υπέβαλε το έγγραφο παραδέχεται «ότι μόνον στα έξοδα επλησίασεν είς την αλήθειαν, δια δε τα έσοδα, επειδή δεν είχε ουδεμίαν θετικήν πληροφορίαν, εβασίσθη μόνον εις τους υπολογισμούς των πληρεξουσίων των διαφόρων επαρχιών». (Ανδρεάδης 1904:7).

Παρότι η ακρίβεια των στοιχείων αυτών αμφισβητείται και από τον Α.M. Ανδρεάδη (1904:9), ο ίδιος σημειώνει, ότι «τα έσοδα δεν ανήρχοντο, κατά τους αισιοδοξότερους υπολογισμούς, ούτε καν εις το τρίτον των εξόδων». Ωστόσο, υπάρχει και η άποψη ότι τα έξοδα ήταν σκοπίμως, για ιδιοτελείς λόγους, διογκωμένα και τα έσοδα μειωμένα (Κατσούλης κά 1985:206).

Έτσι, μπροστά στο τεράστιο πρόβλημα χρηματοδότησης του Αγώνα, προκειμένου το Έθνος να εξοπλίσει σύγχρονο στρατό και αξιόμαχο εθνικό στόλο, ώστε να αντιμετωπίσει περισσότερο αποτελεσματικά τις Οθωμανικές δυνάμεις, ξεκίνησε η προσπάθεια αναζήτησης δανείων από το εξωτερικό. Ήδη, το Νοέμβριο του 1821 είχε συναφθεί δάνειο 150.000 φλωρινίων, ενώ ναυάγησε η προσπάθεια σύναψης δανείου 4 εκατ. φράγκων με το Τάγμα των Ιπποτών της Ρόδου (Ανδρεάδης 1904: 7).

Η προσπάθεια των επαναστατημένων Ελλήνων ευοδώθηκε τελικά στο Λονδίνο, όπου υπήρχαν πρόσφορες συνθήκες. (Ανδρεάδης 1904:17). Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Λιγνάδης « Ο χρηματιστηριακός πυρετός του Λονδίνου, η τάση για ριψοκίνδυνες επενδύσεις κεφαλαίου που πλεόναζε και ο κερδοσκοπικός τυχοδιωκτισμός, φορώντας τον πειστικό μανδύα του φιλελληνισμού, παρουσιάστηκαν σαν ευνοϊκές προϋποθέσεις δανειοδοτήσεως». (Λιγνάδης 1975:607)

Συνήφθησαν δύο δάνεια. Το ένα το Φεβρουάριο 1824, ονομαστικής αξίας 800.000 λιρών στερλινών,(περίπου 48.000.000 γροσίων) και το άλλο το Φεβρουάριο 1825, ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών στερλινών.( περίπου 120.000.000 γροσίων ) 1 λίρα= 60 γρόσια το 1825 στον Gordon, 1844:273 (Ανδρεάδης 1904:9) (1 λίρα= 40 γρόσια το 1822, και 73 γρόσια το 1828 ) στη Λιάτα ,1996: 212 και 290 αντιστοίχως)

Το πρώτο δάνειο απέδωσε 472.000 λίρες, δηλ. το 59% της ονομαστικής αξίας του, με επιτόκιο 5%, χρόνο αποπληρωμής 36 χρόνια και εγγύηση τα εθνικά κτήματα, τους δασμούς, τις αλυκές και τις αλιεύσεις. Το τελικό καθαρό ποσό που έφτασε στην Ελλάδα μετά από διάφορες επιβαρύνσεις ήταν 348.000 λίρες ή 308.000 και σύμφωνα με άλλες πηγές μόνο 298.700 λίρες στερλίνες.(Ανδρεάδης 1904:18 )

Το δεύτερο δάνειο απέδωσε 1.100.000 λίρες, δηλ. το 55,5% της ονομαστικής του αξίας, με επιτόκιο 5% και δεκαετή διάρκεια. Το τελικό καθαρό ποσό που έφτασε στην Ελλάδα μετά από διάφορες και πάλι επιβαρύνσεις ήταν 232.000 λίρες. (Ανδρεάδης 1904 :23)

Συνολικά και από τα δύο δάνεια έφθασαν στην Ελλάδα 540.000 λίρες, ενώ 1.032.000 λίρες έμειναν στην Αγγλία. (Χατζηιωάνου 2013:52) Τις ομολογίες που έμειναν στην Αγγλία τις διαχειρίστηκαν, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο οι Έλληνες διαπραγματευτές, η «Τετραρχία» (Άγγλοι τραπεζίτες) και Άγγλοι ΄΄φιλέλληνες΄΄. , Ανδρεάδης 1904: 17 και 23,Δερτιλής 2004:117).

Αν αναλογισθούμε, ότι ο δανειζόμενοι Έλληνες, ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση και ότι τα δάνεια συνάπτονταν για ενίσχυση της Επανάστασης εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι αρχικοί όροι που εξασφαλίστηκαν για τα δάνεια αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ικανοποιητικοί (απόδοση, επιτόκιο, χρονική διάρκεια ) (Ανδρεάδης 1904:23).

Όμως, η κερδοσκοπική παρακράτηση τεράστιων ποσών από δανειστές, μεσάζοντες, χρηματιστές κ.ά για προείσπραξη χρεολυσίων, για υπέρογκες προμήθειες, δωροδοκίες και αμοιβές ήταν, σε κάθε περίπτωση, σκανδαλώδης, όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής (Ανδρεάδης 1904:28-32 ,Κατσούλης κά 1985:324-346, Δερτιλής 2004:118).

Ένας από τους στόχους των δανείων ήταν, κυρίως, η δημιουργία Εθνικού Στόλου. Όμως, για διάφορους λόγους (απειρία των Ελλήνων διαπραγματευτών, αντικρουόμενα συμφέροντα, αχαλίνωτη κερδοσκοπία, λανθασμένες εκτιμήσεις, υπέρογκες αμοιβές, κ.ά) η παραγγελία πλοίων στην Αγγλία και φρεγατών στις ΗΠΑ προκάλεσε διαμάχες μεταξύ νομικών εμπειρογνωμόνων και κατασκευαστών με αποτέλεσμα να σημειωθούν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και αθέτηση παραγγελιών και συνεπώς να μην επωφεληθούν οι Έλληνες στις κρίσιμες στιγμές του Αγώνα .(Επέλαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, Πολιορκία Μεσολογγίου)

«Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, αναφέρει ο Γ.Δερτιλής, είναι οι 57.500 λίρες ή 1.437.000 φράγκα, περίπου 50 ετών εισόδημα μιας μεσοαστικής αγγλικής οικογένειας της εποχής εκείνης»,που καταβλήθηκαν στο ναύαρχο Κόχραν αρχηγό του ελληνικού στόλου (Δερτιλής 2004:118).

Ο Α.Μ. Ανδρεάδης γράφει σχετικά: (1904: 25-26)«Δικαίως άρα η σπουδαιοτέρα των αγγλικών εφημερίδων «Ο Χρόνος» (Times) εις όν κυρίως οφείλεται η αποκάλυψις των κατά την χρήσιν των δανείων διαπραχθέντων οργίων, ηδυνήθη να γράψει……ότι: η Ελλάς απώλεσε πάντα τα πλεονεκτήματα, όσα εκ του δανείου προσεδόκα…».

Αργότερα, αποδόθηκαν ευθύνες στους διαπραγματευτές των δανείων Ανδρέα Λουριώτη και Ιωάννη Ορλάνδο και καταλογίσθηκαν σε αυτούς αλληλεγγύως 28.769 λίρες.(Χατζηιωαννου 2013:56 Aνδρεάδης 1904 :3 ,Ορλάνδος-Λουριώτης 1835, Σπανιολάκης 1840) Βέβαια ευθύνες είχαν κυρίως οι επαναστατικές κυβερνήσεις που υπέγραψαν τις συμφωνίες , οι οποίες όμως, όπως γράφει ο Γ. Δερτιλής, «είχαν το μέγα ελαφρυντικό ότι προκειμένου να επιβιώσουν, ήταν εκ των προτέρων αναγκασμένες να δεχθούν οποιουδήποτε όρους». (Δερτιλής 2004:120)

Δυστυχώς, και τα χρήματα που έφθασαν τελικά στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να ενισχύσουν τις πολιτικές αντιπαλότητες μεταξύ των Ελλήνων, για προσλήψεις υπαλλήλων και για πληρωμή διπλο-υπολογισμένων στρατιωτών.Finlay Όπως γράφει ο Α.Μ.Ανδρεάδης, «Η ιδιοτέλεια και τα εμφύλια πάθη δεν αφήκαν ούτε λεπτό δια το Μεσολόγγιον» (Ανδρεάδης 1904: 20, 47).

Ωστόσο, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς με βάση Εκθέσεις του 1828 και διάφορα στοιχεία από τα Αρχεία του Κράτους, τα συνολικά έσοδα στα επτά χρόνια του Επαναστατικού Αγώνα έφθασαν τις 87.088.000 γρόσια και τα έξοδα στο 70.116.787 γρόσια δηλ. τα έσοδα ήταν περισσότερα. Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική για προφανείς λόγους αξιοπιστίας των υπολογισμών. (Λιγνάδης 1975: 608)

Είναι γεγονός ότι η κακή χρήση των πόρων των δανείων, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, τελικά οδήγησε στην αναστολή εξυπηρέτησής τους το 1827, με αποτέλεσμα να αποκλεισθεί η Ελλάδα από τη δυνατότητα νέου δανεισμού για πολλά χρόνια , όπως θα αναφέρουμε και στη συνέχεια . ( Ανδρεάδης 1925:15)

Επιπλέον, η εγγύηση των δανείων επί των εθνικών γαιών εμπόδιζε την ελεύθερη εκποίηση τους ή τη διανομή τους σε ακτήμονες για πολλά χρόνια μετά (Δερτιλής 2004:121) . Ωστόσο, έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι τα δάνεια αυτά μπορεί να συνέβαλαν στην αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητο κράτος, προκειμένου οι δανειστές να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή τους.(Χατζηιωάννου 2013: 123)

Όταν ανέλαβε την εξουσία ο Κυβερνήτης Καποδίστριας τον Ιανουάριο του 1828, έγραψε στο Ημερολόγιο του: «εύρηκα το δημόσιον ταμείον όχι μόνον κενόν……. αλλά βεβαρημένον από του εξωτερικού χρέους 2.400.000 λιρών».

Έτσι, ο Καποδίστριας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις οικονομικές ανάγκες του νεοσύστατου Κράτους και να ξεπληρώσει τα χρέη που κληρονόμησε, χρειαζόταν ένα μεγάλο δάνειο, όμως αυτό ήταν ανέφικτο, γιατί η Ελλάδα είχε αποκλεισθεί από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια (Δερτιλής 2004 :109).

Με στόχο την αποπληρωμή του χρέους και τη λήψη νέου δανείου ο Καποδίστριας συγκρότησε Επιτροπή, η οποία το Μάρτιο του 1829 εκτίμησε το οφειλόμενο χρέος σε 2,5 εκατ . λίρες και πρότεινε την εξόφλησή του σε 42 χρόνια, δηλ. το 1870, με διάφορες διευθετήσεις και σύναψη δανείου 444.000 λιρών. Οι προτάσεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, εφόσον δεν υπήρχε δυνατότητα ευρωπαϊκού δανεισμού της Ελλάδας. (Κατσούλης κά 1985:347-348).

Oι Δυνάμεις, κυρίως η Ρωσία και δευτερευόντως η Γαλλία, «ελλείψει δανείων έδωκαν χορηγήματα», ενώ σημαντικότατα ήταν τα βοηθήματα ιδιωτών. Ωστόσο, όπως γράφει ο Α.Μ Ανδρεάδης, χωρίς δάνειο, «η απορία του Ταμείου ήτο εφιάλτης» για τον Καποδίστρια (Ανδρεάδης 1925 :31-34).

Τελικά, το δάνειο που προετοίμαζε και ήλπιζε να συνάψει ο Καποδίστριας, δόθηκε στον Όθωνα (Αντιβασιλεία) με την Συνθήκη του Λονδίνου του 1832, με την εγγύηση των «Προστάτιδων» Δυνάμεων (Δερτιλής 2004:122).

Τελειώνοντας, τη σύντομη αυτή καταγραφή των Οικονομικών της Επανάστασης του 21, χωρίς συμπεράσματα, ας σημειώσουμε, ότι η αποπληρωμή των δανείων του 1824 και 1825 διευθετήθηκε οριστικά μετά από πενήντα χρόνια. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1878 υπεγράφη Συμφωνία με τους δανειστές για οφειλή 1.200.000 λιρών,( έναντι συνολικού απαιτούμενου ποσού 10.000.000 λιρών) με επιτόκιο 5% και διάρκεια αποπληρωμής 33 χρόνια με περίοδο χάριτος ,ενώ ως εγγύηση για την καταβολή 75.000 λιρών ετησίως, υποθηκεύθηκαν τα έσοδα του χαρτοσήμου και οι πρόσοδοι του τελωνείου της Κέρκυρας ή της Κεφαλονιάς (Κατσούλης κά 1985: 350 , Χατζηιωάννου 2013 :121-122 ).

Σας ευχαριστώ πολύ.

———————————————————

(1) Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία, το ημερομίσθιο των εργατών κυμαινόταν μεταξύ 2-3 γροσίων (80-120 παράδες) Όμως το ψωμί κόστιζε (16 γρόσια το καντάρι= 44 οκάδες 1 οκά=1,2 κιλά και 1γρόσι=40β παράδες) δηλ. περίπου 0,4 γρόσια(16 παράδες) η οκά, οι ελιές 0,5 γρόσια (20 παράδες) η οκά, το κρασί 0,6 γρόσια(24 παράδες) η οκά ,το λάδι 3 γρόσια η οκά κλπ. (Κρεμμυδάς 1998 :26)

(2) O Gordon στο βιβλίο του «History of the Greek Revolution» Λονδίνο 1844, όπως αναφέρει ο Α.Μ.Ανδρεάδης(1904:9) υπολογίζει τα έσοδα το 1825 χωρίς την Κρήτη σε 5.587.000 γρόσια ή 93.000 λίρες.(1 λίρα = 60 γρόσια).

Ευχαριστώ τον κ. Αντώνη Αργυρό , Αναπληρωτή Νομικό Σύμβουλο του ΕΚΠΑ και τον κ. Ηλία Νάτσιο, Πολιτικό Επιστήμονα , Πανεπιστημιακό Υπότροφο του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Ιονίων Νήσων, γιατί έθεσαν στη διάθεσή μου σημαντικές βιβλιογραφικές πηγές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: